Ο αμερικανός πολιτικός Τόμας Τζέφερσον, τρίτος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, γεννήθηκε στο Σάντγουελ της Βιρτζίνια. Ο πατέρας του, Πίτερ Τζέφερσον, ήταν αυτοδίδακτος τοπογράφος και διέθετε αξιόλογη ακίνητη περιουσία. Ηταν επίσης ιδιοκτήτης 60 δούλων. Ο Τζέφερσον σπούδασε νομικά και έλαβε κλασική μόρφωση. Ως σπουδαστής ήταν εξαιρετικά επιμελής.
Το 1768 ο Τζέφερσον εξελέγη μέλος του τοπικού κοινοβουλίου της Βιρτζίνια και το 1772 νυμφεύθηκε τη χήρα Μάρθα Γουέιλς Σκέλτον υπερδιπλασιάζοντας με την προίκα της την περιουσία του και τον αριθμό των δούλων του.
Το 1775, με την έναρξη της Αμερικανικής Επανάστασης, το κοινοβούλιο της Βιρτζίνια όρισε τον Τζέφερσον αντιπρόσωπο στο συνέδριο της Φιλαδέλφειας όπου αντιπρόσωποι όλων των επαναστατημένων αμερικανικών αποικιών επρόκειτο να λάβουν τις μεγάλες αποφάσεις για τον αγώνα τους κατά της αγγλικής κυριαρχίας. H σημαντικότερη ίσως από αυτές ήταν η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας τους, η οποία έγινε στις 4 Ιουλίου του 1776. Το κείμενό της είχε συντάξει ο Τόμας Τζέφερσον.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας ο Τζέφερσον ήταν κυβερνήτης της Βιρτζίνια, και μετά τον νικηφόρο για τους Αμερικανούς τερματισμό του πολέμου διετέλεσε μέλος του Κογκρέσου το 1783-84. Την περίοδο αυτή ο Τζέφερσον ήταν υπεύθυνος για τη ρύθμιση του νομικού καθεστώτος των εκτάσεων της αμερικανικής Δύσης και με δική του πρόταση το δολάριο έγινε εθνικό νόμισμα των ΗΠΑ.
Ως πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στο Παρίσι το 1785-89 ο Τζέφερσον παρακολούθησε την πρώτη φάση της Γαλλικής Επανάστασης και προσέφερε τις συμβουλές του για τη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το περιεχόμενο της Διακήρυξης συζητήθηκε σε ιδιωτικές συσκέψεις στο σπίτι του Τζέφερσον στη γαλλική πρωτεύουσα προτού φθάσει στην Εθνοσυνέλευση για να αποτελέσει το προοίμιο του συντάγματος του Σεπτεμβρίου 1791 και να αποβεί ο καταστατικός χάρτης του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, όπλο «ισχυρότερο από όλες τις στρατιές του Ναπολέοντα», όπως τη χαρακτήρισαν.
Υπουργός των Εξωτερικών
Με την επιστροφή του από το Παρίσι το 1789 ο Τζέφερσον έγινε υπουργός των Εξωτερικών, ο πρώτος των Ηνωμένων Πολιτειών, στην κυβέρνηση του Τζορτζ Ουάσιγκτον.
H εξωτερική πολιτική του νεοπαγούς κράτους στηριζόταν στην ουδετερότητα και στη μη δέσμευσή του με τα ευρωπαϊκά πράγματα. Αλλά στους κυβερνητικούς κύκλους υπήρχε έντονη διαφωνία ως προς την απόχρωση της ουδετερότητας, αν δηλαδή θα ήταν αγγλόφιλη ή γαλλόφιλη. Ο Τζέφερσον υποστήριζε τη δεύτερη τάση ως πλησιέστερη προς το πνεύμα της αμερικανικής επανάστασης λόγω των ανάλογων γεγονότων στη Γαλλία, ενώ ο μαχητικότερος εκπρόσωπος της πρώτης ήταν ο υπουργός των Οικονομικών Αλεξάντερ Χάμιλτον, για λόγους κυρίως οικονομικοεμπορικούς. Ωστόσο διάσταση ανάμεσα στους δύο άνδρες αναπτύχθηκε και στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής και αφορούσε τις εξουσίες της κεντρικής κυβέρνησης επί των πολιτειών που αποτελούσαν την αμερικανική ομοσπονδία. Ο Χάμιλτον, ηγέτης της παράταξης των φεντεραλιστών, πίστευε στην ανάγκη ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης και έδειχνε έντονες τάσεις συγκεντρωτισμού, ενώ ο Τζέφερσον θεωρούσε αυτή την αντίληψη αντίθετη με το φιλελεύθερο πνεύμα της αμερικανικής επανάστασης και ήταν οπαδός της αποκέντρωσης και της μεγαλύτερης αυτονομίας των πολιτειών. H διαμάχη αυτή οδήγησε τον Τζέφερσον σε παραίτηση το 1793. H ρήξη συγκεκριμενοποίησε επίσης την ύπαρξη μέσα στους κόλπους της παράταξης ενός ξεχωριστού πολιτικού σχηματισμού που υπήρξε ο πυρήνας του κατοπινού ρεπουμπλικανικού κόμματος, προδρόμου του νεότερου Δημοκρατικού.
