ι τέχνες αλληλεπηρεάζονται και αλληλεξαρτώνται. Η ποίηση και η μουσική έχουν μακροχρόνιες και καλές σχέσεις. Η δύναμη της ποίησης, η δύναμη της μουσικής θα διαπιστωθούν ξανά με την ευκαιρία της συναυλίας που θα δώσει ο Σταύρος Ξαρχάκος στο Μέγαρο Μουσικής, παρουσιάζοντας ένα σημαντικό ποιητικό έργο: τον «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» του Λόρκα.
Οταν η μουσική συναντά την ποίηση το κοινό αυξάνει και η επικοινωνία διευρύνεται. Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πολλές φορές τονίσει ότι η μελοποιημένη ποίηση «κατέβασε» τη μεγάλη ποίηση στον λαό. Δεν μελοποιήθηκε μόνο ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Λειβαδίτης, ο Καββαδίας και άλλοι έλληνες ποιητές. Η μελοποιημένη ποίηση επεκτάθηκε και στους ξένους ποιητές (ως την Κίνα έφτασε, στον Ζι Τσιγκ): Νερούδα, Χικμέτ, Μπρεχτ, Μαγιακόφσκι, Ομαρ Καγιάμ, Ελυάρ, Μπουκόφσκι, Πιερ Ζαν Ζουβ, Χάινε, Λόρκα. Κυρίως Λόρκα. Ο μεγάλος ισπανός ποιητής, τα 60 χρόνια από τη δολοφονία του οποίου τιμώνται εφέτος, είναι ίσως ο πλέον μελοποιημένος ξένος δημιουργός από έλληνες συνθέτες.
Η πρώτη μελοποίηση του Λόρκα έγινε το ’49 από τον Μάνο Χατζιδάκι. Ακολούθησαν αυτές των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Γλέζου, Λεοντή, Μαμαγκάκη, Κουρουπού, Μαυρουδή, Αρλέτας. Το έργο, που σήμερα ο Σταύρος Ξαρχάκος παρουσιάζει με τη μορφή της λυρικής τραγωδίας σε δύο πράξεις και έξι εικόνες, για συμφωνική ορχήστρα, χορωδία, μέτζο σοπράνο και αφηγήτρια, πρωταπασχόλησε τον συνθέτη το 1967. Η τότε μουσική του φόρμα δεν απαιτούσε παρά ένα μικρό συγκρότημα λαϊκών οργάνων, έναν βαρύτονο και έναν αφηγητή. Ο συνθέτης συνέχισε όμως να εργάζεται πάνω στο έργο ώσπου αυτό να πάρει την τελική του μορφή.
«Η μουσική», κατά τον Αριστοτέλη, «δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εντονότερη απόλαυση της ποίησης». Βεβαίως, όπως επισημαίνει ο συνθέτης και μουσικολόγος Γιώργος Παπαδάκης, στην ελληνική αρχαιότητα δεν υπήρχε ποιητικός λόγος δίχως μουσική, ούτε μουσική χωρίς ποίηση, αλλά πάντως η μουσική ήταν ένα δευτερεύον στοιχείο, υποχρεωμένο να υπηρετεί τις επιταγές του λόγου.
* Ψυχικός
δεσμός
Πολλές φορές έλληνες μουσικοί προσέγγισαν ξένη ποίηση μελοποιώντας την είτε μεταφρασμένη είτε στο πρωτότυπό της, στην ξένη γλώσσα. Στη δεύτερη κυρίως περίπτωση η προσέγγισή τους παρουσιάζει ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, μια και έχουν να αντιμετωπίσουν, περισσότερο από την πρώτη το ζήτημα του χειρισμού στοιχείων που ονομάζονται ηχολογία και μορφολογία της γλώσσας και που έχουν μουσική υπόσταση. Ο ποιητικός λόγος δεν είναι, όπως γενικά η γλώσσα, όργανο με το οποίο πραγματοποιείται η συνεννόηση, αλλά μεταξύ άλλων μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται στενότερος ψυχικός δεσμός ανάμεσα στους ανθρώπους. Οι λέξεις και στη γλώσσα, αλλά περισσότερο στην ποίηση δεν είναι απλά σύμβολα ιδεών και πραγμάτων αλλά ηχητικά αντικείμενα που ενεργούν και βοηθούν να εκδηλωθεί στην ομιλία και η ενέργεια της ιδιότητας του εκφραστικού στοιχείου που είναι απαραίτητο και δίνει ζωή και δύναμη στον λόγο.
