Ο σκηνοθέτης δεν πρόλαβε την πρεμιέρα
ΜΙΛΑΝΟ, Φεβρουάριος.
Στη διακοσιοστή όγδοη επέτειο από την πρώτη παρουσίαση της όπερας του Μότσαρτ στο Μπούργκτεατερ της Βιέννης, το 1790, η κατά Στρέλερ εκδοχή του «Ετσι κάνουν όλες» εγκαινίασε στις 26 Ιανουαρίου το καινούργιο κτίριο του Πίκολο Τεάτρο. Μια φρεσκοφυτεμένη σημύδα (το αγαπημένο δένδρο του Τζιόρτζιο Στρέλερ) στο μικρό πάρκο έξω από το νέο θέατρο του Πίκολο, ένα βίντεο που προβαλλόταν στον γρανιτένιο τοίχο του εντυπωσιακού φουαγέ (ο Στρέλερ στις πρόβες του «Ετσι κάνουν όλες» τραγουδάει, κυλιέται στο πάτωμα, αγκαλιάζει τους τραγουδιστές, καθοδηγεί τα χέρια τους, κινεί τα σώματά τους με εξοντωτική σχεδόν ενεργητικότητα), επέβαλαν σε αυτή την κατά τα άλλα λαμπρή πρεμιέρα τους χαμηλούς τόνους μιας απουσίας.
Ενα μήνα μετά τον θάνατο του ιδρυτή του, το Πίκολο Τεάτρο έζησε ίσως την πιο φορτισμένη συναισθηματικά επίσημη «πρώτη» της πενηντάχρονης ιστορίας του. Ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης και υπουργός Πολιτισμού Βάλτερ Βελτρόνι, ο δήμαρχος του Μιλάνου Γκαμπριέλε Αλμπερτίνι, ο νυν διευθυντής του Πίκολο Τζακ Λανγκ, ο Τζιόρτζιο Αρμάνι (που «έντυσε» την ορχήστρα), καλλιτέχνες, φίλοι και αμέτρητοι δημοσιογράφοι από την Ιταλία και το εξωτερικό ήταν το κοινό που χειροκρότησε μια σκηνοθεσία του μεγάλου δημιουργού που για πρώτη φορά δεν παρευρισκόταν στην πρεμιέρα του. Στο τέλος της παράστασης ένας τεχνικός ακούμπησε στο κέντρο της σκοτεινής πλέον σκηνής ένα αναμμένο κηροπήγιο που μετατράπηκε, με αυτή την αμιγώς θεατρική χειρονομία, σε μια αόρατη υπόκλιση που αποθεώθηκε από τους χίλιους περίπου θεατές της βραδιάς.
Ο διάλογος του Τζιόρτζιο Στρέλερ με τα έργα του Μότσαρτ που τα θεωρούσε την ύψιστη έκφραση της ισορροπίας ανάμεσα στο καθημερινό και στο αιώνιο ήταν διαρκής καθ’ όλη σχεδόν την καλλιτεχνική του πορεία. Μετά την «Απαγωγή από το σεράι», τον «Μαγικό αυλό», τους «Γάμους του Φίγκαρο» και τον «Ντον Τζιοβάνι» ο Στρέλερ αποφάσισε τελικά να καταπιαστεί και με το «Ετσι κάνουν όλες», που αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν «τη χαρά της ζωής, την ευτυχισμένη συνύπαρξη της σοφίας και της νεότητας, του θεάτρου και της μουσικής». Με αυτή την κωμική όπερα του Μότσαρτ θέλησε να εγκαινιάσει το καινούργιο θέατρο αλλά και ένα νέο Πίκολο Τεάτρο ανοιχτό σε όλες τις μορφές της τέχνης και, κυρίως, στους νέους δημιουργούς. Η εμμονή του να δουλέψει μόνο με νέους καλλιτέχνες τον ανάγκασε να κάνει περισσότερες από 250 ακροάσεις σε όλο τον κόσμο προκειμένου να εξασφαλίσει ερμηνευτές που να συνδυάζουν την ωριμότητα της φωνής με τη νεαρή ηλικία και την υποκριτική ικανότητα. Ετσι οι 12 ερμηνευτές της διπλής διανομής, η σαρανταπενταμελής ορχήστρα (Συμφωνική Ορχήστρα Τζιουζέπε Βέρντι του Μιλάνου), η εικοσιπενταμελής χορωδία (Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου του Μιλάνου) και ο 37χρονος διευθυντής ορχήστρας Γιον Μαρίν δημιούργησαν ένα καλοδουλεμένο σύνολο με μέσο όρο ηλικίας τα 30 περίπου χρόνια, ένα σύνολο που παλλόταν από ενέργεια και ενθουσιασμό.
