Διχάζει την Ευρώπη η επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία

Να μιλήσουν στον Πούτιν οι Ευρωπαίοι για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία; - Το πλήγμα με το ρωσικό drone στη Ρουμανία εντείνει τις ανησυχίες για διάχυση του πολέμου και περιπλέκει τη συζήτηση - Οι κίνδυνοι των διαπραγματεύσεων και το μεγάλο ερώτημα του «ειδικού απεσταλμένου»

Διχάζει την Ευρώπη η επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία

Oταν τον περασμένο Φεβρουάριο ο γάλλος σύμβουλος εθνικής ασφάλειας επισκέφθηκε τη Μόσχα με εντολή του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, είχε ως στόχο να πείσει το Κρεμλίνο ότι η Ευρώπη άξιζε μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο ο Γιούρι Ουσάκοφ, σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, φέρεται να απέρριψε απερίφραστα τις γαλλικές προτάσεις, δηλώνοντας όμως ότι η Ρωσία θα ήταν ανοιχτή σε ένα διαφορετικό ευρωπαϊκό μήνυμα.

Ακριβώς σε αυτό το μήνυμα προσπαθούν πλέον να συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ, καθώς η συζήτηση για την επαναπροσέγγιση της Μόσχας γίνεται όλο και πιο έντονη – μια συζήτηση που μέχρι πριν από λίγο καιρό θα θεωρούνταν «αιρετική» στις Βρυξέλλες, αφού η ΕΕ επέμενε στους κλειστούς επίσημους διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Aνησυχίες

Μέχρι πρόσφατα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούσαν ότι οποιαδήποτε προσπάθεια πολιτικής επαναπροσέγγισης θα υπονόμευε την Ουκρανία και θα έστελνε λάθος μήνυμα στη Μόσχα. Ομως, καθώς οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί, η διατήρηση αυτής της πολιτικής καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολη. Η Ρωσία εντείνει τις αιματηρές επιθέσεις της, ενώ οι αμερικανοί διαπραγματευτές του Ντόναλντ Τραμπ εργάζονται για κάποιο είδος ειρηνευτικού σχεδίου εδώ και τουλάχιστον έναν χρόνο χωρίς πρόοδο, καθώς προκύπτουν επανειλημμένοι περισπασμοί, με πιο πρόσφατο τον πόλεμο στο Ιράν. Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι δεν είχαν θέση στο τραπέζι κατά τη διάρκεια κρίσιμων συζητήσεων και έτσι δεν γνωρίζουν αν οι Αμερικανοί διαπραγματεύονται με γνώμονα και δικά τους συμφέροντα.

Στη Ρουμανία, την περασμένη Παρασκευή, σημειώθηκε ένα πρωτοφανές πλήγμα από ρωσικό drone, το οποίο αφήνει περιθώρια για ανησυχίες για διάχυση του πολέμου και περιπλέκει το ζήτημα του αν θα συνομιλήσει η ΕΕ με τη Μόσχα. Μόλις μία μέρα νωρίτερα, οι υπουργοί Εξωτερικών του μπλοκ συζητούσαν στην Κύπρο την πιθανότητα συνομιλιών με τον Πούτιν για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Αναφορικά με αυτό το ενδεχόμενο, έχει προκύψει ένα μεγάλο ερώτημα στους κόλπους της ΕΕ: πρέπει να επιλεγεί κάποιος «ειδικός απεσταλμένος» για να συνομιλήσει απευθείας με τη ρωσική ηγεσία;

Ρεπορτάζ του «Politico» αναφέρει πως κάποιες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στήριξαν αυτό το ενδεχόμενο, με τα πρόσωπα που έχουν ακουστεί για τον ρόλο να περιλαμβάνουν την πρώην γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ, τον πρώην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, τον φινλανδό πρόεδρο Αλεξάντερ Στουμπ και τον προκάτοχό του Σάουλι Νιινίστο, αλλά και τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Η Μέρκελ είχε δηλώσει πρόσφατα ότι η Ευρώπη δεν αξιοποιεί τη διπλωματική της επιρροή για να συμβάλει στον τερματισμό του πολέμου της Ρωσίας και ότι δεν διατηρεί επαρκή επαφή με τη Μόσχα.