Δύο προεδρικές θητείες
Αφού υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος (1797-1801), με πρόεδρο τον Τζον Ανταμς, ο Τζέφερσον κέρδισε τις εκλογές του 1800 και τον επόμενο χρόνο ανέλαβε το αξίωμα του προέδρου. Παρέμεινε στην προεδρία για δύο θητείες, ως το 1809, αρνήθηκε όμως να θέσει υποψηφιότητα και για τρίτη. H ιστορικότερη ίσως από τις πράξεις της προεδρίας του Τζέφερσον ήταν η περιβόητη αγορά της Λουιζιάνας το 1803 από τη Γαλλία, όταν ο Ναπολέων, έχοντας ανάγκη από κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει τα πολεμικά του εγχειρήματα, έβγαλε στο σφυρί αυτή την απέραντη γαλλική κτήση που εκτεινόταν από την Κοιλάδα του Μισισιπή ως τα Βραχώδη όρη. Παρά τις σφοδρές επικρίσεις που αντιμετώπισε και παρά την αμφισβητήσιμη συνταγματικότητα της απόφασής του, ο Τζέφερσον προχώρησε στην αγορά, με την οποία η έκταση των Ηνωμένων Πολιτειών υπερδιπλασιάστηκε.
Ο Τζέφερσον υπήρξε πρόμαχος των ατομικών ελευθεριών και υποστήριζε τον απόλυτο χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Ηταν βαθιά αφοσιωμένος στα ιδεώδη της δημοκρατίας και σταθερός πολέμιος της μοναρχίας. Τον απασχολούσε πάντοτε ζωηρά η διατήρηση του «πνεύματος του ’76», έτους της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, και μαχόταν με σφοδρότητα οποιαδήποτε απόπειρα νόθευσής του. Ηταν όμως αντιφατική προσωπικότητα και γι’ αυτό δημιούργησε πολλούς εχθρούς και πολεμήθηκε όσο λίγοι αμερικανοί πολιτικοί ηγέτες. Κατηγορήθηκε ότι διέπραξε όχι μόνο σοβαρά πολιτικά ατοπήματα – όπως όταν, αυτός, ο πρόμαχος της ελευθερίας του Τύπου, διέταξε τους εισαγγελείς να καταδιώκουν τους δημοσιογράφους που επέκριναν την πολιτική του – αλλά ακόμη και μικρότητες – όπως όταν πλήρωσε δημοσιογράφους για να λιβελογραφήσουν κατά του αντιπάλου του, πρώην φίλου του ωστόσο, Τζον Ανταμς. Δεν έπαψαν επίσης ποτέ οι εχθροί του να υπενθυμίζουν το άτυχο περιστατικό της θητείας του ως κυβερνήτη της Βιρτζίνια τον καιρό του πολέμου, όταν αιφνίδια επιδρομή του αγγλικού στρατού βρήκε την πολιτεία απροετοίμαστη για άμυνα, με αποτέλεσμα να την καταλάβει ο εχθρός, ενώ ο Τζέφερσον κατόρθωσε να διαφύγει.
H όμορφη μιγάδα
Εκεί όμως όπου οι κατηγορίες των πολεμίων του για υποκρισία και διγλωσσία από μέρους του Τζέφερσον βρήκαν το πιο πρόσφορο έδαφος για να καρποφορήσουν ήταν το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων. Ο Τζέφερσον ήταν εχθρός της δουλείας και του δουλεμπορίου. Θεωρούσε τους θεσμούς αυτούς ανήθικους και απάνθρωπους και πίστευε ότι έπρεπε να καταργηθούν. Παράλληλα όμως πίστευε εξίσου ακράδαντα ότι η μαύρη φυλή ήταν από τη φύση της κατώτερη από τη λευκή και ότι ως εκ τούτου μαύροι και λευκοί ούτε θα ήταν ποτέ δυνατόν να συμβιώσουν αλλά ούτε και θα έπρεπε, δεδομένου, πίστευε ο Τζέφερσον, ότι η ανάμειξή τους θα είχε, λόγω φυσιολογίας, ολέθριες συνέπειες και για τις δύο φυλές. Ως λύση για αυτό το πρόβλημα ο Τζέφερσον έβλεπε τη μεταφορά όλων των μαύρων κάπου αλλού, πίσω στην Αφρική ή στην Καραϊβική, όπου θα μπορούσαν να ζήσουν ελεύθεροι. Επειδή όμως η λύση αυτή ισοδυναμούσε με ανέφικτο οικονομικά εγχείρημα, η άποψη του Τζέφερσον κατέληγε στην αποδοχή της κρατούσας κατάστασης.
Παρά τις πεποιθήσεις του ο Τζέφερσον όχι μόνο ήταν ιδιοκτήτης πολυάριθμων δούλων αλλά και διατηρούσε σεξουαλικές σχέσεις με την όμορφη νεαρή μιγάδα Σάλι Χέμινγκς που ανήκε σε αυτούς. Φαίνεται μάλιστα ότι ο Τζέφερσον ήταν ο πατέρας μερικών από τα παιδιά που είχε φέρει στον κόσμο η Σάλι, τα οποία του έμοιαζαν, ενώ σύγχρονες έρευνες με υλικό DNA φαίνεται να μην αφήνουν αμφιβολίες για τη σχέση.
Μετά τη λήξη της δεύτερης προεδρικής θητείας του ο Τζέφερσον αποσύρθηκε στα κτήματά του στη Βιρτζίνια, στο όμορφο νεοκλασικό σπίτι που ο ίδιος είχε ανεγείρει πριν από χρόνια, σε δικά του αρχιτεκτονικά σχέδια, το Μοντιτσέλο, όπως το είχε ονομάσει. Την περίοδο αυτή ο Τζέφερσον ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ανέγερση του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, του οποίου υπήρξε ιδρυτής, φροντίζοντας ακόμη και τις λεπτομέρειες της κατασκευής και της λειτουργίας του.
Ο Τζέφερσον πέθανε το 1826, στις 4 Ιουλίου, ημερομηνία που ο ίδιος την έκανε αθάνατη· τα τελευταία λόγια του ήταν: «Τέσσερις έχουμε σήμερα;».
KEIMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ
