Στα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης του βωβού κινηματογράφου, δεν χρειαζόταν να ξέρεις γράμματα για να αντιληφθείς ένα παθιασμένο φιλί, τις γροθιές σε έναν καβγά ή την ανάγκη ενός αλητάκου να ξεφύγει από τον αστυνομικό. Ετσι πέτυχε ο σπουδαίος κωμικός Τσάρλι Τσάπλιν («Τo τσίρκο», «Μοντέρνοι Καιροί» κ.ά.) με αντίπαλο δέος τον πιο πνευματώδη Μπάστερ Κίτον («Ο στρατηγός» κ.ά.).
Ο Τσάπλιν ήταν Βρετανός και η άποψη ότι τα θεμέλια του Χόλιγουντ μπήκαν κυρίως από την Ευρώπη δεν είναι λανθασμένη. Ιδρυτές των μεγάλων στούντιο του Χόλιγουντ (MGM, 20th Century Fox κ.ά.) προέρχονταν από ευρωπαϊκές χώρες, ενώ όταν ο εθνικοσοσιαλισμός στη Γερμανία γινόταν πραγματικότητα, ευρωπαίοι καλλιτέχνες βρέθηκαν στο Χόλιγουντ όπου αξιοποίησαν το ταλέντο τους κάνοντας ασκήσεις εξπρεσιονισμού, ειδικά στο νουάρ, είδος που άκμασε πολύ τη δεκαετία του 1940. Πρωτοπόροι σκηνοθέτες προερχόμενοι από την Ευρώπη που διέπρεψαν στο Χόλιγουντ ήταν ο Μάικλ Κερτίζ («Καζαμπλάνκα»), ο Φριτς Λανγκ («Γιατί δεν σκότωσα τον Χίτλερ»), ο Οτο Πρέμινγκερ («Λάουρα») και ο Μπίλι Γουάιλντερ («Διπλή ταυτότητα»).
Στη δεκαετία του 1940 με τον «Πολίτη Κέιν», ο Ορσον Γουέλς αναδεικνυόταν σε μεγαλοφυΐα και στις αρχές της, ένας άλλος ευρωπαίος σκηνοθέτης που μετανάστευσε στην Αμερική, ο Βρετανός Αλφρεντ Χίτσκοκ, θα άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε θρίλερ. Στην εικοσαετία 1940-1960, από τη «Ρεβέκκα» ως την «Ψυχώ», θα γύριζε τις πιο γνωστές ταινίες του («Σιωπηλός μάρτυρας», «Ο δεσμώτης του ιλίγγου» κ.ά.).
Από την αρχή του σινεμά ο όρος σταρ – αστέρας – αρχίζει να επιβάλλεται στη συνείδηση του κοινού· στο Χόλιγουντ εξάλλου γεννήθηκε το star system. Σε όλες τις εποχές, από τα χρόνια του βωβού, θα βρούμε σταρ του Χόλιγουντ που διέπρεψαν σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, με τον μύθο τους αργότερα να τους ακολουθεί. Ενδεικτικά: δεκαετία του 1930 Ερολ Φλιν, Κλαρκ Γκέιμπλ, Τζιν Χάρλοου, του 1940 Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Ρίτα Χέιγουορθ, Κάθριν Χέπμπορν, του 1950 Μέριλιν Μονρόε, Μάρλον Μπράντο, Τζέιμς Ντιν, του 1960 Πολ Νιούμαν, Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Στιβ Μακ Κουίν, του 1970 Τζακ Νίκολσον, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κλιντ Ιστγουντ, του 1980 Μέριλ Στριπ, Χάρισον Φορντ, Τομ Κρουζ, Μισέλ Φάιφερ, του 1990 Τζόνι Ντεπ, Τζούλια Ρόμπερτς, Μπραντ Πιτ και από το μιλένιουμ και δώθε Σον Πεν, Αντζελίνα Τζολί, Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Μάργκο Ρόμπι και πόσοι ακόμα. Η λίστα είναι πραγματικά ατελείωτη.
