ΕΡΓΑ & 7 ΗΜΕΡΑΙ

ΕΡΓΑ & 7 ΗΜΕΡΑΙ ΑΝΑΡΓΥΡΕ, δεν γνωρίζω αν ανησύχησες ­ δεν γνωρίζω καν αν αντελήφθης ότι δεν έστειλα το καθιερωμένο γράμμα μου την περασμένη εβδομάδα. Βλέπεις, αυτοί είναι οι ρόλοι μας: εγώ να γράφω, εσύ να διαβάζεις σιωπώντας. Οταν ο Θεός μοίραζε μελάνι και χαρτιά, εσύ έλειπες και τα έριξε όλα πάνω μου· έλειπες όμως φαίνεται και όταν μοίραζε τηλέφωνα, τηλεγράφους,

ΕΡΓΑ & 7 ΗΜΕΡΑΙ

ΑΝΑΡΓΥΡΕ, δεν γνωρίζω αν ανησύχησες ­ δεν γνωρίζω καν αν αντελήφθης ότι δεν έστειλα το καθιερωμένο γράμμα μου την περασμένη εβδομάδα. Βλέπεις, αυτοί είναι οι ρόλοι μας: εγώ να γράφω, εσύ να διαβάζεις σιωπώντας. Οταν ο Θεός μοίραζε μελάνι και χαρτιά, εσύ έλειπες και τα έριξε όλα πάνω μου· έλειπες όμως φαίνεται και όταν μοίραζε τηλέφωνα, τηλεγράφους, διαδίκτυα, τα μέσα επικοινωνίας γενικώς. Μηδέν, λοιπόν, ανάδραση από πλευράς σου. Μ’ αφήνεις εμένα συνεχώς να εκτίθεμαι γράφοντας ­ και θα ‘ρθεις μετά να με κατηγορήσεις και για «διαπλεκόμενο» από πάνω.


Ας είναι: έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Κατά τα ειωθότα, λοιπόν, σ’ ενημερώνω πως δεν σου έγραψα επειδή συνέβη το θλιβερό αναμενόμενο: χάσαμε τον θείο Θανασάκη.


ΕΦΥΓΕ με δυσκολία· ταλαιπωρήθηκε αρκετούς μήνες στα νοσοκομεία. Τι να σου κάνει όμως η ιατρική όταν βρίσκεσαι στα ογδόντα πέντε και οι αρτηρίες έχουν κλείσει εντελώς σχεδόν; Το περισσότερο που μπορεί είναι ν’ απαλύνει κάπως τον σωματικό πόνο ­ κι αυτό το «κάπως» συνήθως δεν είναι αρκετό, δυστυχώς.


Εντάξει· έχεις δίκιο να σκέφτεσαι «ογδόντα πέντε; Μακάρι να φθάσουμε κι εμείς τόσα». Είναι ανακουφιστικό να σκέφτεσαι εσύ, στα πενήντα σου, ότι έχεις άλλα 35 χρόνια μπροστά σου· δηλαδή, όσα πέρασαν αφότου ήσουν 15 χρόνων, όσα πέρασαν από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου· όλη η ζωή είναι δική σου ακόμη. Οσο για μένα ­ εγώ δεν σκοπεύω να ξεκολλήσω από τα 38.


Διότι το ζήτημα δεν είναι η ανακούφιση για το πόσα χρόνια έχουμε ακόμη μπροστά μας αλλά ο πόνος από τ’ αγκάθι του άφευκτου, του θάνατου, που χώνεται λίγο βαθύτερα κάθε φορά που κάποιο προσφιλές πρόσωπο φεύγει.


