Καιρός να συνέλθουμε

Καιρός να συνέλθουμε Γεωργίος Ι. Ράλλης ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ πολυήμερες αγροτικές κινητοποιήσεις, καθώς και οι «δυναμικές» αντιδράσεις ορισμένων άλλων επαγγελματικών τάξεων, απέδειξαν για μία ακόμη φορά όχι μόνο την απουσία οργανωμένου και σοβαρού κράτους, που να λειτουργεί αποτελεσματικά για την προστασία των συμφερόντων του τόπου και του λαού, αλλά και την ανευθυνότητα του συνόλου σχεδόν του πολιτικού κόσμου

ΤΟ ΒΗΜΑ

ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ πολυήμερες αγροτικές κινητοποιήσεις, καθώς και οι «δυναμικές» αντιδράσεις ορισμένων άλλων επαγγελματικών τάξεων, απέδειξαν για μία ακόμη φορά όχι μόνο την απουσία οργανωμένου και σοβαρού κράτους, που να λειτουργεί αποτελεσματικά για την προστασία των συμφερόντων του τόπου και του λαού, αλλά και την ανευθυνότητα του συνόλου σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας, καθώς και τη γενικότερη νοοτροπία με την οποία γίνεται η προσέγγιση των προβλημάτων στον τόπο μας. Οι αγρότες μας, στη συντριπτική τους πλειοψηφία θύματα της άγνοιάς τους ­ με ευθύνη των αρμόδιων κρατικών οργάνων ­ και της δημοκοπικής πολιτικής των κυβερνήσεων της τελευταίας δεκαπενταετίας, απέκλεισαν τους εθνικούς δρόμους και επί ένα εικοσαήμερο ταλαιπώρησαν σοβαρά άλλες τάξεις συμπολιτών μας, προκαλώντας οικονομικό κόστος 200 δισεκατομμυρίων δραχμών περίπου και καταφέροντας ένα ακόμη πλήγμα στην ήδη ετοιμόρροπη και παραπαίουσα εθνική μας οικονομία.


Αυτά, βέβαια, θα είχαν αποφευχθεί αν ο αγροτικός κόσμος είχε ενημερωθεί έγκαιρα και σωστά για τον χαρακτήρα, το ύψος και τη διάρκεια των κοινοτικών επιδοτήσεων σε συνδυασμό με την ανάγκη αναδιαρθρώσεως των καλλιεργειών τους και με την ταυτόχρονη σαφή και κατηγορηματική επισήμανση ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν αποτελεί ένα διαρκές «κέρας της Αμαλθείας», γι’ αυτό και θα πρέπει να καταλάβουν οι επιδοτούμενοι πως πρέπει να γίνουν κάποτε αυτάρκεις και αυτοδύναμοι. Οχι μόνο τίποτε δεν έγινε προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά καθ’ όλο το εικοσαήμερο διάστημα η κυβέρνηση επιχείρησε, χλιαρά και ανεπιτυχώς, να τους κατευνάσει, η αντιπολίτευση συμπαραστάθηκε πλήρως και ενθαρρυντικά στις κινητοποιήσεις και το κράτος αποκάλυψε την απαράδεκτη και ανησυχητική αρρυθμία της λειτουργίας του. Ούτε οι εισαγγελικές ούτε οι αστυνομικές αρχές έκαμαν σωστά τη δουλειά τους μπροστά σε μια τόσο σοβαρή και προκλητική παράβαση του κοινού ποινικού δικαίου, όπως ήταν η παρατεταμένη παρακώλυση των χερσαίων συγκοινωνιών με τα μπλόκα και σε μικρότερη κλίμακα των θαλάσσιων συγκοινωνιών με την απεργία των λιμενεργατών. Αλλά και εδώ στην πρωτεύουσα, καταλήψεις κτιρίων, συχνές πορείες στους αθηναϊκούς δρόμους, φθορές δημόσιας περιουσίας, καταστροφές καταστημάτων και ποικίλοι βανδαλισμοί από ολιγάριθμες ομάδες ατόμων είναι συνήθη φαινόμενα. Πολύ συχνά 200-300 άτομα καταλαμβάνουν, αυθαίρετα και για ασήμαντο λόγο, το οδόστρωμα κεντρικών οδών της Αθήνας και αναστατώνουν το κέντρο της πόλεως, ταλαιπωρώντας πεζούς και εποχουμένους επί πολλές ώρες. Ούτε ο εισαγγελέας επεμβαίνει ούτε η αστυνομία τούς υποδεικνύει ­ πολύ περισσότερο αποφεύγει να τους επιβάλει ­ να πορεύονται μόνο στα πεζοδρόμια.


Οι δημόσιες υπηρεσίες όχι μόνο δεν παράγουν το έργο για το οποίο πληρώνονται από τον λαό να επιτελούν, αλλά έχουν μεταβληθεί ­ με ελάχιστες εξαιρέσεις ­ σε πρυτανεία σιτίσεως πληθώρας άχρηστων και ανίκανων υπαλλήλων, ο αριθμός των οποίων συνεχώς αυξάνεται παρά τις περί του αντιθέτου εξαγγελίες των εκάστοτε κυβερνώντων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ­ τουλάχιστο την τελευταία εξαετία ­ ανακοινώνονται σχετικά περιοριστικά μέτρα, οι προσλήψεις αυξάνονται και πληθύνονται, με αποτέλεσμα οι έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι να αποτελούν το 15,1% του συνόλου του εργατικού δυναμικού της χώρας, όταν στην Ιαπωνία η σχετική αναλογία είναι 6,0%! Μιλούν όλοι για αποδοτική λειτουργία του κράτους, όμως η μεγάλη πλειοψηφία των θεμάτων που απασχολούν τα υπουργεία μας, ενώ θα μπορούσαν να αντιμετωπίζονται και να επιλύονται μέσα σε μία εβδομάδα το αργότερο, καρκινοβατούν επί μήνες ή και χρόνια, λόγω των αναχρονιστικών γραφειοκρατικών διαδικασιών, της κακής οργανώσεως και κυρίως της αδυναμίας ή της αδιαφορίας των υπουργών να ελέγξουν τη λειτουργία των τομέων τους και του προσωπικού που υπηρετεί σ’ αυτούς.


Εχω σχετικά πρόσφατη προσωπική εμπειρία αυτών των φαινομένων από την ενασχόλησή μου με θέματα της Κέρκυρας, με ορισμένα από τα οποία εξακολουθώ να ασχολούμαι και σήμερα, γιατί, ενώ δρομολογήθηκαν από τον καιρό που ήμουν βουλευτής του νησιού (Νοέμβριος 1989 – Μάρτιος 1993), ακόμη δεν έχουν διεκπεραιωθεί. Οι περισσότεροι υπουργοί, αντί να παρακολουθούν και να ελέγχουν την υπηρεσιακή δράση και το έργο των υπηρεσιών και των υπαλλήλων του τομέα τους, ασχολούνται κυρίως με την προσωπική προβολή τους από τον Τύπο και τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημερώσεως.


Κατά τη συζήτηση στη Βουλή του φετινού προϋπολογισμού, τονίστηκε η ανάγκη λήψεως δραστικών περιοριστικών μέτρων στον δημοσιονομικό τομέα, εν όψει μάλιστα και του ορθού μεν ­ αλλά πολύ αμφίβολου, όπως πάμε ­ στόχου της εντάξεως της Ελλάδος, έστω κατά την τρίτη φάση, στο σύστημα της Οικονομικής και Νομισματικής Ενώσεως (ΟΝΕ) των χωρών της Ε.Ε. Φοβάμαι, όμως, ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση, μιλώντας για την ανάγκη περιορισμών και λιτότητας, εννοούν ότι αυτά τα μέτρα αφορούν μόνο τους έλληνες πολίτες και όχι τον αδηφάγο κρατικό μηχανισμό. Τα τελευταία 15 χρόνια, ούτε το ΠαΣοΚ ούτε η Νέα Δημοκρατία ­ είτε ως κυβέρνηση είτε ως αντιπολίτευση ­ αντιμετώπισαν σοβαρά και υπεύθυνα το μεγάλο θέμα μειώσεως των κρατικών δαπανών, με αποτέλεσμα σήμερα το μεν δημόσιο χρέος της χώρας να έχει φτάσει στο 113% περίπου, το δε δημοσιονομικό έλλειμμα να κυμαίνεται στο 8% περίπου του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος.


