To δοκίμιο «The Paranoid Style in American Politics» του Ρίτσαρντ Χοφστάντερ δημοσιεύτηκε το 1964, όταν ο Λίντον Τζόνσον εκπροσωπούσε την πλευρά της λογικής και ο Μπάρι Γκολντγουότερ την πλευρά του ανορθολογισμού με τις ποικίλες εθνικές και φυλετικές φοβίες. Η βασική θέση του αμερικανικού ιστορικού ήταν ότι στην αμερικανική πολιτική επανεμφανίζεται διαρκώς ο συνωμοσιολογικός τρόπος σκέψης, μια μορφή μανίας καταδιώξεως που κινητοποιεί άτομα, ομάδες, κοινότητες και ηγεσίες. Ο Χοφστάντερ δεν πίστευε ότι ο παρανοϊκός ιδεασμός είναι δομικό στοιχείο της αμερικανικής κοινωνίας – αν ζούσε σήμερα, ίσως άλλαζε γνώμη.
Διατρέχοντας τα 250 χρόνια αμερικανικής δημοκρατίας παρατηρούμε ορισμένα μοτίβα: στις ΗΠΑ, περισσότερο από ό,τι αλλού, κυβερνήσεις και μαζικά κινήματα βλέπουν πίσω από τα γεγονότα σατανικές συνωμοσίες· οι εχθροί – οι «Κακοί» – απεργάζονται την καταστροφή του αμερικανικού έθνους το οποίο, ως Πόλη Ψηλά στον Λόφο, εκπροσωπεί το «Καλό». Από τα αντιμασονικά κινήματα του 19ου αιώνα και τις φήμες για δολοπλοκίες Καθολικών, μέχρι την έμμονη ιδέα του κομμουνιστικού κινδύνου – «There is a red under every bed» – έχει διαμορφωθεί ένα σώμα ανορθολογικής σκέψης που βασίζεται σε μύθους, προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες και μισές αλήθειες. Αυτός ο τρόπoς σκέψης είναι μία από τις αιτίες που, αντίθετα από τις διαδεδομένες πεποιθήσεις και από το πατριωτικό αμερικανικό αφήγημα, καθιστούν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μια σειρά από γκάφες, ήττες και τέλματα – ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο της Κορέας (το μακρινό 1953). Η εσωτερική πολιτική φέρει τα ίδια χαρακτηριστικά αλλά η εικόνα της είναι πιο σύνθετη.
Η παλιά διαπίστωση περί συστηματικού ανορθολογισμού παραμένει επίκαιρη: όχι μόνον εξαιτίας της ακροσφαλούς και κακοσχεδιασμένης σύγκρουσης που εκτυλίσσεται με το Ιράν, αλλά και εξαιτίας της συζήτησης περί εξωγήινων, UFOs και κοσμικών μυστηρίων που αναζωπυρώνεται αυτές τις ημέρες στις ΗΠΑ. Η σημερινή αμερικανική προεδρία, έχοντας ξεπεράσει όλες τις προηγούμενες σε μαγική σκέψη – υπενθυμίζω ότι η συνεργάτις του Ντόναλντ Τραμπ, Πόλα Γουάιτ, καλεί τους αγγέλους στη Γη μιλώντας σε ακατάληπτες γλώσσες – αναμοχλεύει φαντασιώσεις, μαρτυρίες για ιπτάμενους δίσκους και οράματα εισβολέων από άγνωστους γαλαξίες.
Ολα τούτα είναι μέρος της παρανοειδούς αμερικανικής φαντασίας η οποία πλάθει κρυφούς εχθρούς – σαν τα όπλα μαζικής εξόντωσης του Σαντάμ Χουσεΐν – προτρέποντας τους Αμερικανούς να επιδοθούν σε σταυροφορίες. Στην πραγματικότητα, να κάνουν διαδοχικές τρύπες στο νερό, εφόσον το πρόβλημα με τους «Κακούς» είναι ότι εκτός από στρατό, οπλισμό και κάποιου είδους ευφυΐα, έχουν λαϊκά ερείσματα: απεδείχθη στο Βιετνάμ, απεδείχθη στο Αφγανιστάν, απεδείχθη μόλις προσφάτως στο Ιράν – και πολλάκις ενδιαμέσως.