Απέρριψε όμως το σενάριο να μεσολαβήσει προσωπικά στις διαπραγματεύσεις, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα έπρεπε να γίνει από εν ενεργεία ηγέτες. Ο Στουμπ, από την άλλη, φαίνεται πως ενδιαφέρεται για τον ρόλο αυτόν, αλλά μόνο κατόπιν αιτήματος των ηγετών της ΕΕ και μετά από μια σταθερή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Οπως και να έχει, δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που υποστηρίζουν πως οποιαδήποτε επιλογή συνομιλητή που δεν ανήκει στην ηγεσία της ΕΕ – δηλαδή είτε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα είτε η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είτε η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας – αυτόματα θα οδηγούσε στην αυτοϋπονόμευση των θεσμών του μπλοκ. Επιπλέον, τα κράτη-μέλη της ΕΕ παραμένουν βαθιά διχασμένα σχετικά με το εάν μια τέτοια κίνηση θα βοηθούσε στον τερματισμό του πολέμου.

«Παγίδα»

Μπορεί η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο κα η Αυστρία να έχουν υποστηρίξει ανοιχτά την ιδέα αυτή, όμως η Πολωνία θεωρεί πως η Ευρώπη δεν πρέπει να εκκινήσει διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία – άποψη που ενστερνίζονται και οι χώρες της Βαλτικής, αλλά και η ίδια η Κάλας που κατάγεται από την Εσθονία. Η υπουργός Εξωτερικών της ΕΕ προειδοποίησε μάλιστα την περασμένη εβδομάδα από την Κύπρο πως ο Πούτιν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις διαπραγματεύσεις ως «παγίδα», το οποίο, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό Τύπο, θα σήμαινε να «επιλέξει» ο ίδιος τον ευρωπαίο συνομιλητή του, να παρατείνει τις συνομιλίες και να κερδίσει παραχωρήσεις.

Παράλληλα, τόσο η Κάλας όσο και κάποιοι ακόμη υπουργοί Εξωτερικών επισημαίνουν πως, δεδομένης της στάσης της Ευρώπης στο πλευρό της Ουκρανίας τόσο ηθικά όσο οικονομικά και στρατιωτικά, θα ήταν αδύνατο να αναλάβει ξαφνικά τον ρόλο του μεσολαβητή σε μελλοντικές ειρηνευτικές συνομιλίες. «Δεν γίνεται να είμαστε ουδέτεροι, αφού είμαστε με την Ουκρανία» ανέφερε χαρακτηριστικά η Κάλας.

Ορισμένες κυβερνήσεις είναι απογοητευμένες από την ίδια τη συζήτηση και φοβούνται ότι το μόνο που αποφέρει είναι να αποκαλύπτει τις διαιρέσεις της ΕΕ για την Ουκρανία. «Αυτό δεν είναι κάτι που συζητείς δημόσια» δήλωσε ευρωπαίος διπλωμάτης στους «New York Times». Πάντως ο Ντμίτρι Πεσκόφ, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, έχει επαινέσει τις ευρωπαϊκές σκέψεις για το άνοιγμα διαύλων επικοινωνίας με τη Μόσχα. «Ο Πούτιν απέχει μόνο ένα τηλεφώνημα για τις ευρωπαϊκές χώρες» δήλωσε

Επιφυλάξεις

Ο ίδιος ο ρώσος πρόεδρος δήλωσε πρόσφατα ανοιχτός σε συνομιλίες, υπό την προϋπόθεση ότι ο όποιος απεσταλμένος «δεν θα έχει πει άσχημα πράγματα για εμάς». Μάλιστα, πρότεινε τον προκάτοχο της Μέρκελ, Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος διατηρεί στενές σχέσεις με τη Μόσχα. Το ενδεχόμενο αυτό έχει απορριφθεί κατηγορηματικά από τους Ευρωπαίους και το Κίεβο, με την ΕΕ να λέει πως σε αυτή την περίπτωση «και στις δύο πλευρές του τραπεζιού θα καθόταν η Ρωσία».

Αρκετοί ευρωπαίοι αξιωματούχοι είναι εξαιρετικά επιφυλακτικοί απέναντι στις προθέσεις του Κρεμλίνου. Αλλά ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι δεν είναι απίθανο η Ρωσία να εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους διότι, τους επόμενους μήνες, ο Πούτιν αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπος με μια δύσκολη κατάσταση: οι ρωσικές δυνάμεις χάνουν σχεδόν 35.000 στρατιώτες τον μήνα, σύμφωνα με εκτιμήσεις των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών, περισσότερους από όσους μπορεί να στρατολογήσει το Κρεμλίνο.

Η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία με τον τρέχοντα ρυθμό του σύντομα θα καταστεί αδύνατη χωρίς μια αναγκαστική στρατιωτική κινητοποίηση που εκτιμάται πως θα είχε τεράστιες επιπτώσεις εντός της Ρωσίας. Πέραν όμως αυτού, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι ρωσικοί στρατηγικοί στόχοι – πολλοί εκ των οποίων αποτελούν κόκκινες γραμμές για Βρυξέλλες και Κίεβο – έχουν περιοριστεί ή αναδιαμορφωθεί.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version