Αυτή η κακή εξέλιξη, που αποτελεί συνέπεια της εγγενούς αρρυθμίας και αδυναμίας του κράτους να βελτιώσει τη λειτουργία του και να νοικοκυρέψει τα οικονομικά του, εμποδίζει εξακολουθητικά την απορροφητικότητα των διατιθέμενων κοινοτικών κονδυλίων για τα δημόσια έργα, που καθυστερούν απαράδεκτα επί πολλά χρόνια, εκθέτει τη χώρα στην Ε.Ε. και προπαντός αναστέλλει κάθε προσπάθεια για την τόσο αναγκαία ανάπτυξη του τόπου μας. Προχειρότητα στη σύνταξη των σχετικών μελετών, αδυναμία επιβλέψεως και ασκήσεως του επιβαλλόμενου ελέγχου κατά την εκτέλεση των έργων, σοβαρές υπερβάσεις του αρχικού προϋπολογισμού του κατασκευαστικού κόστους, τεράστιες χρονικές αποκλίσεις από τις ημερομηνίες τερματισμού τους και αλλεπάλληλες αλλαγές του αρχικού σχεδιασμού, χωρίς καν να ερωτηθούν οι ειδικοί μελετητές, όλα αυτά αποτελούν εγκληματική τακτική, που έχει ως συνέπεια την κατασπατάληση τεράστιων κονδυλίων, την απώλεια πολύτιμου χρόνου και τη δημιουργία πνεύματος δυσπιστίας και δυσμενούς κλίματος στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως έναντι της Ελλάδος.


Πολλά είναι τα σχετικά παραδείγματα. Κλασική περίπτωση αποτελεί το αεροδρόμιο των Σπάτων, με την έως σήμερα εικοσαετή καθυστέρηση κατασκευής του οποίου η Αθήνα έχασε, οριστικώς, τη μοναδική ευκαιρία να εξελιχθεί σε διεθνή κόμβο αεροσυγκοινωνιών ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας ­ εξέλιξη που θα είχε σημαντικότατες ευεργετικές συνέπειες στην οικονομία της χώρας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η αποτίμηση σε χρήμα αυτής της ζημίας δεν είναι δυνατόν να γίνει, βάσιμα όμως μπορεί να υποστηριχθεί ότι ανέρχεται σε πολλά δισεκατομμύρια ετησίως. Η κατάργηση των δρομολογίων της TWA, προς την Αθήνα, και οι συρρικνώσεις των δρομολογίων άλλων αεροπορικών ετειρειών, που αναγγέλθηκαν την Παρασκευή, πολλαπλασιάζουν τη ζημία που υφίσταται η Ελλάδα εξαιτίας της 20ετούς καθυστερήσεως λειτουργίας του αεροδρομίου Σπάτων.


Ενας άλλος πρωταρχικής σπουδαιότητας τομέας, στον οποίο αποκαλύπτεται η προχειρότητα, η έλλειψη σοβαρότητας και η ανευθυνότητα των ενεργειών και των χειρισμών μας ως χώρας, είναι εκείνος της εξωτερικής πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια η χάραξη της εξωτερικής μας πολιτικής έγινε, πολλές φορές, κατά τρόπο επιπόλαιο και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα εθνικά μας συμφέροντα. Γίνεται συνεχώς λόγος για εθνική ομοψυχία, κατά κανόνα, όμως, οι κυβερνητικές ενέργειες αποβλέπουν στην αποφυγή του πολιτικού κόστους, ενώ τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως επιχειρούν να διαβάλλουν ως ασύμφορη ή και προδοτική κάθε κυβερνητική απόφαση.


Από το τέλος της δεκαετίας του 1970, καλλιεργήθηκε συστηματικά, κατά διαστήματα, η αντίθεση προς το ΝΑΤΟ, την ΕΟΚ και τις ΗΠΑ, ενώ ήταν φανερό ότι η συνδρομή αυτών των συμμάχων και φίλων μας ήταν αναγκαία για να επιτευχθούν οι εθνικοί μας στόχοι. Με επιπολαιότητα, μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 1981, χαράχτηκε η πολιτική μας έναντι της Τουρκίας και φτάσαμε, από την πλήρη άρνηση κάθε διαλόγου, στη συνάντηση των πρωθυπουργών Ελλάδος και Τουρκίας στο Νταβός και στη συνέχεια σημειώθηκε νέα ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, την οποία διαδέχτηκε, χωρίς την απαιτούμενη προπαρασκευή, το Νταβός 2. Μετά το Νταβός 2, υιοθετήθηκε και πάλι η αρνητική στάση και, βέβαια, όλοι αυτοί οι χειρισμοί έγιναν από συμβούλους «αλεξιπτωτιστές – κομμάντος», χωρίς να ερωτηθούν οι επαγγελματίες διπλωμάτες.


Στη διαφορά μας με τα Σκόπια, εξάλλου, επικράτησε ο λαϊκισμός και η προσπάθεια αποφυγής του πολιτικού κόστους, με αποτέλεσμα να έχει επιτύχει η γειτονική μας χώρα να επιβάλλει, σχεδόν στο σύνολο, την παράλογη και ανιστόρητη αξίωσή της ως προς το όνομα του κρατιδίου.


Σε επιπόλαιη προσπάθεια εντυπωσιασμού του ελληνικού λαού και των Ελλήνων της Κύπρου, νομίζω ότι, οφείλεται η πανηγυρική εξαγγελία του δόγματος για τον ενιαίο αμυντικό χώρο. Αθόρυβα, σε συνεννόηση με τη Λευκωσία, θα έπρεπε να εκπονηθεί σχέδιο επιτελικής συνεργασίας Ελλάδος και Κύπρου σε όλες τις λεπτομέρειες, που θα περιλάμβανε, βέβαια, και σχέδιο κοινής αμυντικής δράσεως, στην περίπτωση που η Τουρκία θα εκδήλωνε πρόθεση επιθετικής ενέργειας στην περιοχή. Οι τυμπανοκρουσίες για τον Ε.Α.Χ. ασφαλώς δεν λειτούργησαν αποτελεσματικά έναντι της Τουρκίας· αντίθετα, την παρακίνησαν να προετοιμαστεί στρατιωτικά καλύτερα, ενώ της επιτρέπουν να εκμεταλλευτεί προπαγανδιστικά την εξαγγελία του δόγματος. Την απαράδεκτη αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων επιδεινώνουν τα Μ.Μ.Ε., χαρακτηρίζοντας ορισμένες άστοχες ενέργειες ως «ηρωικές» και αφήνοντας, κατά καιρούς, αιχμές για προδοτικές δήθεν διαθέσεις.


Για να αντιμετωπισθούν με επιτυχία τα θέματα του Αιγαίου και της Κύπρου στο άμεσο μέλλον, θα πρέπει:


1) Να παύσει μια μερίδα του ΠαΣοΚ να υπολογίζει σε κάθε περίπτωση το πολιτικό κόστος και να εναντιώνεται, λόγω αυτού, στις κυβερνητικές αποφάσεις. Να εμπεδωθεί στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως η αντίληψη ότι η μη εξεύρεση λύσεως κατά τις διαπραγματεύσεις ­ που φαίνεται ότι θα αρχίσουν ­ δεν ζημιώνει τόσο την κυβέρνηση όσο τον τόπο.


