Ασφαλώς δεν είναι η πρώτη φορά. Δεν είναι όμως, όπως όλα δείχνουν, ούτε η τελευταία. Οι αντιπαραθέσεις και οι οξύτητες ταλανίζουν χρόνια τώρα τον νευραλγικό χώρο της Δικαιοσύνης και καθορίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στο υπουργείο Δικαιοσύνης και στην ηγεσία του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας. Η επικοινωνία των κορυφαίων παραγόντων της Δικαιοσύνης συχνά διακόπτεται και η συνεργασία τους ακυρώνεται συνήθως είτε από προσπάθειες της εκτελεστικής εξουσίας να «κόψει και να ράψει» στα μέτρα της ρυθμίσεις που αφορούν τη λειτουργία αλλά και την εσωτερική οργάνωση του δικαστηρίου, είτε από την αντίθεση του Αρείου Πάγου σε νομοθετικές αλλαγές που ανατρέπουν δεδομένα και διαμορφωμένες καταστάσεις.
Η κρίση όμως που κυοφορείται από καιρό μεταξύ της Μεσογείων (όπου στεγάζεται το υπουργείο) και της Αλεξάνδρας (όπου ευρίσκεται ο Αρειος Πάγος) αναμένεται να εκδηλωθεί εντός των ημερών και να είναι σφοδρότερη κάθε προηγούμενης. Η νέα αντιπαράθεση, που προκαλεί νέα όξυνση στις ήδη τεταμένες σχέσεις του υπουργού Δικαιοσύνης με τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, διευρύνει τον κύκλο των εμπλεκομένων και προκαλεί την έντονη αντίδραση και του κορυφαίου παράγοντα της εισαγγελικής αρχής, του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Η διάσταση θέσεων και απόψεων μεταξύ της ηγεσίας του ανωτάτου δικαστηρίου και του υπουργείου Δικαιοσύνης εξελίσσεται σε χάσμα αγεφύρωτο, καθώς νομοθετικές πρωτοβουλίες που δρομολογούνται από το υπουργείο (πρόκειται για διατάξεις που επεξεργάζεται νομοπαρασκευαστική επιτροπή) έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό και δυσμενή σχόλια ανάμεσα στα μέλη του Αρείου Πάγου.
* Εντονη αντίδραση
Ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Στ. Ματθίας, σύμφωνα με πληροφορίες, δέχεται καθημερινά πιέσεις από μέλη του ανωτάτου δικαστηρίου και είναι αποδέκτης εισηγήσεων για σύγκληση εκτάκτως της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, προκειμένου να συζητηθούν οι επικείμενες νομοθετικές αλλαγές και να εκφρασθεί γνώμη περί της νομιμότητας και της συνταγματικότητάς τους. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», πάντως, ο πρόεδρος του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας κ. Στ. Ματθίας εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο της έκτακτης σύγκλησης εντός του μηνός της Ολομέλειας του ανωτάτου δικαστηρίου, η οποία δεν θα γνωμοδοτήσει επί θεμάτων που γενικά ενδιαφέρουν τη δικαιοσύνη, ως συνήθως, αλλά για το μείζονος σημασίας θέμα που σχετίζεται με τις επικείμενες νομοθετικές αλλαγές που ετοιμάζει το υπουργείο Δικαιοσύνης.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αναμένεται να λάβει θέση για την κατάργηση διατάξεων που προβλέπουν τη δυνατότητα των μελών της να έχουν γνώμη και να την εκφράζουν δημόσια , να γνωμοδοτούν δηλαδή, για θέματα που ενδιαφέρουν τη δικαιοσύνη ή τα δικαιώματα των δικαζομένων πολιτών και ακόμη για να κρίνει μέχρι ποιου σημείου μπορούν να φθάνουν οι αρμοδιότητες του υπουργού ως εποπτεύοντος τη Δικαιοσύνη. Η αυτονόητη σημασία των δύο θεμάτων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο νομοπαρασκευαστικής εργασίας από αρμόδια επιτροπή του υπουργείου, σηματοδοτεί και το μέγεθος της αντιπαράθεσης που ήδη υποβόσκει από καιρό.
* Ρίχνει λάδι στη φωτιά
Οι ρυθμίσεις, που ρίχνουν «λάδι στη φωτιά» και πυροδοτούν την κρίση, αποτελούν μέρος νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης, του οποίου αναμένεται να ολοκληρωθεί η επεξεργασία ως το τέλος του μήνα. Μάλιστα η μία εξ αυτών, που δίδει δικαίωμα στον υπουργό να απευθύνει οδηγίες και συστάσεις στον εισαγγελέα σχετικά με τη δίωξη και την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων, έχει προκαλέσει την αντίδραση όχι μόνο της ηγεσίας του Αρείου Πάγου αλλά και των εισαγγελικών λειτουργών όλων των βαθμίδων.
