Ο ρατσισμός. Από τις περισσότερο χρησιμοποιημένες λέξεις στο προοδευτικό λεξιλόγιο. Οι πιο πολλοί τον απορρίπτουν μετά βδελυγμίας· κι άλλοι, που τον αρνούνται, τον εφαρμόζουν στην καθημερινή πρακτική και στην ενδόμυχη ιδεολογική τους ταύτιση. Η σύγχυση βέβαια αναπόφευκτη, καθώς ο ορισμός του είναι πολυεπίπεδος. Γενετικός ρατσισμός, κοινωνικός ρατσισμός, κοινωνιοβιολογικός ρατσισμός: μερικά από τα επίπεδα πάνω στα οποία κινείται η σχετική συμπεριφορά του ανθρώπου.
Ετος 1997, το έτος για τον ρατσισμό, που όμως μας διέφυγε· ξεχάσαμε να ασχοληθούμε με αυτήν την έννοια, με αυτό το πρόβλημα. Πουθενά και κανένας δεν βρήκε το κουράγιο να ρίξει ένα πετραδάκι στο τέλμα της συνήθειας και της αποδοχής των επιβεβλημένων. Εμείς λέμε να ταράξουμε λίγο τα νερά· και ίσως αυτή η μικρή κίνηση να είναι χρήσιμη.
Ας πιάσουμε λοιπόν τον μίτο από την αρχή. Η έννοια ράτσα δεν πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους ναζί. Από τους φυσιοδίφες και τους βιολόγους χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει μια κατάσταση η οποία αναφέρεται σε διάφορους πληθυσμούς ενός είδους που έχουν υποστεί γενετική διαφοροποίηση και έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά τα οποία τους κάνουν διακρίσιμους μεταξύ τους. Ετσι, γίνονται ράτσες (φυλές), που είναι ένα πρώιμο εξελικτικό στάδιο. Η αποδοχή αυτή δεν ενέχει βέβαια καμιάς μορφής παρεξήγηση, όταν δεν επεκτείνεται και στον άνθρωπο.
Γιατί μια τέτοια προέκταση στην κουλτούρα του ανθρώπου γέννησε τον κοινωνικό δαρβινισμό, όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση από την κοινωνιολογία στον δαρβινισμό για να ερμηνευθεί η διαδικασία μεταβίβασης των πολιτιστικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν την άποψη, ο λεγόμενος κοινωνικός δαρβινισμός πρέπει να είναι ως ένα βαθμό μέρος της νεοδαρβινικής πορείας της εξέλιξης, που επηρεάζεται από τη φυσική επιλογή· ωστόσο, η άποψη αυτή δεν μπορεί να αξιολογηθεί, γιατί μια τέτοια μεταβίβαση κουλτούρας φαίνεται σήμερα γενετικά αδύνατη και βιολογικά περίπλοκη. Εξάλλου η θεωρία του κοινωνικού δαρβινισμού είναι και η θεωρητική βάση του κοινωνικού ρατσισμού, καθώς κατατάσσει τους ανθρώπους ανάλογα με τα «κακά» ή «καλά» γονίδια που έχουν.
Μια κορυφαία εκδήλωση της ρατσιστικής διάθεσης που καλλιεργείται κατά καιρούς είχαμε στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 στις ΗΠΑ με τον επιχειρηθέντα κοινωνικό αποκλεισμό των νέγρων. Ως κριτήριο κατάταξης των Νεγροαμερικανών σε «κατώτερη ράτσα» χρησιμοποιήθηκε ο δείκτης νοημοσύνης (IQ, Intelligence Quotient), ο οποίος βρέθηκε χαμηλότερος στα γκέτο των νέγρων σε σχέση με τους λευκούς. Βέβαια, σήμερα γνωρίζουμε ότι ο δείκτης αυτός, που εφευρέθηκε για την ανίχνευση των δυσκολιών των παιδιών στη μάθηση, μετατράπηκε σε μετροταινία της ανθρώπινης ανωτερότητας ή κατωτερότητας. Ο δείκτης νοημοσύνης επηρεάζεται πολύ από το περιβάλλον και θεωρείται ένα ελαστικό μέτρο που μετρά ένα ελαστικό αντικείμενο. Επομένως η προσπάθεια βιολογικής περιγραφής ενός πληθυσμού ως κατώτερου από έναν άλλον χρησιμοποιώντας τον IQ δεν είναι αποδεκτή σήμερα.
