Η Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα, η οποία υπεγράφη το 1992 στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Διάσκεψης για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη στο Ρίο Ιανέιρο, έθεσε για πρώτη φορά το πρόβλημα της εξελισσόμενης μείωσης των ειδών που κατοικούν στον πλανήτη ως ζητούμενο πολιτικό και οικονομικό. Η προστασία της ποικιλίας όλων των μορφών ζωής επάνω στη Γη θεωρήθηκε τότε σκόπιμο να αναχθεί σε ζήτημα διεθνούς δικαίου καθώς οι επιστημονικές αλλά και πολιτικοοικονομικές επιπτώσεις του ήταν σαφές ότι επρόκειτο να επηρεάσουν ολόκληρο τον πλανήτη.
Η απώλεια της βιοποικιλότητας αναγνωρίζεται σήμερα ως ένα από τα μεγαλύτερα αν όχι το μεγαλύτερο προβλήματα της νέας χιλιετίας. Η προοδευτική μείωση των ειδών θα οδηγήσει, σύμφωνα με τους επιστήμονες, σε αύξηση των λοιμωδών νόσων και σε μείωση των πιθανοτήτων εύρεσης νέων φαρμάκων και ιατρικών μοντέλων (πειραματόζωων). Ο ρυθμός της σημερινής απώλειας της βιοποικιλότητας είναι τέτοιος που απειλείται η βιωσιμότητα του ίδιου μας του είδους από τη διακοπή ζωτικών οικολογικών διαδικασιών. Το 1/4 των ειδών του πλανήτη απειλείται σήμερα με εξαφάνιση, ενώ υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο χάνονται περίπου 26.000 από τα γνωστά είδη.
Για ποιον λόγο είναι μεγίστης σημασίας η διαφύλαξη της βιοποικιλότητας και κυρίως γιατί ο άνθρωπος, ως εκπρόσωπος του πλανήτη, οφείλει να τεθεί ενώπιον των ευθυνών του και να αγωνισθεί για τη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας; Στα παραπάνω ερωτήματα επεχείρησαν να δώσουν απαντήσεις την περασμένη Πέμπτη οι επιστήμονες οι οποίοι συμμετείχαν σε ημερίδα που διοργάνωσαν η Γαλλική Πρεσβεία στην Ελλάδα και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών σε συνεργασία με «Το Βήμα», στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων «Η επιστήμη και ο 21ος αιώνας».
Οι κκ. Robert Barbault, διευθυντής του Ινστιτούτου Βασικής και Εφηρμοσμένης Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, Jacques Weber, οικονομολόγος και διευθυντής έρευνας στο Ινστιτούτο Ερευνών για την Ανάπτυξη, στο Παρίσι, Κωνσταντίνος Κριμπάς, καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Ανδρέας Τρούμπης, καθηγητής Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, συμμετείχαν σε στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Η παγκόσμια λεηλασία: Η βιοποικιλότητα υπό απειλή». Τη συζήτηση συντόνισε ο επίκουρος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Λεωνίδας Λουλούδης.
«Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα ο άνθρωπος εμφανίζεται ως πρωταγωνιστής της βιόσφαιρας, ένας εισβολέας ο οποίος λεηλατεί τις ίδιες τις πηγές του, απειλεί με εξαφάνιση έναν μεγάλο αριθμό άλλων ειδών και επηρεάζει το κλίμα του πλανήτη. Αυτή η “οικολογική επιτυχία” του Homo Sapiens, με την οποία βάλθηκε να μετατρέψει τον πλανήτη σε δική του οικολογική γωνιά, τον θέτει σήμερα ενώπιον των ευθυνών του. Μια πρόκληση, η οποία μέσα σε αυτήν την επικίνδυνη κατάσταση μπορεί να γεννήσει μια ελπίδα: μια ελπίδα για την αναγέννηση του ανθρωπισμού.
