ΑΒΒΑ

ΠΟΠ ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΑΒΒΑ Η ζωή μετά το Βατερλό Ξεκίνησαν με το «Waterloo» από έναν διαγωνισμό της Γιουροβίζιον το 1974 και 25 χρόνια αρνούνται να χάσουν τη μάχη. Στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου παίζεται ήδη το «Mamma Mia», ένα μιούζικαλ βασισμένο σε τραγούδια τους. Κυρίες και κύριοι, υποδεχθείτε ­ μα είναι δυνατόν; ­ τους Abba. ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ «My, my, at Waterloo Napoleon did surrender Oh yeah, and Ι have

ΑΒΒΑ

Η ζωή μετά το Βατερλό Ξεκίνησαν με το «Waterloo» από έναν διαγωνισμό της Γιουροβίζιον το 1974 και 25 χρόνια αρνούνται να χάσουν τη μάχη. Στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου παίζεται ήδη το «Mamma Mia», ένα μιούζικαλ βασισμένο σε τραγούδια τους. Κυρίες και κύριοι, υποδεχθείτε ­ μα είναι δυνατόν; ­ τους Abba.


«My, my, at Waterloo Napoleon did surrender


Oh yeah, and Ι have met my destiny in quite a similar way»


«Θεέ μου, στο Βατερλό ήταν που παραδόθηκε ο Ναπολέοντας, και ναι, κι εγώ συνάντησα το πεπρωμένο μου με τον ίδιο περίπου τρόπο» «Waterloo» («Βατερλό», Abba, 1974)



Οι Abba είναι πάνω απ’ όλα το σήμα κατατεθέν της Σουηδίας. Περισσότερο και από την Absolut, το ψάρεμα στους πάγους, τιs blood pudding (πουτίγκες αίματος), τη Volvo, τον Μπέργκμαν και τα ρεκόρ αυτοκτονιών. Το σταθερά εξαγώγιμο και εξαργυρώσιμο προϊόν της, ακόμη και σήμερα, 25 χρόνια και 350 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων αργότερα. Ενα χαζοβιόλικο ακρωνύμιο (από τα μικρά των τεσσάρων μελών του γκρουπ: Αγκνέθα, Μπένι, Μπγιορν και Ανι-Φριντ, ήτοι Φρίντα) έμελλε να στοιχειώσει το παγωμένο πάρκο της Σκανδιναβίας. Για να καταφέρει στη συνέχεια να «καπαρώσει» το πρώτο πρώτο λήμμα σε όλες, μα όλες, τις μουσικές εγκυκλοπαίδειες του πλανήτη. Μόνο οι Σουηδοί γνωρίζουν βεβαίως ότι η επωνυμία ανήκει και σε μια ντόπια κονσερβοποιία ψαριού. Αλλωστε τι ήταν οι ίδιοι οι Abba; Μια καλά συσκευασμένη ποπ κονσέρβα. Ναι, βέβαια. Μόνο που για κάποιον μυστηριώδη λόγο κανείς δεν κατάφερε ποτέ να βρει την εξωφρενικά… απλοϊκή αυτή συνταγή.


Και δεν έφτανε αυτό. Ενα τέταρτο του αιώνα έχει περάσει από εκείνη την αποφράδα ημέρα στο Μπράιτον (6η Απριλίου 1974), από τότε δηλ. που κέρδισαν τον διαγωνισμό της Γιουροβίζιον με την ήττα του Ναπολέοντα (το «Waterloo»), και η υπόθεση Abba δεν λέει να τελειώσει. Το Prince Edward Theatre του Λονδίνου φιλοξενεί το «Mamma Mia» (επίσημη πρεμιέρα μεθαύριο), ολόκληρο μιούζικαλ βασισμένο, λέει, στα τραγούδια της σουηδικής μπάντας, και εμείς δεν έχουμε παρά να αναφωνήσουμε «Mamma Mia!» μπροστά σε αυτή την κατά μέτωπο επίθεση από ένα απροκάλυπτα κιτς παρελθόν. Ακόμη και η τηλεφωνική γραμμή για την κράτηση θέσεων (δίδεται φυσικά προτεραιότητα στα απανταχού μέλη του φαν κλαμπ των Abba) φαντάζει σαν δορυφορική σύνδεση με έναν νάιλον πλανήτη που αγωνιζόμαστε ­ επί ματαίω ­ να ξεχάσουμε. Τζάμπα ο κόπος δηλαδή, διότι από το 1992, από τότε δηλαδή που ο Ντέιβιντ Χόκμαν της Polygram Music Publishing έβαλε την τζίφρα του για την έκδοση του «Abba Gold» (μια συλλογή με τα μεγαλύτερα χιτ τους), το τρομερό κουαρτέτο των 70s σαρώνει εκ νέου τα πάντα. Πλατινένιο το άλμπουμ σε Τσεχία, Πολωνία, Κορέα, Ταϊβάν, Αργεντινή. Το «Dancing Queen» (που παρουσιάστηκε πρώτη φορά ζωντανά σε ένα γκαλά της σουηδικής τηλεόρασης, τον Ιούνιο του 1976, παραμονή των γάμων του Καρόλου Γουστάβου και της Σίλβιας), σούπερ χιτ σήμερα στα κλαμπ της Βομβάης.


