Σε προΪόντα που εγγυώνται το κεφάλαιο θα στραφεί ο μέσος έλληνας καταθέτης, σύμφωνα με τον κ. Δημήτρη Ευτυχιάκο, διευθυντή Διαχείρισης Διαθεσίμων της Ελληνικής Τράπεζας. Οσον αφορά τις επενδυτικές επιλογές, βασική αρχή πρέπει να είναι η προστασία του αρχικού κεφαλαίου. Εξάλλου η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου με την κυκλοφορία του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος θα οδηγήσει πολλούς επενδυτές και σε αμοιβαία κεφάλαια χωρών της ευρωζώνης, τα οποία είναι ικανά να «δώσουν» ικανοποιητικές αποδόσεις.
Η διαμόρφωση των ετήσιων αποδόσεων των καταθέσεων σε μηδενικά ως και αρνητικά επίπεδα είναι πλέον αποτρεπτική όχι μόνο για τους μικρούς καταθέτες αλλά και για τους καταθέτες μεγαλύτερων ποσών. Ποια εναλλακτικά προϊόντα σκοπεύουν να προωθήσουν οι τράπεζες;
«Οι αποταμιευτές, μικροί και μεγάλοι, πρέπει να ξεχάσουν τις μεγάλες αποδόσεις των απλών καταθέσεων ταμιευτηρίου, καθώς με την είσοδό μας στην ευρωζώνη τα πραγματικά επιτόκια θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα, κατά πολύ μικρότερα των παλαιότερων ετών. Λόγω της συγκυρίας αυτής τα προϊόντα που θα έχουν μεγάλη ζήτηση στην ελληνική αγορά θα είναι τα καταθετικά, επενδυτικά και ασφαλιστικά προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου, τα οποία προστατεύουν το κεφάλαιο, ενώ η απόδοσή τους εξαρτάται από την πορεία του Χρηματιστηρίου αλλά και άλλων αξιών αναφοράς, όπως οι συναλλαγματικές ισοτιμίες. Οι νέες εκδόσεις των εν λόγω προϊόντων θα δίνουν περισσότερες επιλογές στον πελάτη, έτσι ώστε ανάλογα με το ποσό που θέλει να επενδύσει και το ρίσκο που θα αναλάβει να επιλέγει την κατάλληλη έκδοση. Κατά τη γνώμη μου, τα προϊόντα αυτά θα αποτελέσουν την πρώτη εναλλακτική λύση για τον απλό επενδυτή, μια και στη χειρότερη περίπτωση το μόνο που έχει να χάσει είναι ο τόκος, ο οποίος είναι ήδη πολύ χαμηλός με τάση περαιτέρω μείωσης. Η Ελληνική Τράπεζα πρόκειται να λανσάρει στην ελληνική αγορά ένα νέο προϊόν με εγγύηση του αρχικού κεφαλαίου, συνδεδεμένο με χρηματιστηριακούς δείκτες, με το πλεονέκτημα ότι δεν θα δεσμεύονται τα χρήματα αναγκαστικά για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ το κόστος εξόδου θα είναι σχετικά μικρό και ταυτόχρονα ο επενδυτής θα έχει το δικαίωμα να ανατοποθετηθεί».