Οπως εξηγεί ο Γ. Παπαδάκης, «το εκφραστικό στοιχείο της γλώσσας ποικίλλει ανάλογα με τη διαφορετική ηχολογία και το διαφορετικό τυπικό, ανάμεσα όχι μόνο σε διαφορετικές γλώσσες αλλά ακόμη και στις διαφορές που υπάρχουν (εποχές, ιδιώματα, διάλεκτοι) μέσα στην ίδια γλώσσα. Πρόκειται για μια ιδιότητα που σχετίζεται με την αισθητική αντίληψη των ανθρώπων, ακριβώς όπως το εκφραστικό στοιχείο που περιέχεται στη μουσική, και που είναι άλλοτε ελκυστικό και άλλοτε απωθητικό. Το γλωσσικό αυτό στοιχείο της έκφρασης που σχετίζεται με την αισθητική φανερώνει ότι η κάθε γλώσσα εμπεριέχει “εκ κατασκευής” και ένα πνεύμα τέχνης και επομένως υπάρχει κάποιο όριο μέσα στο οποίο μια γλώσσα μπορεί να είναι και τέχνη».
* Διείσδυση
στη γλώσσα
Από αυτή την άποψη η μελοποίηση σε μια ξένη γλώσσα αποτελεί μείζον πρόβλημα, αν βεβαίως δεχτούμε ότι ο μελοποιός δεν αρκείται σε μια απλή διεκπεραίωση, αλλά επιχειρεί να εισδύσει στον δαιδαλώδη ηχητικό κόσμο της ξένης γλώσσας και μάλιστα με μεταφραστική (από μουσική άποψη) διάθεση. «Δεν θα φανταζόμουν», λέει ο Γ. Παπαδάκης, «λ.χ., έλληνα μουσικό, που δεν γνωρίζει όπως περίπου τη μητρική του γλώσσα τα γερμανικά και που δεν έχει περάσει τη μισή τουλάχιστον ζωή του στη Γερμανία, να επιχειρήσει μελοποίηση Μπρεχτ στα γερμανικά! Αλλά και ευπρεπείς εν γένει και διάσημες εργασίες, όπως για παράδειγμα το “Κάντο Χενεράλ” του Θεοδωράκη σε ποίηση Νερούδα, που παρ’ ότι περιλαμβάνει σπουδαία μουσικά μέρη και έχει μελωδικό και ρυθμικό πλούτο, ικανό να συγκινήσει κάθε καλοπροαίρετο ακροατή, εν τούτοις δεν έγινε κατανοητό, όπως λ.χ. το “Αξιον Εστί” στην Ελλάδα, ούτε βέβαια στη Χιλή, παρά τα λατινοαμερικάνικα ρυθμικά και ενορχηστρωτικά στοιχεία του».
Οταν η ελληνική μουσική συναντά την ξένη ποίηση η δισκογραφία αποκτά δίσκους ρεπερτορίου. Οταν ο Θάνος Μικρούτσικος «συνάντησε» τον Χικμέτ και τον Μπίρμαν έγραψε τα «Πολιτικά τραγούδια» που εξέδωσε το 1975. Το ’76 μελοποίησε τέσσερα τραγούδια του Μαγιακόφσκι, τα οποία υπάρχουν στον δίσκο «Σπουδή σε ποιήματα Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι». Δύο χρόνια μετά ο Μικρούτσικος κυκλοφορεί τον δίσκο «Μουσική πράξη στον Μπρεχτ», ενώ το ’83 τραγούδια σε ποίηση Μπρεχτ υπάρχουν και στον δίσκο «Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί». Νερούδα, εκτός από τον Μίκη Θεοδωράκη («Κάντο Χενεράλ», 1975), έχουν μελοποιήσει ο Γιάννης Γλέζος («Εμιλιάνο Ζαπάτα», απόδοση στα ελληνικά Λευτέρης Παπαδόπουλος) και ο Χρήστος Γκάρτσος («Τα ερωτικά», απόδοση Λ. Παπαδόπουλος). Σε διαφορετικές μελοποιήσεις παρουσιάζεται στη δισκογραφία και ο Πολ Ελυάρ: το 1980 από τη Νένα Βενετσάνου και το ’84 από τον Νότη Μαυρουδή. Χικμέτ έχει επίσης μελοποιήσει ο Μάνος Λοΐζος («Γράμματα στην αγαπημένη», ’83). Ο Νίκος Ξυδάκης μελοποίησε Χάινε, οι «Τερμίτες» Μπουκόφσκι και οι «Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω» Ομάρ Καγιάμ.
* Ο «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» του Σταύρου Ξαρχάκου, υπό τη διεύθυνση του ίδιου, θα παρουσιαστεί στην ισπανική γλώσσα με ελληνικούς υπέρτιτλους στο Μέγαρο Μουσικής την Τρίτη, την Τετάρτη, το Σάββατο και την ερχόμενη Κυριακή, 9 μ.μ. Σκηνοθεσία του Πιερ Ζουρντάν και σκηνικά – κοστούμια του Νταντό. Ερμηνεύει η ορχήστρα Χαρμόνια Νόβα και η χορωδία Φονς Μουζικάλις. Σολίστ είναι η μεσόφωνος Λουσίλ Βινιόν, οι κιθαρίστες Χοσέ Μαρία Γκαγιάρντο ντελ Ρέι και Ανιέλο Ντεζιντέριο, και η ηθοποιός Ιζαμπέλ Αγιουκάρ.