Το τεστ που θα σας πείσει για τη βιωσιμότητα των Abba είναι αυτό «του γονέως με το ελαφρό μειδίαμα». Δοκιμάστε να παίξετε ένα τραγούδι του γκρουπ (το οποίο, σημειωτέον, έχει διαλυθεί από το 1982) στους ηλικιωμένους γονείς σας. Κατά προτίμηση το «SOS» ή το πιο μελίρρυτο «Fernando». Το μειδίαμα θα είναι σχεδόν αναπόφευκτο (ακόμη και αν είναι αποστροφής). Κάτι τους θυμίζει, «ποιο είναι να δεις, βρε παιδί μου…». Ακόμη και αν εσείς το 1974 βάζατε με μπλαζέ ύφος στο πικάπ το «Planet Waves» του Μπομπ Ντίλαν ή το «Diamond Dogs» του Μπάουι το μειδίαμα δεν το γλιτώνετε. Κάποιο ραδιόφωνο είχε μείνει, ενώ εσείς ήσασταν στο ντους, ανοιχτό, κάποια εξαδέλφη είχε γεμίσει το δωμάτιο με αφίσες της ξανθιάς Αγκνέθα («τα ωραιότερα οπίσθια του κόσμου!»), κάποιο κατηραμένο δειλινό βρεθήκατε να μουρμουρίζετε μέσα από τα δόντια σας «Super Trouper» (πω, πω, πω ντροπή και όνειδος!). Ωστόσο πάρτε το απόφαση. Τα τραγούδια των Abba είναι στοιχειωμένα. Δεν υπήρξαν ποτέ επαρκώς trash (σκουπίδια), όπως αυτά για παράδειγμα των συγχρόνων τους και επίσης αμερικανόπληκτων Boney Μ. Εχουν μελωδία, στίχους, μια αρτιμελέστατη, τέλος πάντων, το πολύ τρίλεπτη ποπ φόρμα με αρχή, μέση και τέλος. Προσκολλώνται στη μουσική μνήμη σαν βδέλλες. Με το παραμικρό ερέθισμα (και μόνο το άκουσμα ενός τίτλου) αρχίζουν να ρουφούν.


Τώρα, στο τέλος της χιλιετίας, δεν γίνεσαι πλέον θύμα διαπόμπευσης αν δηλώσεις ότι ακούς Abba. Απτή απόδειξη οι Erasure, που βγήκαν προ επταετίας με τον «Abba-esque» σινγκλ τους και το συνοδευτικό βίντεο κλιπ (ο Αντι Μπελ με peroxide μαλλί και ο Βινς Κλαρκ κοκκινομάλλα Φρίντα). Φυσικά Νο 1 στα τσαρτ της Βρετανίας. Ουδεμία αναστολή είχε άλλωστε και η Τόνι Κολέτ (στο φιλμ «Η Μίριελ παντρεύεται» του Πολ Τζέι Χόγκαν, 1994) όταν αποφάσισε, επί της οθόνης πάντα, να κάνει την επανάστασή της παίζοντας στο κασετόφωνο το «Arrival». Οπως άλλωστε και ο Τέρενς Σταμπ, ο πάλαι ποτέ περιζήτητος εργένης του swinging Λονδίνου, στην ταινία «Πρισίλα, βασίλισσα της ερήμου» της Στέφαν Ελιοτ (1995). Σημειωτέον ότι αμφότερες οι ταινίες είναι αυστραλέζικες παραγωγές. Η Αυστραλία (σε αντίθεση με τις ΗΠΑ) βυθίστηκε, λένε, αύτανδρη στον ροζ ωκεανό των τεσσάρων Σουηδών. Διόλου τυχαίο ότι το tribute band (όπως λέγονται τα συγκροτήματα-ρέπλικες) των Abba, οι Bjorn Again είχαν ως ορμητήριό τους τη Μελβούρνη. Από το 1988 που είχαν τη φαεινή ιδέα να στήσουν ένα σόου-παρωδία με τα ρούχα και τις ποπ σαπουνόφουσκες των Abba δεν έχουν σταματήσει να «πουλάνε» σαν τρελοί. Ως και στο Μπαχρέιν έπαιξαν!