Αντικατοπτρίζοντας τις αμερικανικές αξίες (εξουσία, ιδιοκτησία, ασφάλεια, δύναμη του ισχυρού) το γουέστερν, βαθιά ριζωμένο στη μικρή Ιστορία της Αμερικής, θα γινόταν συνώνυμο με τη ραχοκοκαλιά του αμερικανικού κινηματογράφου. Μια από τις πρώτες αμερικανικές ταινίες είναι η «Μεγάλη ληστεία του τρένου» (1905) και μια από τις πιο εμβληματικές το «Οσα παίρνει ο άνεμος» (1939) που αναφέρεται στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Σε όλες τις εποχές έχουν διαπρέψει σκηνοθέτες του είδους από τον Τζον Φορντ («Ταχυδρομική άμαξα») ως τον Χάουαρντ Χοκς («Ρίο Μπράβο») και από τον Τζον Στέρτζες («Και οι επτά ήσαν υπέροχοι») ως τον Κλιντ Ιστγουντ («Ασυγχώρητοι»).
Στη δεκαετία του 1950, το Actors Studio αλλάζει την υποκριτική τροφοδοτώντας το αμερικανικό σινεμά με ηθοποιούς όπως ο Μάρλον Μπράντο («Το λιμάνι της αγωνίας») και ο Τζέιμς Ντιν («Ανατολικά της Εδέμ»). Το Technicolor και το Cinemascope προσφέρουν θέαμα υπερπολυτελείας, το μιούζικαλ ακμάζει («Τραγουδώντας στη βροχή», «Ενας Αμερικανός στο Παρίσι»). Ηταν όμως και η εποχή της κορύφωσης του μακαρθισμού και της «μαύρης λίστας» του Χόλιγουντ, εκεί όπου ο Κώδικας Χέιζ της λογοκρισίας είχε ήδη από τη δεκαετία του 1930 δείξει τα κοφτερά δόντια του συντηρητισμού της χώρας. Ευρωπαίοι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ επιστρέφουν στη Γηραιά Ηπειρο και Αμερικανοί τούς ακολουθούν (Γουέλς, Ζυλ Ντασσέν κ.ά.).
Στα sixties η αμφισβήτηση είναι η λέξη-κλειδί, η τηλεόραση έχει μπει σε όλα τα σπίτια, το ιδεολογικό υπόβαθρο των κινηματογραφικών ειδών κλονίζεται και η Αμερική επηρεάζεται από τα ευρωπαϊκά κινήματα και το σινεμά του δημιουργού. Ταινίες όπως το «Μπόνι και Κλάιντ» του Αρθουρ Πεν και ο «Πρωτάρης» του Μάικ Νίκολς αναδεικνύουν το νέο αίμα σκηνοθετών και προς τα τέλη της δεκαετίας, ο «Ξέγνοιαστος καβαλάρης» του Ντένις Χόπερ πυροδοτεί το «Νέο Χόλιγουντ».
Η δεκαετία της αμφισβήτησης
Ο σπόρος της αμφισβήτησης των sixties αποφέρει καρπούς στα seventies με ταινίες έντονου κοινωνικού χαρακτήρα. Ενδεικτικά: αστυνομική διαφθορά («Σέρπικο», Σίντνεϊ Λουμέτ), πολιτικά σκάνδαλα («Ολοι οι άνθρωποι του Προέδρου», Αλαν Πάκουλα), πόλεμος στο Βιετνάμ («Ο ελαφοκυνηγός», Μάικλ Τσιμίνο), μαφία («Ο νονός», Φράνσις Κόπολα), ο αδίστακτος κόσμος της τηλεόρασης («Το δίκτυο», Σ. Λουμέτ). Τα seventies είναι η δεκαετία του μοναχικού αντιήρωα (Τζακ Νίκολσον, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Αλ Πατσίνο) αλλά και της σοφιστικέ, εκλεπτυσμένης κωμωδίας του Γούντι Αλεν («Ο νευρικός εραστής», «Μανχάταν»). Τότε όμως γεννιέται και ο όρος blockbuster με ταινίες όπως οι «Στα σαγόνια του καρχαρία» του Στίβεν Σπίλμπεργκ και «Ο πόλεμος των άστρων» του Τζορτζ Λούκας.
