«Δεν θα μπορούσες να βρεις χειρότερο τρόπο για να τερματίσεις μια θριαμβευτική καριέρα τεσσάρων δεκαετιών» αναφώνησε πρόσφατα ο Τζόζεφ Βολπ, γενικός διευθυντής της Μητροπολιτικής Οπερας της Νέας Υόρκης, σχολιάζοντας με οργή την απόφαση του Λουτσιάνο Παβαρότι να ματαιώσει την εμφάνισή του στο περίφημο λυρικό θέατρο δύο μόλις ώρες πριν από την έναρξη της παράστασης. Τι συνέβαινε λοιπόν; Ο άνθρωπος ο οποίος λίγους μόλις μήνες νωρίτερα έκρυβε βαθιά μέσα του τη θλίψη του για τον χαμό της αγαπημένης του μητέρας Αντέλε και μέσα σε ώρες επέστρεφε από τη Μόντενα στο Λονδίνο προκειμένου να φανεί συνεπής στο κοινό του δείλιαζε τώρα μπροστά σε μια απλή γρίπη; Μήπως τελικά ήρθε η ώρα της μεγάλης απόφασης, του οριστικού «αντίο» στις μεγάλες λυρικές σκηνές;
Ο ίδιος ο περίφημος ιταλός τενόρος πάντως άφησε τους απανταχού αναρίθμητους θαυμαστές του για ακόμη μία φορά με την αμφιβολία λέγοντας ότι ούτε και ο ίδιος είναι βέβαιος επ’ αυτού. Εστω και αν ήδη μεσολάβησε μία ακόμη παρουσία του στην καθιερωμένη πλέον ετήσια συναυλία Pavarotti and Friends, η οποία πρωτοδιοργανώθηκε το 1992 στη λογική της σύμπραξης του διάσημου τενόρου με εξίσου διάσημους ερμηνευτές της ποπ και ροκ σκηνής στοχεύοντας στη συγκέντρωση πόρων για ανθρωπιστικούς λόγους, το ερώτημα όσον αφορά τους απαιτητικούς ρόλους της όπερας εξακολουθεί να πλανάται.
Οποια και αν είναι πάντως η απάντηση, όποτε τελικά και αν δοθεί αυτή, τα δεδομένα εξακολουθούν να παραμένουν: λίγους μήνες πριν από τη συμπλήρωση των 67 του χρόνων ο Λουτσιάνο Παβαρότι γνωστός και ως «βασιλιάς των ψηλών ντο» έχει αναμφίβολα σφραγίσει ανεξίτηλα την τέχνη που υπηρέτησε για περισσότερα από 40 χρόνια. Μπορεί μάλιστα να υπερηφανεύεται έστω και αν κατά καιρούς λοιδορήθηκε γι’ αυτό ότι συνέβαλε τα μάλα στη γνωριμία του μαζικού κοινού με τη «δύσληπτη» όπερα.
Γεννημένος στις 12 Οκτωβρίου 1935 στη Μόντενα της Ιταλίας, ο Λουτσιάνο Παβαρότι αποκάλυψε τα φωνητικά του προσόντα κυριολεκτικά από τη στιγμή που είδε το φως του κόσμου τούτου. «Τι ψηλή μικρή φωνούλα! Θα γίνει σίγουρα τενόρος» λέγεται ότι αναφώνησε ο μαιευτήρας της μητέρας του Αντέλε αντικρίζοντας το νεογέννητο αγοράκι. Καθώς μεγάλωνε και με την πλήρη ενθάρρυνση της οικογενείας του οι εν λόγω προσδοκίες όχι μόνο συντηρούνταν αλλά και αυξάνονταν σταθερά. Οι γονείς του, μάλιστα, η πολυαγαπημένη του γιαγιά Τζούλια, η προγιαγιά του και οι θείες του συγκρότησαν το πρώτο κοινό ενώπιον του οποίου τραγούδησε ο μικρός Λουτσιάνο. Ο πατέρας του μάλιστα Φερνάντο, αρτοποιός το επάγγελμα, ο οποίος ωστόσο αξιοποιούσε την ομολογουμένως καλή φωνή του τραγουδώντας στη Χορωδία Ροσίνι της Μόντενα, υπήρξε το πρώτο πρότυπό του.