*** Να, δες αυτόν τον καθηγητή του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου της Αθήνας, τον φιλόσοφο Δημ. Λιαντίνη, που διάλεξε να αυτοκτονήσει με τόσο τελετουργικό τρόπο ­ πηγαίνοντας να εξαφανιστεί στον Ταΰγετο, αφού ζήτησε από φίλους του να στεφανώσουν τα μνημεία του Λυκούργου στη Σπάρτη και του Σολωμού στη Ζάκυνθο, κι αφήνοντας επιστολή στην κόρη του όπου εξηγούσε το πώς και το γιατί: το αγκάθι του θανάτου είχε μπει βαθιά στην ψυχή του, την είχε σκοτώσει και ας ήταν το σώμα ζωντανό ­ αποφάσισε να το παραδώσει και αυτό στα αγρίμια του βουνού της πατρίδας του.


Σε ηλικία 56 ετών· είχε ακόμη 30 χρόνια δικά του, αν ακολουθούσε τα χνάρια του θείου Θανασάκη. Παραιτήθηκε απ’ αυτά· δεν θέλησε να τ’ απολαύσει, διαμαρτυρόμενος «για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικες στις αθώες νέες γενεές που έρχονται». Αυτό το «νόημα» έδωσε στο απονενοημένο διάβημά του ­ έξω από την παρηγοριά της θρησκείας όμως, για τα μετά θάνατον, ο θάνατος δεν έχει νόημα, δεν μπορεί ν’ αποκτήσει με τίποτα.


Αν αποκτήσει νόημα ο θάνατος, χάνει το νόημά της η ζωή. Γι’ αυτό και στις θρησκείες η ζωή όλη δεν είναι παρά προετοιμασία για τον θάνατο ­ και μάλιστα, ει δυνατόν, σε συνθήκες αναχωρητισμού, ασκητισμού, κοντά στο στάδιο του μοναχικού φυτού, που δεν απολαμβάνει παρά τη στέρηση, ακόμη και τη στέρηση της αναπαραγωγής, όσο το δυνατόν μακρύτερα από τη ζωή.


***Και γιατί είναι «αθώες» οι νέες γενεές που έρχονται; Δεν θα κάνουν πολέμους αυτές; Δεν θα σκοτώσουν, δεν θα κλέψουν, δεν θα ληστέψουν, δεν θα μοιχεύσουν, δεν θα προδώσουν; Αν ξαναξεκίναγε από το μηδέν η ζωή, δεν θα αναπαρήγε όλα τα κακά που γνωρίζουμε ­ και το μέγιστο όλων, τον θάνατο;


Μα τι κάνω τώρα; Κάθομαι κι αντιδικώ με άνθρωπο νεκρό, που ήταν τρυφερός και γι’ αυτό αγαπημένος από συγγενείς, φίλους, μαθητές και θέλησε να φύγει «όρθιος, στιβαρός και περήφανος»; Ηταν όμως, φαίνεται, και βαθιά πληγωμένος ο καθηγητής Λιαντίνης, κι ας αισθανόταν «ποταμός και άνεμος». Ποιος ξέρει γιατί.


ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΙ βαθιά ήσαν σ’ όλη τους τη ζωή ο θείος Θανασάκης και ο αδελφός του, ο Παππούς Ντίνος, ο Ντινάκος, όπως τον έλεγαν στο Νεροχώρι μας, που έφυγε πολύ νεότερος, 67 μόλις χρόνων, πριν από καιρό, το 1982.


Πέρασαν χρόνια πολλά, γέρασα πες, ώσπου να καταλάβω το βαθύ τραύμα που είχαν μέσα τους τα δύο αδέλφια. Μου φαίνεται πως άρχισα να το καταλαβαίνω μόνο μετά τη γέννηση της Θυγατέρας, όταν έγινα γονιός κι εγώ, και το συνειδητοποίησα πλήρως τη στιγμή ακριβώς που έθαβαν τον Θανασάκη δίπλα ακριβώς από τον Ντινάκο: οι τελευτήριες παραδόσεις του χωριού ένωναν ξανά τα δύο αδέλφια που τα είχε χωρίσει από νήπια η ορφάνια από μάνα.


Η μάνα τους, η Γιαννούλα, πέθανε με τη φοβερή επιδημία της «γρίπης του 1918» ­ έγραψαν πριν από λίγο καιρό για αυτήν, επετειακά για τα 80 χρόνια που πέρασαν, οι εφημερίδες. Ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες θύματα σε όλη την Ευρώπη και η Γιαννούλα, η μητέρα τους. Ο Θανασάκης ήταν δεν ήταν τότε πέντε χρόνων και ο Ντινάκος κοντά στα τρία. Τα δύο αδέλφια χώρισαν: τον Θανασάκη τον υιοθέτησε η άτεκνη αδελφή του πατέρα τους, του παππού Μήτσου, ενώ ο Ντινάκος έμεινε στο πατρικό σπίτι με τη δεύτερη γυναίκα του παππού, η γιαγιά Ελένη, που ανέλαβε να του αναπληρώσει τη στέρηση της μάνας.


Αναπληρώνεται όμως τέτοια στέρηση; Μόνο όταν απέκτησα τη Θυγατέρα, κι άρχισα να ζω τη σχέση της με την Κλειώ, τη μητέρα της, άρχισα να καταλαβαίνω τι μπορεί να σημαίνει η απώλεια της μάνας. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω γιατί ίσως ο Θανασάκης είχε εξαιρετικά σπάνιο το χαμόγελο ­ ανύπαρκτο σχεδόν. Ισως και επειδή οι αναμνήσεις μου γι’ αυτόν δεν πήγαιναν πίσω από το 1967, όταν έχασε τον Τάκη, τον μικρότερό του γιο σε ηλικία 17 χρόνων ­ άλλο δράμα αυτό. Να έχεις χάσεις τη μητέρα, να σε απαρνηθεί συμβολικά ο πατέρας, να χάσεις και γιο, βαρύ φορτίο.


Ο Ντινάκος αντίθετα ήταν πάντα γελαστός· δεν έφυγε από το σπίτι αυτός, του έκανε και αδέλφια η γιαγιά Ελένη: τον Σάββα, τη Γιούλα, τον Χρήστο ­ νεότερους, δραστηριότατους, υγιέστατους, ευτυχώς. Δεν μεγάλωσε μοναχός όπως ο ομομήτριος Θανασάκης. Αλλά, κατά βάθος, ήταν μοναχικός: μου φαίνεται πως αγαπούσε τα βιβλία του πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Του άρεσε να κλείνεται σ’ αυτά, να εξαφανίζεται. Σου έμοιαζε, δηλαδή, Ανάργυρε.


*** Ισως σ’ αυτό να οφείλεται η φιλία μας: στο ότι του μοιάζεις του Ντινάκου στην απομόνωση, στην επιδίωξη της μοναξιάς. Και είναι υπερβολικό άραγε να υποθέσουμε ότι μοιάζετε επειδή κι εσύ έμεινες μικρός ορφανός από μητέρα και σε μεγάλωσε η γιαγιά σου; Ισως επειδή ο πατέρας σου δεν ξαναπαντρεύτηκε και δεν απέκτησες νέα μητέρα και αδέλφια, ίσως γι’ αυτό έχεις παροξυσμένα τα χαρακτηριστικά του Ντινάκου.


ΠΕΝΗΝΤΑ μέτρα απόσταση είχαν βέβαια τα σπίτια τους στο χωριό αλλά, πώς να το κάνουμε, είχαν άλλες οικογένειες, διαφορετικά επώνυμα. Ακόμη και στο μικρό Νεροχώρι άρχισαν σιγά σιγά να ξεχνούν πως ο Θανασάκης και ο Ντινάκος ήσαν αδέλφια. Αλλά μου φαίνεται πως γι’ αυτούς το γεγονός της αδελφοσύνης τους ήταν ίσως το σημαντικότερο πράγμα, το αγκυροβόλιο της ζωής τους: δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, αλλά δεν θυμάμαι να έχει πει ο ένας κακές κουβέντες για τον άλλο.