Ομως, ο τρόπος σκέψης και δράσης δεν αλλάζει: η επίμονη αυταπάτη συνοψίζεται στο ότι όλοι οι λαοί θέλουν να ζουν όπως οι Αμερικανοί και εύχονται η χώρα τους να προσαρτηθεί στις ΗΠΑ. Το ότι αυτό δεν ισχύει παίζει ελάχιστο ρόλο στη χάραξη στρατηγικής και τακτικής: η πολιτική παρουσιάζεται ως μάχη μεταξύ Καλού και Κακού πέραν και σε πείσμα της πραγματικότητας. Λόγω αυτής της αφαίρεσης των πραγματικών δεδομένων από τις εξισώσεις, οι ήττες – τις οποίες σπανίως παραδέχονται οι Αμερικανοί – δεν οφείλονται σε λάθη αλλά σε προδοσίες και μηχανορραφίες υποχθόνιων δυνάμεων. (Καμιά φορά οφείλονται σε «συγκυρίες».)
Το παρανοϊκό ύφος πέρασε από διακυμάνσεις. Τις τελευταίες δεκαετίες, σημειώθηκε έξαρση· στα κοινωνικά δίκτυα, όπου ρέει ο δεξιός και αριστερός εξτρεμισμός, ενσωματώθηκαν οι πιο εξεζητημένες παρανοϊκές ιδέες: νοσηρή καχυποψία, συνωμοσιολογικές θεωρίες τερατώδους βεληνεκούς, δαιμονοποίηση αντιπάλων και η πεποίθηση ότι οι ελίτ μαζί με τις ξένες δυνάμεις απειλούν τον αυθεντικό τρόπο ζωής του αμερικανικού έθνους.
Οπωσδήποτε, αυτές οι ιδέες, που έχουν διαποτίσει ολόκληρη την αμερικανική ιστορία – η ίδια η φιλοσοφική βάση του Πρόδηλου Πεπρωμένου μπορεί να ιδωθεί σαν μια σαλάτα μπαρόκ μεταφυσικής – θεμελιώνονται στην αμερικανική μεγαλομανία η οποία συντίθεται από τα ατομικά άγχη του status που προκαλεί ο καπιταλισμός στους Αμερικανούς. Ηδη από την εποχή της Επανάστασης (1770s-1780s), οι περισσότεροι Πατέρες του Εθνους – ο Ανταμς, ο Τζέφερσον – έβλεπαν μια «διαβολική συνωμοσία» του Βρετανικού Στέμματος να επιβάλλει στην αποικία απόλυτη τυραννία. Γύρω στο 1790, ο πανικός για τους Bavarian Illuminati και λίγο αργότερα για τους Μασόνους συνδυάστηκε με την παράλογη φοβία για επανάσταση ιακωβινικού τύπου όπου θα γίνονταν μαζικοί αποκεφαλισμοί.
Αρκούσε το βιβλίο του σκωτσέζου μαθηματικού Τζον Ρόμπινσον το 1797 για να προκαλέσει υστερία μπροστά στην υποτιθέμενη ευρωπαϊκή εισβολή. Ακολούθησαν τα αντι-παπικά κινήματα από τα οποία γεννήθηκε η Κου Κλουξ Κλαν και το βραχύβιο, νατιβιστικό κόμμα των Know-Nothings (Ξεκίνησε από τη μυστική οργάνωση «Order of the Star-Spangled Banner», από όπου προέκυψε το όνομα «Know Nothing» διότι τα μέλη, όταν ερωτώνταν, απαντούσαν «Δεν ξέρω τίποτα!»). Στη συνέχεια, οι αγωνιστές υπέρ της κατάργησης της δουλείας έβλεπαν στον ορίζοντα συνωμοσία ιδιοκτητών σκλάβων, ενώ το Λαϊκιστικό Κόμμα και το Κόμμα του Δολαρίου προειδοποιούσαν για διεθνή συμπαιγνία των τραπεζιτών εναντίον των αγροτών. Ακολούθησαν κύματα πανικού για την κομμουνιστική διείσδυση, που παραλληλίστηκε με την εισβολή εξωγήινων: ακόμα και ο Αϊζενχάουερ δυσφημίστηκε ως πράκτορας των Σοβιετικών.