Ο Λουτσιάνο έζησε μια ξένοιαστη παιδική ηλικία με βασική «έγνοια» του το παιχνίδι και τη συντροφιά της αδελφής του Γκαμπριέλα. Σε μεταγενέστερες εξομολογήσεις του μάλιστα πολύ συχνά αναφερόταν τόσο στη ζεστασιά και στη στοργή με την οποία τον περιέβαλλαν οι γυναίκες της οικογενείας του όσο και στην ιδιαίτερη σχέση που είχε με τους γονείς του: μια σχέση ισοτιμίας ανάμεσα σε ελεύθερα άτομα που, όσο και αν το καθένα διατηρούσε την ανεξαρτησία του, οι πραγματικά καίριες στιγμές της οικογενειακής ζωής τούς έβρισκαν ενωμένους σφιχτά. Συχνά μάλιστα υιοθετούσαν την τακτική της ψηφοφορίας προκειμένου να λάβουν μια σημαντική απόφαση. Το ίδιο έκαναν και όταν ο Λουτσιάνο ολοκλήρωσε έναν κύκλο σπουδών ως εκπαιδευτικός: ψήφισαν αν θα έπρεπε να πάρει τελικά αυτόν τον δρόμο ή αν θα έπρεπε να «κυνηγήσει» τη μουσική σταδιοδρομία παρά τον αβέβαιο χαρακτήρα της.
Εχοντας ήδη παρακολουθήσει επί σειρά ετών μαθήματα δίπλα σε δασκάλους που έμελλε να ασκήσουν επίδραση στην καριέρα του, ακόμη και όταν αυτή είχε πλέον κυριολεκτικά «απογειωθεί», το 1961 ο Παβαρότι έκανε το θριαμβευτικό ντεμπούτο του στον μουσικό κόσμο κερδίζοντας τον διεθνή μουσικό διαγωνισμό «Achille Peri». Η συγκεκριμένη χρονιά πάντως υπήρξε εν γένει θεμελιακή αφού υπογράμμισε το πέρασμά του από τη νεότητα στην ωριμότητα. Απέκτησε δίπλωμα οδήγησης, παντρεύτηκε την Αντουα Βερόνι (την οποία βεβαίως χρόνια αργότερα εγκατέλειψε για τα μάτια της τωρινής νεαράς αγαπημένης του Νικολέτα Μαντοβάνι) και κατήγαγε την πρώτη του μεγάλη επαγγελματική επιτυχία τραγουδώντας στην Ιταλία τον ρόλο του Ροντόλφο από τη δημοφιλή όπερα του Πουτσίνι «La Boheme». Η εν λόγω όπερα υπήρξε το «φυλαχτό» του: ένα είδος «διαβατηρίου» στις διεθνείς λυρικές σκηνές καθώς και στις συνεργασίες του με μερικούς από τους διασημότερους ερμηνευτές και μαέστρους. Εχοντας διαγράψει μια κυριολεκτικά λαμπρή διαδρομή τόσο ως προς τις «ζωντανές» εμφανίσεις του όσο και ως προς τη δισκογραφική του παρουσία, ο Λουτσιάνο Παβαρότι έγινε ιδιαίτερα γνωστός από τη συμμετοχή του (από κοινού με τους Χοσέ Καρέρας και Πλάθιντο Ντομίνγκο) στους «Τρεις Τενόρους», ένα σχήμα που έφερε την όπερα κοντά στο ευρύ κοινό.
Στην αυγή της νέας χιλιετίας ο Λουτσιάνο Παβαρότι είναι άραγε έτοιμος για απολογισμούς; Ισως. Τον πρώτο πάντως τον έχει ήδη επιχειρήσει με θετικά συμπεράσματα: «Νομίζω ότι μια ζωή αφιερωμένη στη μουσική είναι πάνω από όλα μια ζωή ευτυχισμένη!».