Ακολούθησαν πορείες εντελώς διαφορετικές· με σημαντική κτηματική περιουσία από τη θετή του οικογένεια ο Θανασάκης έμεινε στο χωριό, ασχολήθηκε με την πολιτική, με τους συνεταιρισμούς, ήταν πολλά χρόνια πρόεδρος του Νεροχωριού και της Ενωσης Συνεταιρισμών της περιοχής ώσπου τον καθαίρεσε από τα αξιώματά του η δικτατορία. Αν δεν είχε κάνει τόσο πολλά παιδιά και αν δεν τον απορροφούσαν τα δημόσια πράγματα, θα μπορούσε να είχε γίνει και πλούσιος ­ αλλά ευτυχώς που υπήρχε η θεία Χρυσή ν’ ασχολείται με τα παιδιά και τις καλλιέργειες, αλλιώς δεν θα μπορούσε ο Θανασάκης να είναι ενεργός στη δημόσια ζωή, στην πολιτική ­ όπως γινόταν τότε η πολιτική, τότε που μετρούσαν οι οικογενειακοί δεσμοί και τα ισχυρά σόγια· μετά ήρθαν οι «τοπικές οργανώσεις» και τώρα είναι τα «στελέχη», οι «παράγοντες» που λειτουργούν στο κενό: μακριά και από την παραδοσιακή τοπική οικογενειοκρατία και από τη νεωτεριστική τυπική πολιτική οργάνωση. Εξαρτήματα μηχανών που δεν παράγουν νοήματα αλλά μόνο εξουσία.


Φτωχότερος και με αδέλφια, ο Ντινάκος πήρε τον δρόμο των σπουδών και των γραμμάτων. Δεν τα κατάφερε να γίνει γεωπόνος, όπως ονειρευόταν. Χρόνια πολλά νόμιζα πως ήταν δικαιολογία ότι τον «έκοβαν» στην Ανωτάτη Γεωπονική επειδή έγραφε στη δημοτική ­ ώσπου, μετά τον θάνατό του, βρήκα στα χαρτιά του απόκομμα του προπολεμικού «Βήματος» όπου ο Παύλος Παλαιολόγος αρθρογραφούσε κατά των γλωσσαμυντόρων με αφορμή ακριβώς την περίπτωση του πείσμονα δημοτικιστή Ντινάκου. Κι έκλαψα πικρά που, για μία ακόμη φορά, τον είχα αδικήσει.


Δημόσιος υπάλληλος λοιπόν ο Ντινάκος· ταμιακός, την εποχή που δεν υπήρχαν ΔΟΥ αλλά «Εφορίες» και «Ταμεία». Στην πραγματικότητα, «λόγιος της επαρχίας»: να περπατά σ’ ερείπια, να συγκεντρώνει «αρχαία», ν’ αναδιφεί σε αρχεία μοναστηριών για να τροφοδοτεί το πιο αγαπημένο του παιδί: τα «Ηλειακά τριμηνιαίο περιοδικό λαογραφικής – ιστορικής και γλωσσικής σπουδής της Ηλείας». Βέβαια, αν δεν υπήρχε η Σία, να ασχολείται με τα παιδιά και να αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα με τον ελάχιστο οικογενειακό δημοσιοϋπαλληλικό προϋπολογισμό, ούτε ο Ντινάκος θα μπορούσε να είναι τοπικός λόγιος, όπως χωρίς τη Χρυσή δεν θα μπορούσε ο Θανασάκης να είναι τοπικός πολιτικός.


*** «Διαφορετικές, αλλά τυπικές περιπτώσεις Πελοποννησίων» θα διαπίστωνε κάποιος εμβριθής τυπικός κοινωνιολόγος· άτυπη, μάλλον, ακόμη και για εκείνη την εποχή, ήταν η «δημογραφική» συμπεριφορά τους: επτά παιδιά έφεραν στη ζωή ο Θανασάκης και η Χρυσή, άλλα τόσα ο Ντίνος και η Σία.