2) Αθήνα και Λευκωσία να έχουν συμφωνήσει στην τακτική και τη στρατηγική που θα ακολουθήσουμε κατά τις διαπραγματεύσεις και να υπάρξει ­ αντίθετα από ό,τι επανειλημμένα έχει συμβεί στο παρελθόν ­ πραγματική και ειλικρινής συνεννόηση μεταξύ των δύο Κέντρων.


3) Να αντιληφθούμε πως η εκ μέρους μας απόρριψη κάθε τουρκικής απαιτήσεως δεν αρκεί για να πεισθούν οι τρίτοι, αλλά και οι ελάχιστοι, έστω, καλής πίστεως επιφανείς Τούρκοι, ότι επιθυμούμε ειλικρινώς να τεθεί τέρμα στην ελληνοτουρκική διαμάχη. Και αυτό δεν είναι μόνο προς το συμφέρον της Ελλάδος και της Κύπρου, αλλά και ­ ίσως κυρίως ­ προς το συμφέρον της Τουρκίας, γιατί αφενός μεν θα την διευκολύνει να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ενωση και αφετέρου θα της επιτρέψει ανενόχλητα να αντιμετωπίσει τα άλλα μεγάλα σοβαρά της προβλήματα, όπως τις εκκρεμότητες στα ανατολικά της σύνορα και την πολύ επικίνδυνη για το μέλλον της χώρας κατάσταση της τουρκικής οικονομίας.


Αλλά και σε θέματα μικρότερης σημασίας, που δεν απαιτούν τόσο εμβριθείς μελέτες και η λύση τους δεν είναι εξαιρετικά δύσκολη, ακόμη και εκεί φαίνεται η μεγάλη αδυναμία του κράτους να προχωρήσει με γρήγορους ρυθμούς και με σοβαρότητα στην αντιμετώπισή τους. Θα επισημάνω πρόχειρα και εντελώς ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις:


Η μια αναφέρεται στη στέγαση των Γενικών Αρχείων του Κράτους, για την οποία ο αείμνηστος Μποδοσάκης έχει δωρήσει, από το 1976, στο ελληνικό Δημόσιο ένα θαυμάσιο κτίριο στο Ψυχικό. Εχουν περάσει 21 χρόνια από τότε και δεν έχουν γίνει ακόμη οι αναγκαίες επισκευαστικές και διαμορφωτικές εργασίες, ώστε το κτίριο αυτό να είναι σήμερα σε θέση να εκπληρώσει τον σκοπό της δωρεάς, ενώ τα πολύτιμα εθνικά μας αρχεία καταστρέφονται με την πάροδο του χρόνου, «ατάκτως ερριμμένα» και δύσχρηστα σε ακατάλληλους χώρους.


Η άλλη έχει σχέση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, που και αυτή είναι βέβαια εντεταγμένη στο κράτος και αποτελεί μια άλλη έκφρασή του, τοπικού χαρακτήρα. Εδώ και αρκετό καιρό, σοβαρό θέμα έχει ανακύψει σχετικά με τους χώρους αποκομιδής των απορριμμάτων της πρωτεύουσας. Μελέτες επί μελετών, συνεννοήσεις και συσκέψεις των δημοτικών αρχόντων με τους αρμοδίους του ΥΠΕΧΩΔΕ και τους υπευθύνους υπουργούς όχι μόνο δεν έχουν καταλήξει σε οριστική λύση, αλλά έχουν προκαλέσει εξεγέρσεις των κατοίκων των περιοχών που εκάστοτε προτείνονται ως κατάλληλες για την αποκομιδή, οι οποίοι, με επικεφαλής τους δημάρχους, απειλούν ότι θα προβούν σε «δυναμικές» ενέργειες, ακόμη και αιματηρές(!), αν επιχειρηθεί λύση που δεν την εγκρίνουν. Είτε η προχειρότητα των μελετών είτε η αδυναμία του κράτους είτε και τα δύο μαζί, έχουν οξύνει την κατάσταση και το πρόβλημα διαιωνίζεται και περιπλέκεται καθώς περνάει «άπρακτος» ο καιρός. Και στην περίπτωση αυτή, πάντως, αποκαλύπτεται η ανικανότητα του κράτους να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το θέμα, πείθοντας με το κύρος του, την αυξημένη εξουσία του και προπαντός με τη σοβαρότητα και την ορθότητα των επιλογών του τους τοπικούς άρχοντες και τους πολίτες να συνεργαστούν μαζί του για τη λήψη των ορθών αποφάσεων.


