Μια νέα αρχή στην Κύπρο

Μια νέα αρχή στην Κύπρο * Είναι η στιγμή των πολιτικών πρωτοβουλιών. Θα είναι μια μεγάλη στιγμή που θα δείξει ότι έχουμε περάσει στο κατώφλι μιας νέας εποχής ANT. ΛΙΑΚΟΣ Τα ευφρόσυνα νέα από την Κύπρο δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε ότι οφείλονται σε μια συγκεκριμένη πολιτική η οποία δρομολογήθηκε το 1996. Την πολιτική της ύφεσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις η οποία ακολουθήθηκε με συνέπεια από

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τα ευφρόσυνα νέα από την Κύπρο δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε ότι οφείλονται σε μια συγκεκριμένη πολιτική η οποία δρομολογήθηκε το 1996. Την πολιτική της ύφεσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις η οποία ακολουθήθηκε με συνέπεια από την κυβέρνηση Σημίτη. H πολιτική αυτή, από τις πατριωτικές κορυφές των Ιμίων, προσγείωσε την Ελλάδα στο Ελσίνκι και στην άρση του βέτο για την Τουρκία, την οδήγησε να συνηγορήσει υπέρ της Τουρκίας στις διαπραγματεύσεις της Κοπεγχάγης, στην αποδοχή του σχεδίου Αναν, στην υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ας μην ξεχνούμε ότι η πολιτική αυτή δεν ξεσήκωσε λίγες αντιδράσεις ούτε αυτές περιορίστηκαν μόνο στην αντιπολίτευση, ούτε μόνο στο άλλοτε λαλίστατο «πατριωτικό ΠαΣοΚ», ούτε στο KKE που καταψήφισε τη σύνδεση της Κύπρου με την EE, ούτε μόνο σε εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Συνάντησε επίσης τις αντιδράσεις μιας συμπαγούς μερίδας αριστεροδέξιας διανόησης, η οποία φιλολογούσε σεφερικώς, δακτυλοδεικτώντας και στιγματίζοντας τους ελάχιστους που εργάστηκαν για την ιδεολογική προετοιμασία της σημερινής προσέγγισης. Ονόματα και θέσεις είναι γνωστά. Δεν πέρασε άλλωστε πολύς καιρός από τότε που κουβεντιαζόταν ο κίνδυνος συρρίκνωσης του Ελληνισμού, ο ευνουχισμός του εθνικού φρονήματος και η ανάγκη να καταφέρουμε πρώτοι το πολεμικό πλήγμα εναντίον της Τουρκίας, που καταγγελλόταν ως αμερικανοκίνητη κάθε ελληνοτουρκική ακαδημαϊκή συνάντηση. Ευτυχώς η εξιλέωση της αποτυχίας με χαρακίρι δεν ανήκει στην πολιτική μας κουλτούρα. Ούτε δαχτυλάκι δεν θα ματώσει συμβολικά.


Το πρόβλημα όμως είναι το εξής: Ακόμη και εκείνοι που επεδίωκαν την ύφεση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την έξοδο από τη συνεχή κρίση του Κυπριακού, δεν μπορούσαν να φανταστούν το ταχύτατο λιώσιμο των πάγων της δυσπιστίας, την έκταση της μεταβολής των συνειδήσεων, τη δυναμική των γεγονότων. Βεβαίως βρισκόμαστε ακόμη σε συγκινησιακή ατμόσφαιρα που δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει τα προβλήματα, ιδιαίτερα εκείνο των περιουσιών. Αλλά η κατάσταση άλλαξε. Δεν ξεπεράστηκε απλώς το ρήγμα της εισβολής του 1974, αλλά το ρήγμα του διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων από την προ της ανεξαρτησίας περίοδο. Κοινή Πρωτομαγιά είχε να γιορταστεί από το 1957, δεκαεπτά χρόνια πριν από την εισβολή! Ξεπεράστηκε δηλαδή ένα ρήγμα για το οποίο οι ευθύνες δεν βαρύνουν μόνο τη μία πλευρά, αλλά και τις δύο. Αυτή η μεταβολή όχι μόνο ήταν δύσκολο να προβλεφθεί, αλλά, ακόμη περισσότερο, όλες οι προτάσεις γεφύρωσης του χάσματος βασίζονταν στις δυσκολίες που παρουσίαζε το εγχείρημα. Οχι στην ψυχολογική δυναμική του.