Βεβαίως σε ό,τι αφορά την κατάργηση διατάξεων που αναφέρονται στη δυνατότητα που έχει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου να γνωμοδοτεί επί θεμάτων γενικότερου ενδιαφέροντος, οι υπό επεξεργασία ρυθμίσεις δεν στερούν την Ολομέλεια του δικαιώματός της, αλλά απλώς για την αρμοδιότητά της αυτή στο εξής δεν θα υπάρχει πρόβλεψη στον νόμο. Ποια η σκοπιμότητα μιας τέτοιας ρύθμισης; Τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση δίδουν σαφή απάντηση στο σχετικό ερώτημα. Διότι «ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου ισχυρίσθηκε ότι η σύγκληση της Ολομελείας επιτάσσεται εκ του νόμου…».
Φαίνεται όμως ότι δεν είναι η μόνη ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο ως αποτέλεσμα διαφορετικής αντιμετώπισης ορισμένων θεμάτων από θεσμικούς παράγοντες της Δικαιοσύνης, αντιμετώπιση με την οποία δεν συμφωνεί ο υπουργός. Και η επέκταση της αρμοδιότητάς του, ώστε να δίδει οδηγίες και συστάσεις στους εισαγγελείς για την άσκηση της ποινικής δίωξης (ως σήμερα μπορεί να παραγγέλλει τη δίωξη ή τη διενέργεια δικαστικών ερευνών σε εξαιρετικές περιπτώσεις), «φωτογραφίζει» την αντίθεσή του με τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Π. Δημόπουλο.
Ο κ. Δημόπουλος σε έγγραφό του είχε επισημάνει παλαιότερα προς τον υπουργό με αφορμή χειρισμούς στην υπόθεση του Γ. Πουρσανίδη (υποδίκου τότε για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών) ότι ο εισαγγελέας δεν δέχεται οδηγίες και συστάσεις από τον οποιονδήποτε, ούτε και από τον υπουργό Δικαιοσύνης. Η σχετική αναφορά της θέσης αυτής του κ. Δημόπουλου στην εισηγητική έκθεση για τη εν λόγω διάταξη του νομοσχεδίου είναι πασιφανής.
Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες από δικαστικές πηγές στο ανώτατο δικαστήριο, αν οι διατάξεις του νομοσχεδίου κατατεθούν ως έχουν προς ψήφιση στη Βουλή, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου θα καταδικάσει τη σκοπιμότητά τους, θα συγκληθεί και η Ολομέλεια των μελών της Εισαγγελίας του ανωτάτου δικαστηρίου, ενώ δεν αποκλείεται να συγκληθούν και οι ολομέλειες των εισαγγελιών στο Πρωτοδικείο αλλά και στο Εφετείο Αθηνών.
Η εμπειρία άλλωστε των τελευταίων ετών κατέδειξε ότι η αντιπαράθεση του υπουργού Δικαιοσύνης με τους θεσμικούς παράγοντες της Θέμιδος κατέληξε πάντα σε στείρες συγκρούσεις που δεν ανέδειξαν παρά μόνο έναν ηττημένο: την ίδια τη Δικαιοσύνη.
Δεν θα δικάζουν τις υποθέσεις τους
Μια προσθήκη ενός εδαφίου σε μια συνταγματική ρύθμιση, που ετέθη με ομοφωνία των κομμάτων, θέτει τελεία και παύλα σε μια πραγματικότητα που αποτελούσε χρόνια τώρα το άλλοθι της πολιτείας, η οποία δεν ήθελε να ικανοποιήσει οικονομικά αιτήματα των δικαστών αλλά παράλληλα εξέθετε τους δικαστές στην κοινή γνώμη, καθώς οι ίδιοι δίκαζαν τις υποθέσεις τους.
Με διάταξη η οποία προτάθηκε στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος οι αξιώσεις των δικαστικών που σχετίζονται με τις αποδοχές τους θα δικάζονται στο μέλλον από Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, πιθανότατα από το Δικαστήριο των Αγωγών Κακοδικίας. Αν η πρόταση υπερψηφιστεί και τελικώς αποτελέσει διάταξη του νέου Συντάγματος, οι δικαστές θα πάψουν να δικάζουν τις υποθέσεις τους. Ως τότε μόνο στα δικαστήρια μπορούν όμως να προσφύγουν και μόνο η Δικαιοσύνη μπορεί να τους απονείμει δίκαιο, όπως σε όλους τους έλληνες πολίτες.
Και ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Ευ. Γιαννόπουλος με δηλώσεις του επιβεβαίωσε την πρόταση της σχετικής διάταξης, τονίζοντας μεταξύ άλλων: «Το θέμα είναι εκκρεμές, στο καινούργιο Σύνταγμα μπαίνει διάταξη ώστε οι δικαστές να μη δικάζουν τις δικές τους υποθέσεις. Κάποιο άλλο όργανο να ασχολείται με αυτά».