Πραγματικά στα τέλη του 20ού αιώνα, για πρώτη φορά στην ιστορία του, το είδος μας συνειδητοποιεί τον ρόλο του ως εκπροσώπου του πλανήτη, ως παράγοντα γεωλογικού θα μπορούσε κανείς να πει. Εκτιμάται ότι το 40% της επιφάνειας της Γης έχει μεταλλαχθεί από τον άνθρωπο. Πιο συγκεκριμένα η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχει αυξηθεί κατά 30% από τις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης· οι ανθρώπινες δραστηριότητες, γεωργικές και βιομηχανικές, συμβάλλουν στην αύξηση του αζώτου στην ατμόσφαιρα· το μεγαλύτερο ποσοστό γλυκών νερών χρησιμοποιείται για τις ανάγκες των ανθρώπων και ειδικότερα για τη γεωργία· η βιοποικιλότητα αποτελεί το αντικείμενο μιας από τις μεγαλύτερες καταστροφές στον πλανήτη.
Με την αυξανόμενη μονοπώληση των ειδών και των πηγών της βιόσφαιρας, με την καταστροφή του περιβάλλοντος, προκαλούμε την εξαφάνιση πολλών ειδών. Ποια είναι η σημασία του γεγονότος αυτού;
Σε αυτή την ερώτηση μπορούμε να δώσουμε τρεις απαντήσεις: μία οικονομική, μία οικολογική και μία ηθική. Οσον αφορά την πρώτη, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα είδη τα οποία εξαφανίζονται αντιπροσωπεύουν ενδεχομένως σημαντικές πηγές για το ανθρώπινο είδος, για τη διατροφή του, για τα φάρμακά του.
Από οικολογική άποψη επιμένουμε κυρίως στο γεγονός ότι η βιοποικιλότητα αποτελεί την αιτία της επιτυχίας της ζωής πάνω στη Γη, μια επιτυχία που διαρκεί περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια. Οι οικολόγοι έχουν υπογραμμίσει ότι όσο πιο πλούσιο σε είδη είναι ένα οικοσύστημα τόσο πιο σθεναρά ανθίσταται σε οποιονδήποτε πιθανό εισβολέα, τόσο λιγότερο επηρεάζονται τα είδη του από παθογόνους παράγοντες, τόσο ταχύτερα αποκαθίσταται μετά την αταξία.
Ωστόσο, πέρα από τις οικονομικές ή τις οικολογικές διαπιστώσεις, δεν είναι εξίσου θεμελιώδες να επικαλεσθεί κανείς ανάλογα επιχειρήματα ηθικής; Φάλαινες, ελέφαντες και άλλα μεγάλα ζώα αποτελούν τους επικεφαλής της φύσης. Η διαφύλαξη των ειδών αυτών είναι τόσο σημαντική όσο και η επιβίωση του ανθρώπινου γένους.
Στην ουσία η κρίση εξαφάνισης της βιοποικιλότητας, για την οποία είμαστε υπεύθυνοι, μας αναγκάζει να ενστερνιστούμε πλέον μια περισσότερο οικολογική άποψη για τον κόσμο στον οποίο ζούμε, έναν κόσμο αλληλεξαρτήσεων στις οποίες είμαστε και εμείς αναμεμειγμένοι, έναν κόσμο του οποίου η ισορροπία εξαρτάται από εμάς.
Η κρίση της βιοποικιλότητας καταδεικνύει την ωμή αλήθεια, τους μηχανισμούς εξαφάνισης των ειδών στους οποίους πρώτος ο άνθρωπος κατέφυγε:
* Ο άνθρωπος, ένα ζώο καταγόμενο από μια μακρά εξέλιξη, γενετικός αδελφός του χιμπαντζή και του γορίλα.
* Ο άνθρωπος, ένα είδος αλληλεξαρτώμενο από τα υπόλοιπα, για να τραφεί, να προστατευθεί από τα παράσιτα και τους λοιπούς παθογόνους παράγοντες.
* Ο άνθρωπος, μέσα στην τάση του να ξεφύγει από το ζωώδες, να αναπτύξει ανθρώπινα έργα.
Η συνειδητοποίηση της μέγιστης υπευθυνότητας, την οποία έχουμε απέναντι στις επερχόμενες γενιές για την λεηλασία του πλανήτη, νομίζω ότι δίδει στον άνθρωπο την προοπτική αναγέννησης μέσω μιας προοδευτικής δημιουργίας ενός πολιτισμού οικολογικού σε όλο τον πλανήτη. Μια πρόκληση, αλλά και μια ελπίδα ταυτόχρονα!
* Ο κ. Robert Barbault είναι διευθυντής του Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Βασικής και Εφαρμοσμένης Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού.