Η εντελώς ενδεικτική και απλώς δειγματοληπτική επισήμανση των προαναφερθέντων παραδειγμάτων προκαλεί πολύ απογοητευτικές σκέψεις για το μέλλον της πατρίδας μας. Η ευθύνη, ανάλογα επιμεριζόμενη, βαρύνει όλους ­ κυβερνώντες, αντιπολιτευομένους και πολίτες ­ γιατί όλοι την Ελλάδα έχουμε πατρίδα και γι’ αυτήν έχουμε χρέος να αγωνιζόμαστε.


Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο τόπος μας βρίσκεται σε δραματική κατάσταση και ότι, αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία, με μαθηματική ακρίβεια, θα οδηγηθούμε οριστικώς στο περιθώριο των εξελίξεων· και, αν αυτό συμβεί, δεν θα είναι δυνατόν να μας σώσει ούτε η Ενωμένη Ευρώπη ούτε η διεθνής κοινότητα.τώπιση των εθνικών θεμάτων επιδεινώνουν τα Μ.Μ.Ε., χαρακτηρίζοντας ορισμένες άστοχες ενέργειες ως «ηρωικές» και αφήνοντας, κατά καιρούς, αιχμές για προδοτικές δήθεν διαθέσεις.


Για να αντιμετωπισθούν με επιτυχία τα θέματα του Αιγαίου και της Κύπρου στο άμεσο μέλλον, θα πρέπει:


1) Να παύσει μια μερίδα του ΠαΣοΚ να υπολογίζει σε κάθε περίπτωση το πολιτικό κόστος και να εναντιώνεται, λόγω αυτού, στις κυβερνητικές αποφάσεις. Να εμπεδωθεί στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως η αντίληψη ότι η μη εξεύρεση λύσεως κατά τις διαπραγματεύσεις ­ που φαίνεται ότι θα αρχίσουν ­ δεν ζημιώνει τόσο την κυβέρνηση όσο τον τόπο.


2) Αθήνα και Λευκωσία να έχουν συμφωνήσει στην τακτική και τη στρατηγική που θα ακολουθήσουμε κατά τις διαπραγματεύσεις και να υπάρξει ­ αντίθετα από ό,τι επανειλημμένα έχει συμβεί στο παρελθόν ­ πραγματική και ειλικρινής συνεννόηση μεταξύ των δύο Κέντρων.


3) Να αντιληφθούμε πως η εκ μέρους μας απόρριψη κάθε τουρκικής απαιτήσεως δεν αρκεί για να πεισθούν οι τρίτοι, αλλά και οι ελάχιστοι, έστω, καλής πίστεως επιφανείς Τούρκοι, ότι επιθυμούμε ειλικρινώς να τεθεί τέρμα στην ελληνοτουρκική διαμάχη. Και αυτό δεν είναι μόνο προς το συμφέρον της Ελλάδος και της Κύπρου, αλλά και ­ ίσως κυρίως ­ προς το συμφέρον της Τουρκίας, γιατί αφενός μεν θα την διευκολύνει να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ενωση και αφετέρου θα της επιτρέψει ανενόχλητα να αντιμετωπίσει τα άλλα μεγάλα σοβαρά της προβλήματα, όπως τις εκκρεμότητες στα ανατολικά της σύνορα και την πολύ επικίνδυνη για το μέλλον της χώρας κατάσταση της τουρκικής οικονομίας.