Γιατί αυτή η δυσπιστία; Εκείνο που σκεπτόμασταν είναι ότι ο χρόνος απομάκρυνε ψυχολογικά τη μία κοινότητα από την άλλη. Οτι οι νέες γενιές ξεχνούσαν τη γλώσσα, οι μνήμες της κοινής συμβίωσης χάνονταν μαζί με τους ηλικιωμένους, η εκπαίδευση και τα MME καλλιεργούσαν την πρόσδεση στις μητέρες πατρίδες και την εχθρότητα της μιας κοινότητας στην άλλη. Είχε δημιουργηθεί μια ολόκληρη κουλτούρα της ρήξης. Είχε τις επετείους της, την εικονογραφία της, την ποίησή της, τα τραγούδια της, πρόθυμους διανοούμενους, πολιτικούς, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, ιερωμένους να την υπηρετήσουν. Αυτή η πολιτική και η κουλτούρα παγίωναν την αρχή ότι η μη λύση είναι η καλύτερη λύση. Κι όμως τα πράγματα αποδείχθηκαν διαφορετικά. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι μέσα στο πλαίσιο μιας διευρυνόμενης Ευρωπαϊκής Ενωσης, με πολιτική φιλίας απέναντι στην Τουρκία και επιμονή στην επανασυγκόλληση του νησιού, με όλα αυτά συνδεδεμένα, δημιουργήθηκε μια νέα δυναμική η οποία ήταν ικανή να αντισταθμίσει και να ανατρέψει το βάρος της ιστορίας, την πρόσδεση στη δυσπιστία των διχασμών.


Πού ήταν το λάθος των υπολογισμών μας; Οτι, στη διαμόρφωση των συνειδήσεων στην Κύπρο, δίναμε υπερβολική έμφαση στο παρελθόν, σε αυτά που χώριζαν, στα αισθήματα εχθρότητας, σε ό,τι εξαρτούσε από την ιστορία. Ταυτόχρονα υποτιμούσαμε τον ρόλο που παίζουν στη διαμόρφωση των συνειδήσεων οι προσδοκίες για το μέλλον. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προσδοκίες των Τουρκοκυπρίων από την ένταξη σε μια μεγάλη κοινότητα, την ευρωπαϊκή. Οι ελπίδες τους να συμμετάσχουν στην ευημερία, στην ελεύθερη διακίνηση, να αποκτήσουν ευρωπαϊκό status. Αυτές οι προσδοκίες έκαναν διαπερατά τα ψυχολογικά φράγματα που χώριζαν τις δύο κυπριακές κοινότητες.


Αυτή η υπερτίμηση των δεσμών με το παρελθόν και η υποτίμηση των προσδοκιών στο μέλλον, στον υπολογισμό του σχηματισμού ταυτοτήτων εκφράζονται και στη δυσπιστία με την οποία προσεγγίζει τη γεφύρωση των δύο κοινοτήτων το σχέδιο του Γ.Γ. του ΟΗΕ. Φυσικά τα αντισταθμίσματα και οι ισορροπίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες είναι αναγκαία. Ως το σημείο όμως που η τεχνική των εξισορροπήσεων δεν παραλύει την κοινή θέληση να αναλάβουν οι Κύπριοι ενεργά το μέλλον τους. Αν και έπαιξε θετικό ρόλο στη δημιουργία του σημερινού κλίματος, το σχέδιο Αναν, εκφράζοντας τη φιλοσοφία ενός παιδαγωγού που πρέπει να διαχειριστεί δύστροπους μαθητές, είναι πλέον ξεπερασμένο. Πιστεύω μάλιστα ότι θα πρέπει να δημιουργηθεί μια νέα αφετηρία για τη λύση του πολιτικού προβλήματος, η οποία θα έχει ως σημείο εκκίνησης τα σημερινά δεδομένα, θα στηριχθεί στην αυτενέργεια και στη δημιουργικότητα των κυπρίων πολιτών και θα ενσωματώσει τα ευρωπαϊκά κεκτημένα. Θα κεφαλαιοποιήσει τη σημερινή δυναμική. Είναι η στιγμή των πολιτικών πρωτοβουλιών. Θα είναι μια μεγάλη στιγμή που θα δείξει ότι έχουμε περάσει στο κατώφλι μιας νέας εποχής. Μιας εποχής που δεν είναι ανάγκη να περιγράφεται συλλήβδην ως εφιαλτική και στην οποία οι εθνικές εκκρεμότητες δεν είναι ανάγκη να λύνονται πλέον με νοοτροπίες που άρμοζαν στην εποχή με τα γιαταγάνια. Ωριμες κοινωνίες των πολιτών μπορούν να διαχειριστούν τις εθνικές και όποιες άλλες διαφοροποιήσεις.


Μένει βέβαια η εκκρεμότητα της διανόησης που έκανε καριέρα με την τελευταία μεγάλη εθνική υπόθεση. Καιρός είναι να αποστρατευθεί και να αποσυρθεί. Την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ζητούσαμε, ένωση με την Ευρώπη μας προέκυψε. Τι καλύτερο;


Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version