«Αυτή η ιστορία μάς γυρίζει πίσω στην κλασική εποχή. Είναι αληθινή αρχαία τραγωδία, με την τύχη πρόθυμη θεραπαινίδα της μοίρας… Τα χαρακτηριστικά της τα βρίσκουμε απαράλλακτα από τον καιρό του Αλκιβιάδη… στη θέση του οποίου τώρα ήταν ο Βενιζέλος». Τα λόγια αυτά του Γουίνστον Τσόρτσιλ αντικαθρεφτίζουν με τον καλύτερο τρόπο την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής που επιστεγάστηκε με την καταδίκη σε θάνατο πέντε πολιτικών και ενός αρχιστρατήγου (Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Γεώργιος Χατζηανέστης και Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης) και άλλων δύο σε ισόβια (Μιχαήλ Γούδας, Ξενοφών Στρατηγός), οι οποίοι κρίθηκαν υπαίτιοι της καταστροφής.
Η «δίκη των έξι», όπως έμεινε στην ελληνική Ιστορία, υπήρξε μια τραγική σελίδα για τη σύγχρονη Ελλάδα. Η Μεγάλη Ιδέα της Ελλάδας των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων βούλιαξε μαζί με τα καράβια της στα νερά της Σμύρνης, όπως θα πει αργότερα ο Γιώργος Θεοτοκάς. Με τον θάνατο έξι εξιλαστήριων θυμάτων επιχειρήθηκε να κατευναστεί ένα διχασμένο έθνος: όλες οι πτέρυγές του (βενιζελικοί, βασιλικοί, κομμουνιστές) ζητούσαν εκδίκηση. Η Επαναστατική Επιτροπή (Πλαστήρας, Γονατάς κ.ά.) που συστάθηκε μετά το 1922 προπαγάνδιζε ότι «η Ελλάδα δεν ηττήθηκε, αλλά προδόθηκε».

Το 2008 ο Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκης, εγγονός ενός από τους καταδικασθέντες σε θάνατο, του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, προσέφυγε στον Αρειο Πάγο ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του στρατοδικείου που στις 15 Νοεμβρίου 1922 καταδίκασε τους έξι. Το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου δέχθηκε με ψήφους τρεις προς δύο τους ισχυρισμούς του και παρέπεμψε το θέμα στην Ολομέλεια. Τον Δεκέμβριο του 2009 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τάχθηκε υπέρ της επανάληψης της «δίκης των έξι» σε διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών. Τον Οκτώβριο του 2010 το ανώτατο δικαστήριο έκρινε άκυρη την απόφαση του Εκτακτου Στρατοδικείου, κάνοντας δεκτή την αίτηση του Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη.
Ο Νίκος Τσάγγας, συγγραφέας του βιβλίου Η αθώωση των εξ και η ανατροπή της Ιστορίας, ως αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρευρέθη στο Συμβούλιο που επανέκρινε τη «δίκη των εξ» και κατέληξε στην αθώωσή τους. Χωρίς να προσφέρει καινούργια στοιχεία, δίνει μια αναλυτικότατη περιγραφή της δικαστικής απόφασης με βάση την οποία ακυρώθηκε η καταδικαστική απόφαση του Εκτακτου Στρατοδικείου. Το βάρος σε αυτό το βιβλίο, όπως και στην απόφαση, πέφτει στην ιστορία της Μεγάλης Ιδέας και στο πώς οι οκτώ έπεσαν θύματα γεγονότων που είχαν ήδη προδιαγραφεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις αλλά και από τις δύο αντιμαχόμενες της χώρας, τους βενιζελικούς και τους βασιλικούς.