Και αν ακόμη δεν έχετε πεισθεί, ο Ελβις Κοστέλο έχει επανειλημμένως ομολογήσει ότι κατακλέβει σε μόνιμη βάση τις εισαγωγές (με το πιάνο) από τα τραγούδια των Abba. Ο Ιαν Μπρούνι, πάλι των Lightning Seeds, δεν ντράπηκε να δηλώσει μόλις πέρυσι (στο βρετανικό «Q») ότι έχει συλλογή από δίσκους τους. «Θυμάμαι τότε που έκανα παραγωγή στο άλμπουμ των Echo & the Bunnymen “Porcupine”, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και καθόμουν με τον Ιαν Μακ Κάλοκ σε μια παμπ… Βάζαμε συνέχεια τραγούδια των Abba και δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε τι υπέροχα που ακούγονταν!… Συνειδητοποίησα ότι αν κάνεις ένα μεγάλο δίσκο, ο κόσμος κάποια στιγμή θα αντιληφθεί ότι έχεις κάνει ένα μεγάλο δίσκο!».


Να λοιπόν που το μιούζικαλ στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου ήταν σχεδόν αναπόφευκτο! Βασίστηκε σε ένα κείμενο της ιδιαίτερα άγνωστης Κάθριν Τζόνσον. Τίποτε άλλο από μια συρραφή 27 τραγουδιών των Abba, η οποία δίνει ζωή σε μια πλήρη ιστορία. Οπως αναφέρουν οι «Sunday Times», αυτής της Φιλουμένα Μαρτουράνο, αλλά από την… ανάποδη. Μια μητέρα εξομολογείται μια ωραία πρωία ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο βιολογικός πατέρας της θυγατέρας της (ζωή να ‘χει, τρεις είναι οι υποψήφιοι). Ετσι θα προσκληθούν άπαντες στον γάμο της θυγατέρας που λαμβάνει (ακούσατε, ακούσατε) χώρα σε ένα ελληνικό νησί, όπου θα φανερωθούν όλα! Με φόντο ­ τι άλλο ­ τις φωνίτσες της Αγκνέθα και της Φρίντα. Οσο για τους άρρενες της μπάντας, τον Μπένι και τον Μπγιορν, αυτοί υπογράφουν (με κοστουμάκι πλέον, όχι με ασημί κιμονό) την παραγωγή. Τίποτε καινούργιο γι’ αυτούς, αφού έχουν συνεργήσει σε δύο ακόμη μιούζικαλ: το «Chess», παρέα με τον Τιμ Ράις (το έτερον ήμισυ του Αντριου Λόιντ Γουέμπερ), και το «Kristina from Duvemaala», μεγάλο σουξέ στην πατρίδα τους, τη Σουηδία.


Τώρα πια τίποτε δεν ενώνει τα μέλη του γκρουπ ­ εκτός από τα εκατομμύρια που εισπράττουν από το ακρωνύμιό τους (άλλωστε και τα δύο ζευγάρια έχουν προ πολλού βγάλει διαζύγιο).


Και αν τους ζητήσεις να εξηγήσουν, με τη ζαμανφουτίστικη αποστασιοποίηση που φέρνει ο χρόνος, το φαινόμενο «Abba» σηκώνουν τους ώμους. Ο αισίως 50ρης Μπγιορν παίρνει τον λόγο και λίγη ασημόσκονη πέφτει κατά λάθος από τους κροτάφους του: «Μα σας λέω… δεν έχω ιδέα!».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version