Ο Στρέλερ αντιμετώπισε το λιμπρέτο του Λορέντζο ντα Πόντε ως ένα προκλητικό θεατρικό κείμενο, δίνοντας έμφαση στα κωμικά στοιχεία της πλοκής αλλά και στη γλυκόπικρη αίσθηση της μετάβασης των δύο νέων ζευγαριών από την αθωότητα στη γνώση, αντιστεκόμενος στον κυνισμό του χαρακτήρα – μοχλού της δράσης Ντον Αλφόνσο, υπονομεύοντας τη θεατρική σύμβαση της μεταμφίεσης, καταφάσκοντας εν τέλει στα παιχνίδια, στις παγίδες, στις ανατροπές της ζωής. Στο φόντο του απολύτως λιτού, λευκού σκηνικού του Ετζιο Φριτζέριο δεσπόζει, στην πρώτη σκηνή, η ζωγραφισμένη πρόσοψη του θεάτρου Σαν Κάρλο της Νάπολι. Ο Ντον Αλφόνσο πείθει τους δύο νέους να μεταμφιεστούν για να δοκιμάσουν την πίστη των αγαπημένων τους, η πρόσοψη χωρίζεται στα δύο, ανοίγει σαν αυλαία και χάνεται κατά την έξοδο των τριών: η παράσταση εντός της παράστασης αρχίζει. Ο Φεράντο και ο Γουλιέλμο, που μεταμφιέζονται σε Ανατολίτες, είναι αίφνης πιο αληθινοί, πιο ανθρώπινοι από τους αλύγιστους αξιωματικούς με τα τεράστια ψεύτικα μουστάκια που έχουμε συναντήσει στην αρχή.
Μέσα στη γνώριμη στρελερική ατμόσφαιρα ανάμεσα στο θέατρο και στην πραγματικότητα, ανάμεσα στη διαύγεια και στο όνειρο, με φωτιστικές και σκηνογραφικές αναφορές στους «Καβγάδες στην Κιότζα», οι δύο κοπέλες ερωτεύονται τους ξένους, που όμως φαίνονται πιο οικείοι, ερωτεύονται στην πραγματικότητα την κρυφή απόγνωση των δύο προδομένων εραστών τους. «Ετσι κάνουν όλες;» ρωτά ο Στρέλερ στη διάρκεια των δοκιμών. «Οχι», συνεχίζει, «έτσι κάνουν όλοι. Αυτή είναι η ζωή, παιδιά μου. Το πάθος δεν κρατάει για πάντα. Ο έρωτας δεν γνωρίζει τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς. Και αν υπάρχουν, τους ξεπερνά με κόλπα, με ψέματα, με δικαιολογίες. Μα πρέπει να έχουμε κατανόηση γιατί όλοι μας είμαστε γεμάτοι αδυναμίες. Θα μου πείτε, “μα, όχι εμείς, εμείς είμαστε διαφορετικοί”. Καθόλου! Ισως ακόμη δεν σας έχει συμβεί αλλά θα σας συμβεί, γιατί είμαστε όλοι εύθραυστοι…».
Η τελική αναγνώριση, η συγγνώμη, η συμφιλίωση ανοίγουν τον κύκλο της ενήλικης ζωής. Και σε ένα τυπικά στρελερικό φινάλε, η πρόσοψη του θεάτρου Σαν Κάρλο επιστρέφει στο φόντο, οι πρωταγωνιστές ανταλλάσσουν ρούχα, καπέλα, ψεύτικα και αληθινά, και απευθύνονται στους θεατές. «Ευτυχισμένος εκείνος που μπορεί να βλέπει τα πράγματα από την καλή τους πλευρά» («Fortunato l’ uom che prende ogni cosa pel buon verso»). Η αφοσίωση του Στρέλερ στην αρχή της προσεκτικής ανάγνωσης και της ανάδειξης του κειμένου, που γέννησε μερικές από τις σημαντικότερες παραστάσεις του σύγχρονου θεάτρου, λειτουργεί στην περίπτωση της όπερας διπλά: από τη μια επιχειρεί να αναδείξει ερμηνευτικά την πολυπλοκότητα του μουσικού έργου και από την άλλη να διευρύνει τα όρια της θεατρικής τέχνης υπογραμμίζοντας τη θεατρικότητα ως αναπόσπαστο και παραπληρωματικό στοιχείο της τέχνης της όπερας.
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ετσι κάνουν όλες» του Β. Α. Μότσαρτ
Μια παράσταση του Τζιόρτζιο Στρέλερ
Διεύθυνση ορχήστρας: Γιον Μαρίν
Σκηνοθεσία: Κάρλο Μπατιστόνι, Μαρίζε Φλας
Σκηνικά: Ετζιο Φριτζέριο
Κοστούμια: Φράνκα Σκουαρτσιαπίνο
Ερμηνευτές: Ετερι Γκβαζάβα, Αννα Ροντρίγκο (Φιορντιλίτζι), Τερέζ Κάλεν, Λέσλι Γκούντμαν (Ντοραμπέλα), Γιόνας Κάουφμαν, Μαρκ Μίλοφερ (Φεράντο), Νικολά Ριβένκ, Μάρκους Βέρμπα (Γουλιέλμο), Σοράγια Τσάβες, Τζάνετ Πέρι (Ντεσπίνα), Αλεξάντερ Μάλτα, Αλφόνσο Ετσεβερία (Ντον Αλφόνσο)
* Η παράσταση παρουσιάζεται (πέντε φορές την εβδομάδα λόγω της διπλής διανομής) ως τα μέσα Μαρτίου.