Ο πολιτισμικός ατομικισμός και ο θρησκευτικός ζήλος, ιδιαίτερα ο προτεσταντικός, ενισχύουν τις αποκαλυπτικές αφηγήσεις και προκαλούν σύγκλιση της ρητορικής μεταξύ άκρας Δεξιάς και άκρας Αριστεράς. Αμφότερες οι παρατάξεις κάνουν λόγο για ολιγαρχία, για βαθύ κράτος, για «συστημικές» συνωμοσίες: αυτό που αλλάζει είναι οι ένοχοι. Οπωσδήποτε, η Ακροδεξιά προσελκύει τα στρώματα με τη χαμηλότερη δυνατή μόρφωση: οι πιο θρήσκοι και πατριώτες Αμερικανοί είναι πιο επιρρεπείς σε παραληρητικές ιδέες και πιο εύπιστοι έναντι του αρχηγού που έχουν επιλέξει.
Αλλά, τέτοιες ιδέες και ευπιστία χαρακτηρίζουν επίσης τους κυβερνητικούς κύκλους, οι οποίοι αυταπατώνται ξανά και ξανά γύρω από παρόμοια διακυβεύματα: το 2003 πολλά κυβερνητικά στελέχη πίστευαν ότι η ανατροπή του Σαντάμ θα έφερνε αυτομάτως τη δημοκρατία στο Ιράκ. Οσο για την υπόθεση με τα ιρακινά όπλα μαζικής καταστροφής, δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτυχία των υπηρεσιών πληροφοριών, αλλά μάλλον για μια αυθαίρετη εικασία την οποία οι μυστικές υπηρεσίες καλούνταν να επικυρώσουν. Δεν ήταν το αποκορύφωμα του ανορθολογισμού: λίγο νωρίτερα, στον 20ό αιώνα, η CIA εφάρμοζε δαπανηρά προγράμματα τεχνικών ελέγχου του νου μέσω ναρκωτικών ουσιών, ύπνωσης και άλλων μεθόδων New Age προσλαμβάνοντας μάγους, μέντιουμ, προφήτες και αστρολόγους: τα περιγράφει ο Τζον Ρόνσον στο βιβλίο του «Ανδρες που κοιτάνε κατσίκες».
Αν και η εικόνα του παρανοϊκού ιδεασμού έχει επιδεινωθεί λόγω της προεδρίας του Ντόναλντ, η απόδοση επιβλαβούς πρόθεσης σε όλες τις εξωομάδες είναι γνώρισμα όλης της αμερικανικής ιστορίας: οι ΗΠΑ χτίστηκαν ως χριστιανική δημοκρατία, με ενοριακή στάση ζωής. Και μολονότι οι δημογραφικές αλλοιώσεις έχουν εξασθενήσει το χριστιανικό στοιχείο, ο επαρχιωτισμός, μέρος του οποίου είναι αυτή η εχθρότητα στις εξωομάδες, η δυσπιστία σε ορθολογικές οντότητες (επιστήμη, τεχνολογία), η απλοϊκή σκέψη, ο δογματισμός, η γνωστική ακαμψία, η δυσανεξία στην ασάφεια και στην αβεβαιότητα, έχει ενταθεί.
Οι ΗΠΑ είναι ένα θηριώδες χωριό ανάμεσα σε δύο ωκεανούς όπου, τόσο τα μαζικά κινήματα – ολόκληρη η woke κουλτούρα θεμελιώνεται στην εν λόγω διαταραχή – όσο και οι ηγεσίες παίρνουν επανειλημμένως ανορθολογικές αποφάσεις. Ετσι κι αλλιώς, η αμερικανική ευημερία δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε όποιες ορθολογικές αποφάσεις έχουν ληφθεί: το καπιταλιστικό σύστημα, αν και προκαλεί παράπλευρες ζημίες, διαθέτει μηχανισμό αυτοδιόρθωσης και ενάρετες αντίρροπες δυνάμεις στο εσωτερικό του. Πιθανώς λιγότερες σήμερα από την εποχή όπου ο Χοφστάντερ, περιγράφοντας το παρανοειδές ύφος της αμερικανικής πολιτικής, προσδοκούσε μια κοινωνία σταθερής συναίνεσης.