Ισοφάρισαν και στους θανάτους αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο: η Σία έχασε τον πρώτο της γιο, μωρό λίγων μηνών, μέσα στη στέρηση της Κατοχής, η Χρυσή το στερνοπούλι της, τον Τάκη, από αναθεματισμένο «μοτοσακό», δεκαεφτά χρονών παλικαράκι.


*** Στα χέρια μου πέθανε· ήμουν μόνος στην κλινική με τον γιατρό, μου ζήτησε να τον ανασηκώσω λίγο για να του αλλάξει τον ορό. Κι ένιωσα τον τελευταίο του σπασμό σε όλο μου το σώμα.


Ηταν η πρώτη μου άμεση εμπειρία με τον θάνατο· ακολούθησαν κι άλλες. Προσεύχομαι να μην επαναληφθούν· κι ακούω τους θεούς να γελάνε.


*** Αφησαν λοιπόν πίσω τους οι δύο αποξενωμένοι αδελφοί δώδεκα παιδιά ­ εννιά κορίτσια, τρία αγόρια. Και είκοσι πέντε εγγόνια, αν μετράω σωστά. Να είναι καλά, να αγαπάνε τις γιαγιάδες τους και να θυμούνται τους παππούδες τους. Δεν έβλαψαν πολλούς, ούτε πολύ· ήσαν καλοί άνθρωποι. Κι όταν βγάζουν λόγους στα σχολεία για τους γενναίους πολεμιστές του ’40 με τα κρυοπαγήματα, για τον Ντινάκο και τον Θανασάκη μιλούν και για τους φίλους και συνομηλίκους τους.


Η ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΗ αρρώστια βρήκε τον Ντινάκο στο χωριό, ανάμεσα στα χειρόγραφα και τα δοκίμια του περιοδικού του. Τον Θανασάκη τον συνάντησε στην αγορά των Λεχαινών, το παραδοσιακό κέντρο της περιοχής που επέμενε να το επισκέπτεται όσο ήταν όρθιος κάθε πρωί με ποδήλατο όσο μπορούσε, με λεωφορείο, ταξί, οτοστόπ για να συζητά με συμβολαιογράφους, φαρμακοποιούς, κομματάρχες, δικηγόρους, γιατρούς τις εξελίξεις στα τοπικά και δημόσια πράγματα. Ηταν πάντα ο Πρόεδρος, έτσι τον προσφωνούσαν όλοι, κι ας είχαν περάσει δεκαετίες από την τελευταία του θητεία. Μπορεί και να το έκανε όμως για να επισκέπτεται τον αδελφό του ­ γιατί έχουν δώσει το όνομά του οι Λεχαινίτες στον κεντρικό τους δρόμο, τιμώντας τον λόγιο που χρόνια πολλά έζησε εκεί· μπορεί να γελούσε το φυλλοκάρδι του κι ας μην το έδειχνε το πρόσωπό του όταν αντίκριζε την πινακίδα με το αδελφικό όνομα, το όνομα του πατέρα.


Πέρυσι άλλωστε, κι ενώ πλησίαζε ο θάνατος, παρήγγειλε στη Σία να του στείλει αντίγραφο μιας από τις ελάχιστες φωτογραφίες όπου τα δύο αδέλφια είναι μαζί. Στις Φιλιάτες, στα σύνορα με την Αλβανία, δημόσιος υπάλληλος εκεί ο Ντινάκος, επιστρατευμένος ήδη ο Θανασάκης. 22 Οκτωβρίου 1940.