Μετά τη θολούρα των seventies, η χώρα αναζητούσε τις παλιές αμερικανικές αξίες και ήρωες όπως ο Τζον Ράμπο του Σιλβέστερ Σταλόνε έγιναν σημαιοφόροι τού (πρώην ηθοποιού) προέδρου των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ο Ιντιάνα Τζόουνς και ο «Εξωγήινος» του Στίβεν Σπίλμπεργκ μετατρέπονται σε παγκόσμια φαινόμενα, ενώ ταινίες που στοχεύουν σε «συνέχειες» δίνουν και παίρνουν («Ρόκι», «Επιστροφή στο μέλλον», «Φονικό όπλο», «Πολύ σκληρός για να πεθάνει»). Τα eighties όμως αναδεικνύουν επίσης γνήσιους αμερικανούς δημιουργούς όπως ο Λόρενς Κάσνταν («Η μεγάλη ανατριχίλα») και ο Ντέιβιντ Λιντς («O άνθρωπος ελέφαντας»), ενώ με ταινίες όπως «Η εκλογή της Σόφι» και «Πέρα από την Αφρική», η Μέριλ Στριπ αναδεικνύεται σε κορυφαία αμερικανίδα ηθοποιό όλων των εποχών.
Στη δεκαετία του 1990 το κινούμενο σχέδιο γίνεται in («O βασιλιάς των λιονταριών»), ο Σπίλμπεργκ κλείνει το θέμα Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος («Η λίστα του Σίντλερ», «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν»), ο Τζέιμς Κάμερον βουλιάζει τον «Τιτανικό», ο Μάρτιν Σκορσέζε δίνει δυο γκανγκστερικά έπη που γράφουν ιστορία («Τα καλά παιδιά», «Καζίνο»), ο Μάικλ Μαν μας κάνει δώρο το νεονουάρ «Ενταση» και ο Αντονι Μινγκέλα επιστρέφει στο ρομαντικό δράμα εποχής με τον παλιομοδίτικο αλλά αγαπημένο «Αγγλο ασθενή». Στα nineties ο αμερικανικός ανεξάρτητος κινηματογράφος αναπτύσσεται ραγδαία, ο παραγωγός Χάρβεϊ Γουάινστιν ιδρύει τη MIRAMAX που εξελίσσεται σε κολοσσό και ένας πραγματικός auteur, ο Κουέντιν Ταραντίνο, «κλέβει» όλο το σινεμά για να κάνει κάτι απολύτως δικό του («Reservoir Dogs», «Pulp fiction»).
Το πέρασμα στον 21ο αιώνα
Μετά την αλλαγή του μιλένιουμ, το φιλμ δίνει σιγά-σιγά τη θέση του στο ψηφιακό φορμά και το υπερθέαμα των οπτικών εφέ πιάνει ταβάνι με τη μεταφορά στο σινεμά comics, κυρίως της Marvel («The Avengers», «Spider Man» κ.ά.). Η λέξη franchise μπαίνει στην καθομιλουμένη και το βιογραφικό δράμα γίνεται της μόδας αποσκοπώντας στα βραβεία Οσκαρ («Ray», «Walk the line», «Bohemian Rhapsody» κ.ά.).
Στις μέρες μας, στην εποχή του live streaming και των ψηφιακών πλατφορμών, το NETFLIX δηλώνει σαφώς ότι δεν είναι με το μέρος της αίθουσας, ενώ τη ΑΙ έχει φέρει τα πάνω κάτω στο σύστημα. Εχει φανατικούς εχθρούς αλλά και καταξιωμένους σκηνοθέτες σαν τον Μάρτιν Σκορσέζε ανοιχτούς στην προοπτική πειραματισμών. Φυσικά, ταινίες εξακολουθούν να γυρίζονται όπως παλιά, αναρωτιέσαι όμως αν το σινεμά του δημιουργού έχει μέλλον στην Αμερική ή τείνει να γίνει μουσειακό είδος με οραματιστές καλλιτέχνες σαν τον (επίσης Βρετανό) Κρίστοφερ Νόλαν («Οπενχάιμερ», «Οδύσσεια»), γλυκές εξαιρέσεις.