Τι θα συμβουλεύατε έναν μικρό επενδυτή ο οποίος αποφασίζει να αναζητήσει μεγαλύτερες αποδόσεις στην αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων ή του Χρηματιστηρίου;
«Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξέρει ένας μικροεπενδυτής που αποφασίζει να τοποθετηθεί στην αγορά είτε των αμοιβαίων κεφαλαίων είτε του Χρηματιστηρίου είναι ότι οι πολύ υψηλές αποδόσεις σαν και αυτές του 1999 δύσκολα θα επαναληφθούν και μάλιστα σύντομα. Η δεύτερη συμβουλή μου έγκειται στην προστασία του αρχικού κεφαλαίου. Οι κινήσεις πρέπει να είναι μεθοδευμένες και προσεκτικές, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο εγκλωβισμός σε υψηλά επίπεδα τιμών. Ο πιο σίγουρος τρόπος προφύλαξης του κεφαλαίου αναφέρεται στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διασπορά του επενδυτικού κινδύνου. Οι τοποθετήσεις δεν πρέπει να γίνονται μόνο σε εγχώρια αμοιβαία και στο ελληνικό χρηματιστήριο αλλά και σε αμοιβαία κεφάλαια του εξωτερικού, ιδιαίτερα της ευρωζώνης όπου με το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα στις 12 χώρες εξαλείφεται κατά 100% ο συναλλαγματικός κίνδυνος. Βεβαίως είναι απαραίτητη και η τοποθέτηση σε ομόλογα και σε αμοιβαία διαχείρισης διαθεσίμων, έτσι ώστε ο επενδυτής να διατηρεί ρευστότητα για κάθε ενδεχόμενο, καθώς και η εκμετάλλευση επενδυτικών ευκαιριών (π.χ., φθηνών ακινήτων)».
Οι τοποθετήσεις σε τίτλους σταθερού εισοδήματος, όπως τα ομόλογα, ποια πλεονεκτήματα έχουν πέραν του μικρού επενδυτικού ρίσκου;
«Το βασικό πλεονέκτημα των τίτλων σταθερού εισοδήματος είναι η δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης χωρίς υψηλό κόστος και συνήθως χωρίς απώλεια από το αρχικό κεφάλαιο. Επίσης οι αποδόσεις των τίτλων σταθερού εισοδήματος προσαρμόζονται γρήγορα στα επιτόκια της αγοράς. Σε περιόδους επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης και γενικότερης πτώσης των επιτοκίων, εκτός από σχετικά ικανοποιητικές επιτοκιακές αποδόσεις μπορούν να αποδώσουν και κεφαλαιακά κέρδη από την άνοδο των τιμών τους. Ιδιαίτερα για τα ελληνικά ομόλογα σε αυτό συμβάλλει και η βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας».
Βάσει της τεχνικής ανάλυσης ποια πιστεύετε ότι θα είναι η πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου το 2001; Υπάρχουν περιθώρια ανάκαμψης;
«Το 2001 θα είναι χρονιά για γερά νεύρα για το Χρηματιστήριο. Η εκτίμηση που προκύπτει από τα συμπεράσματα της τεχνικής ανάλυσης είναι ότι ακόμη δυστυχώς δεν έχουμε ξεφύγει από το πλαγιοκαθοδικό κανάλι. Ετσι ενδέχεται να υπάρξει συνέχιση της πτώσης του δείκτη προς τις 3.200 μονάδες ή και χαμηλότερα τους πρώτους μήνες του 2001, ιδιαίτερα αν δεν προχωρήσουν γρήγορα οι διαρθρωτικές αλλαγές, δεν ακολουθηθεί αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία και η προσπάθεια για πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, ενώ παράλληλα οι επενδυτές χρειάζονται ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ώστε να εξοικειωθούν πλήρως με τις τιμές σε ευρώ.
Αν η επιβράδυνση στην Αμερική και μετά στην Ευρώπη δεν παραταθεί ώστε ναοδηγηθεί η παγκόσμια οικονομία σε γενικότερη ύφεση αλλά αντίθετα σταθεροποιηθεί, τότε από το δεύτερο τρίμηνο και μετά ίσως υπάρξει ανάκαμψη των τιμών με αρκετές διακυμάνσεις ως και το τέλος του έτους με στόχο τις 4.000 μονάδες. Προς το δεύτερο τρίμηνο τα κεφάλαια των καταθέσεων λόγω των πολύ χαμηλών αποδόσεων πολύ πιθανόν να στραφούν στο Χρηματιστήριο. Αυτό σε συνδυασμό με την εμπέδωση των θεσμικών μέτρων λειτουργίας και την αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου θα δώσει μια ώθηση στην κεφαλαιαγορά. Βασική βέβαια προϋπόθεση η διεθνής συγκυρία να είναι ευνοϊκή».