Ισως οι παιδικές στερήσεις να γίνονται εντονότερες στα τελευταία χρόνια, όταν το πνεύμα θέλει να δικαιωθεί. Και, σίγουρα, ξέρουν πολύ περισσότερα από τον Φρόιντ οι χωριάτες μου στο Νεροχώρι που επιμένουν να ονοματίζουν τους παππούδες «Ντινάκο», «Θανασάκη» ­ όπως κατοχυρώθηκαν σαν μικρά, μικρότατα παιδιά, προτού αρχίσουν να νιώθουν τη στέρηση της μάνας και του αδελφού. Ισως τους καταβύθιζαν σ’ εκείνα τα πρωταρχικά, ελάχιστα ευτυχισμένα χρόνια οι προσφωνήσεις με τις ονομασίες εκείνης της εποχής.


ΑΝΑΡΓΥΡΕ μου, τους άφησα όλους εκεί συγκεντρωμένους, πλάι πλάι: τον Ντινάκο δεξιά, τον Θανασάκη και τον Τάκη στη μέση, τη Γιαννούλα· και δυο νήπια: τον Αλέκο και τον πρώτο Δημητράκη ­ θα σου μιλήσω άλλη φορά γι’ αυτά, μη σε μπλέξω· τον Μήτσο και την Ελένη αριστερά.


Εφυγα τρέχοντας· δεν ήθελα, δεν μπορούσα να μείνω στο Νεροχώρι. Σίγουρα όμως θα γυρίσω· δεν είμαι εγώ για να γυρίζω σε Ταΰγετους αναζητώντας τσακάλια και όρνια, ούτε για να πηδώ σε ηφαίστεια όπως ο Εμπεδοκλής. Θέλω να στριμωχτώ κι εγώ εκεί, κοντά στο συγγενολόι.


Οπως καταλαβαίνεις, έκλαψα γράφοντας· λίγο όμως, πολύ λίγο.


Σε φιλώ Αν ξαναδιαβάσετε, αγαπητέ, τη χθεσινή σας φράση «Το δυστύχημα με τα τρένα είναι ότι δεν έχουμε εργολάβους ειδικευμένους, δεν υπάρχουν ιδιωτικά συμφέροντα που να θέλουν τη συντήρηση του σιδηροδρομικού δικτύου. Αλλά βεβαίως αυτό που θα πληροφορηθούμε εμείς θα είναι το αντίθετο ακριβώς: ότι ο ΟΣΕ απέτυχε επειδή ήταν δημόσια επιχείρηση», θα δείτε ότι η αντίφαση δεν είναι τόσο σαφής όσο φαίνεται. Η απουσία εργολαβικών ορνέων που θα μπορούσαν να «θυμίσουν» στο κράτος, με τους γνωστούς τους τρόπους, την αναγκαιότητα του τρένου είναι ακριβώς η απόδειξη του ότι το τρένο «πληρώνει» τώρα τον δημόσιο χαρακτήρα του. Αντιφάσκουν μεταξύ τους λοιπόν όχι τα δύο σκέλη της παραπάνω φράσης σας ως προς την ουσία τους, αλλά η «σοβαρότητα» του πρώτου σκέλους αφενός και η ειρωνεία του δεύτερου αφετέρου. Χώρες σαν την αντιπαθητική Γερμανία που με φιλοξενεί, έχουν δημόσια μεν τα τρένα τους (ακόμη), αλλά παράλληλα έχουν και ιδιωτικά συμφέροντα να πιέζουν από δίπλα, όπως ακριβώς τους κατασκευαστές σιδηροτροχιών που και σεις (για πλάκα, ίσως) αναφέρατε. Το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι πολύ ρομαντικό, το τρένο όμως ανθεί. Θρασύμαχος Μουνυχίας και Φραγκοκάστρου * Τη δόξα των γλωσσολόγων ζήλεψε πρώην υπουργός (και της Παιδείας) και ασχολήθηκε ετυμολογικά με τα παιδιά τού Κολ. Οσο όμως οι λέξεις θα διαφέρουν κατά ένα Ομικρον και ένα Ωμέγα, τόσο η Πολιτική θα διαφέρει από τη μικροπολιτική. Γεώργ(ι)ος μετά σπάθης και τυμπάνου

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version