Η βιολογική δυσκολία του ορισμού της έννοιας της φυλής φαίνεται και από το γεγονός ότι οι ερευνητές στην προσπάθειά τους να περιγράψουν το είδος μας, που ως ένα βαθμό είναι πολυτυπικό, δεν κατάφεραν να «συμφωνήσουν» σε ένα μέσο αριθμό φυλών. Ετσι, άλλοι μιλούν για πέντε, άλλοι υποστηρίζουν ότι υπάρχουν έξι, μερικοί μιλούν για 13 και άλλοι για 30 διαφορετικές φυλές. Και εκείνο που έχει αποσταχθεί ουσιαστικά είναι ότι χρησιμοποιούνται ορισμένοι όροι, π.χ. καυκασοειδής φυλή, νεγροειδής φυλή κ.ά., απλά για να προσδιορισθούν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν διαφορετικά εξελικτικά στάδια αλλά ούτε και ανισότητες.
Η γονιδιακή ροή που υπάρχει πιο έντονη τις τελευταίες δεκαετίες, οι γάμοι δηλαδή που γίνονται μεταξύ ατόμων διαφορετικών «φυλών», έχει ελαχιστοποιήσει αρκετές διαφορές που ίσως είχαν δημιουργηθεί λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης κάποιων ανθρώπινων πληθυσμών. Σήμερα έχουν καταγραφεί όλοι οι συνδυασμοί γάμων, εκτός των Βουσμάνων με τους Εσκιμώους, κάτι που οφείλεται στη μικρή δυνατότητα επικοινωνίας τους. Και οι Νεγροαμερικανοί σήμερα πια είναι μόνο κατά 70% νέγροι και 30% λευκοί λόγω των γάμων μεταξύ νέγρων και λευκών Αμερικανών τα τελευταία 300 χρόνια.
Η ετερομειξία λοιπόν των διαφόρων φυλών δεν ενισχύει την άποψη ότι υπήρχαν στην προϊστορική εποχή «καθαρές φυλές» του homo sapiens που ήταν διάκριτες και ότι η πολιτιστική εξέλιξη στη συνέχεια μείωσε σταδιακά τις διαφορές αυτές. Και βέβαια απορρίπτεται, χωρίς σοβαρή συζήτηση, η άποψη των ναζί ότι ήταν καθαρή φυλή, πρόδρομοι των Ευρωπαίων και δημιουργοί του σύγχρονου πολιτισμού.
Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η μορφολογική ανθρωπολογία έχει πια αντικατασταθεί από τη γενετική ανθρωπολογία, η οποία δεν μπορεί να στηρίξει την άποψη περί υπάρξεως καθαρών φυλών του ανθρώπου. Πρέπει επίσης να γίνει σαφές ότι οι όποιες γενετικές διαφορές υπάρχουν μεταξύ ατόμων και ως ένα βαθμό μεταξύ ομάδων ή «φυλών» δεν μπορούν να τιτλοδοτήσουν τα άτομα ή τις ομάδες ως ανώτερες ή κατώτερες. Ανθρωποι διαφορετικοί δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και άνισοι, καλύτεροι ή χειρότεροι, ανώτεροι ή κατώτεροι.
Σε αυτή τη βάση, δυσκολία παρουσιάζει και για τους κοινωνιολόγους ο προσδιορισμός της επιστημονικής πλευράς της έννοιας της «φυλής», της «φυλετικής κοινωνίας». Και από αυτήν την άποψη πρέπει να καταγγέλλονται συνέχεια οι πολιτικοί και ιδεολογικοί χειρισμοί στους οποίους υπόκεινται οι έννοιες της φυλής και του φυλετισμού από τις δυνάμεις που κυριαρχούν και καταπιέζουν μειονότητες ή νέα έθνη του Τρίτου κόσμου και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Γιατί δεν υπάρχουν ράτσες ανθρώπων, γιατί ο άνθρωπος δεν γεννιέται ρατσιστής, υπάρχουν άνθρωποι μόνον που μέσα από τη διαφορετικότητά τους χτίζουν αυτό το όμορφο και ανεπανάληπτο οικοδόμημα που λέγεται ανθρωπότητα.
Ο κ. Σταμάτης Ν. Αλαχιώτης είναι καθηγητής Γενετικής και πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών.