Αλλά και σε θέματα μικρότερης σημασίας, που δεν απαιτούν τόσο εμβριθείς μελέτες και η λύση τους δεν είναι εξαιρετικά δύσκολη, ακόμη και εκεί φαίνεται η μεγάλη αδυναμία του κράτους να προχωρήσει με γρήγορους ρυθμούς και με σοβαρότητα στην αντιμετώπισή τους. Θα επισημάνω πρόχειρα και εντελώς ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις:


Η μια αναφέρεται στη στέγαση των Γενικών Αρχείων του Κράτους, για την οποία ο αείμνηστος Μποδοσάκης έχει δωρήσει, από το 1976, στο ελληνικό Δημόσιο ένα θαυμάσιο κτίριο στο Ψυχικό. Εχουν περάσει 21 χρόνια από τότε και δεν έχουν γίνει ακόμη οι αναγκαίες επισκευαστικές και διαμορφωτικές εργασίες, ώστε το κτίριο αυτό να είναι σήμερα σε θέση να εκπληρώσει τον σκοπό της δωρεάς, ενώ τα πολύτιμα εθνικά μας αρχεία καταστρέφονται με την πάροδο του χρόνου, «ατάκτως ερριμμένα» και δύσχρηστα σε ακατάλληλους χώρους.


Η άλλη έχει σχέση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, που και αυτή είναι βέβαια εντεταγμένη στο κράτος και αποτελεί μια άλλη έκφρασή του, τοπικού χαρακτήρα. Εδώ και αρκετό καιρό, σοβαρό θέμα έχει ανακύψει σχετικά με τους χώρους αποκομιδής των απορριμμάτων της πρωτεύουσας. Μελέτες επί μελετών, συνεννοήσεις και συσκέψεις των δημοτικών αρχόντων με τους αρμοδίους του ΥΠΕΧΩΔΕ και τους υπευθύνους υπουργούς όχι μόνο δεν έχουν καταλήξει σε οριστική λύση, αλλά έχουν προκαλέσει εξεγέρσεις των κατοίκων των περιοχών που εκάστοτε προτείνονται ως κατάλληλες για την αποκομιδή, οι οποίοι, με επικεφαλής τους δημάρχους, απειλούν ότι θα προβούν σε «δυναμικές» ενέργειες, ακόμη και αιματηρές(!), αν επιχειρηθεί λύση που δεν την εγκρίνουν. Είτε η προχειρότητα των μελετών είτε η αδυναμία του κράτους είτε και τα δύο μαζί, έχουν οξύνει την κατάσταση και το πρόβλημα διαιωνίζεται και περιπλέκεται καθώς περνάει «άπρακτος» ο καιρός. Και στην περίπτωση αυτή, πάντως, αποκαλύπτεται η ανικανότητα του κράτους να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το θέμα, πείθοντας με το κύρος του, την αυξημένη εξουσία του και προπαντός με τη σοβαρότητα και την ορθότητα των επιλογών του τους τοπικούς άρχοντες και τους πολίτες να συνεργαστούν μαζί του για τη λήψη των ορθών αποφάσεων.


Η εντελώς ενδεικτική και απλώς δειγματοληπτική επισήμανση των προαναφερθέντων παραδειγμάτων προκαλεί πολύ απογοητευτικές σκέψεις για το μέλλον της πατρίδας μας. Η ευθύνη, ανάλογα επιμεριζόμενη, βαρύνει όλους ­ κυβερνώντες, αντιπολιτευομένους και πολίτες ­ γιατί όλοι την Ελλάδα έχουμε πατρίδα και γι’ αυτήν έχουμε χρέος να αγωνιζόμαστε.


Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο τόπος μας βρίσκεται σε δραματική κατάσταση και ότι, αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία, με μαθηματική ακρίβεια, θα οδηγηθούμε οριστικώς στο περιθώριο των εξελίξεων· και, αν αυτό συμβεί, δεν θα είναι δυνατόν να μας σώσει ούτε η Ενωμένη Ευρώπη ούτε η διεθνής κοινότητα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version