Λογάριαζαν χωρίς τους Τούρκους
Η δικαστική απόφαση τονίζει ότι «οι Αγγλοι επέτρεψαν στους Ελληνες την ενσωμάτωση της Ιωνίας υπό έναν όρο: ότι η Ελλάδα θα έκανε γι’ αυτούς μια αγγαρεία. Θα επέβαλε στους Τούρκους εθνικιστές τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών δυναμικά, διαφορετικά θα υπονόμευαν την παρουσία της στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της. Ο άγγλος πρωθυπουργός Λόυντ Τζορτζ με τον ρεαλισμό που διέκρινε τους Αγγλους είχε θέσει κυνικά το αίτημα, αν θέλετε την Γη της Επαγγελίας (Ιωνία), θα πρέπει να αντέξετε τις τρομερές θυσίες και προσπάθειες που απαιτεί η δοκιμασία για την επιβολή των όρων της Συνθήκης των Σεβρών, άλλως ξεχάστε την».
Ως γνωστόν, η εύθραυστη Συνθήκη των Σεβρών (1920) ήταν αποτέλεσμα της νίκης των συμμαχικών δυνάμεων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε ως κατακλείδα τον διαμελισμό τής πάλαι ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Προέβλεπε ότι η Σμύρνη και το Βιλαέτι του Αϊδινίου θα διοικούνταν για πέντε χρόνια από ελληνική διοίκηση υπό την ψιλή κυριαρχία του σουλτάνου, ενώ η οριστική τους τύχη θα καθοριζόταν έπειτα από δημοψήφισμα των κατοίκων της περιοχής. Η Ανατολική Θράκη ως τη γραμμή της Τσατάλτζας ενσωματωνόταν στην ελληνική επικράτεια.
Ωστόσο οι τούρκοι εθνικιστές, άτακτα στην αρχή, οργανωμένα αργότερα, με επικεφαλής τον Κεμάλ δεν δέχθηκαν να σκύψουν το κεφάλι: είχαν μεγαλύτερη ανάγκη την πατρίδα τους από ό,τι οι Ελληνες τη Σμύρνη. Η κούραση των στρατευμάτων, η υπερεκτίμηση των ελληνικών δυνάμεων από τη στρατιωτική και πολιτική μας ηγεσία, η εγκατάλειψη της στήριξης των μεγάλων δυνάμεων της Αντάντ και ειδικότερα των Αγγλων, που είχαν εξ αρχής παροτρύνει τον Βενιζέλο στη μικρασιατική εκστρατεία, ήταν μερικές από τις αιτίες της ήττας.
Στη συνέχεια οι έξι κατηγορήθηκαν ότι εσκεμμένως έστειλαν τμήμα των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων που βρίσκονταν στη Μ. Ασία προς τη Νικομήδεια για την ενίσχυση των βρετανικών θέσεων, με σκοπό να αποτύχουν και να εκβιάσουν την απαγκίστρωση των ελληνικών δυνάμεων από τις μικρασιατικές ακτές.

Προδομένοι από τη Μεγάλη Ιδέα και τους Αγγλους
Η νεότερη δικαστική απόφαση, συνυπολογίζοντας όλες τις εξελίξεις, κατέληξε στο ότι οι πράξεις των έξι υπήρξαν απότοκες των εξελίξεων, όπως διαμορφώθηκαν από το 1920 και μετά, υπό τους κραδασμούς της μεγάλης διαμάχης βενιζελικών και βασιλικών. Η κατηγορία της προδοσίας που τους προσήψαν ήταν αδύναμη μιας και οι ενέργειες όλων των κυβερνήσεων, βενιζελικών και βασιλικών, όπως και των στρατιωτικών που τις εφάρμοζαν, εμπνέονταν από το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας και είχαν την υποστήριξη και την παρότρυνση των Αγγλων. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, χρόνια αργότερα, θα έλεγε: «Δεν παραδέχομαι ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν… αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος».

Ακόμη περισσότερο η απόφαση τονίζει ότι η εκστρατεία στη Μ. Ασία ήταν καταδικασμένη. Ακόμη κι αν δεν επήρχετο η καταστροφή το 1922, θα μπορούσε να επέλθει το 1923, το 1924 ή το 1925. Ο πόλεμος θα μετατρεπόταν σε πόλεμο φθοράς και η Ελλάδα θα πάθαινε ό,τι ακριβώς και η Γαλλία στην Ινδοκίνα και στο Αλγέρι τη δεκαετία του 1950 ή αργότερα οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η Ρωσία στο Αφγανιστάν.
Οι έλληνες ιστορικοί (Β. Παναγιωτόπουλος, Θ. Βερέμης, Χριστίνα Κουλούρη κ.ά.) είδαν με σκεπτικισμό την αναψηλάφηση της δίκης των έξι. Οι περισσότεροι τόνισαν ότι «δίκες εξ ορισμού πολιτικές […] είναι αδιανόητο να επαναλαμβάνονται υπό όρους κοινής ποινικής δικονομίας, ως εάν αφορούσαν μιαν ανθρωποκτονία που πρέπει να επανεκδικασθεί επειδή ανευρέθη και ομολόγησε ο πραγματικός ένοχος». Και βεβαίως αναρωτήθηκαν, εφόσον μπορούσε να επαναληφθεί η Δίκη των Εξ, τότε γιατί όχι και εκείνες του Κολοκοτρώνη, του Μπελογιάννη ή των κινηματιών του ’35;

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