Η ιστορία του δεν είναι η τυπική διαδρομή ενός συγγραφέα που ονειρευόταν από παιδί να γράφει. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Νομική και Εγκληματολογία στην Αθήνα, έκανε την άσκησή του στο νησί του και ταξίδεψε στο Παρίσι στο πλαίσιο μιας έρευνας, που τελικά τον οδήγησε σε άλλα μονοπάτια.
«Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα τι δεν θέλω να κάνω για το υπόλοιπο της ζωής μου. Αυτό ήταν το πρώτο – και δυσκολότερο – βήμα» αναφέρει o Χρήστος Μαρκογιαννάκης.
«Η συγγραφή προέκυψε οργανικά, από τύχη – ή πεπρωμένο; –, χάρη στον χρόνο, την έμπνευση και τις γνωριμίες που μου πρόσφερε η πόλη αυτή. Πάντα μου άρεσε να διηγούμαι ιστορίες, διάβαζα και διαβάζω αρειμανίως, αλλά δεν είμαι από αυτούς που ονειρεύονταν παιδιόθεν να γίνουν συγγραφείς.
Ηταν μετά την κυκλοφορία και την επιτυχία του πρώτου βιβλίου – με την εγκληματολογική ανάλυση έργων τέχνης στο Λούβρο, αποτέλεσμα της έρευνας που προαναφέρθηκε – και του πρώτου αστυνομικού μυθιστορήματος που συνειδητοποίησα ότι – όπως στο “Κλεμμένο γράμμα” του Πόε – η απάντηση στο “τι θέλω να κάνω στη ζωή μου” ήταν μπροστά στα μάτια μου και δεν την είχα δει» εξηγεί ο ίδιος.
Η τέχνη ως σκηνή εγκλήματος
Εκεί, ανάμεσα σε εγκληματολογικά συγγράμματα και πίνακες της Αναγέννησης, επινόησε τον όρο «criminart», μια δική του σχολή οπτικής που «διαβάζει» την υψηλή τέχνη ως σκηνή εγκλήματος.
«Το criminart γεννήθηκε χάρη στον Τόμας ντε Κουίνσι και μια έκθεση στο Μουσείο Orsay, η οποία με έσπρωξε να αντιπαραβάλω την καταστροφή με τη δημιουργία» αναλύει. Εργα όπως «Τα παιδιά του Εδουάρδου IV» του Ντελαρός, «Ιουδήθ και Ολοφέρνης» της Τζεντιλέσκι, «Ο θάνατος του Μαρά» του Νταβίντ και «Οι τύψεις του Ορέστη» του Μπουγκερό λειτούργησαν για τον συγγραφέα ως σημεία αναφοράς.
«Οι καλλιτέχνες για αιώνες εμπνέονταν από την ελληνορωμαϊκή μυθολογία, τη Βίβλο και την Ιστορία, τρεις πηγές γεμάτες αίμα! Δεν είναι δύσκολο λοιπόν να εντοπίσουμε σε οποιοδήποτε μουσείο έργα που αναπαριστούν τη στιγμή της εγκληματικής πράξης, το πριν ή τις συνέπειές της. Τα σκηνικά αυτά αναλύω, αναζητώντας το ποιος, το πού, το πότε και το γιατί, λαμβάνοντας υπόψη και το ιστορικό, κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο των πρωταγωνιστών – δραστών και θυμάτων – αλλά και του καλλιτέχνη» σημειώνει.
Αυτή η ανάλυση της εγκληματικής πράξης στον καμβά μεταφέρεται αυτούσια και στη λογοτεχνική του μέθοδο. Ως συγγραφέας που υπηρετεί το κλασικό «whodunnit», ο Μαρκογιαννάκης λειτουργεί με τη στρατηγική ενός σκακιστή: «Πριν πληκτρολογήσω την πρώτη λέξη, έχω αποφασίσει τον δράστη και το γιατί. Αυτά είναι ο προορισμός μου.
Το ταξίδι προς τα εκεί, ωστόσο, δεν μπορεί να είναι εύκολο, χρειάζονται εμπόδια, ανατροπές, στροφές και αναστροφές μέχρι την άφιξη στην αλήθεια». Παρόλο που ο προορισμός είναι προδιαγεγραμμένος, ο ίδιος απολαμβάνει να βαδίζει χωρίς ακριβή χάρτη, αφήνοντας τους χαρακτήρες να του υποβάλλουν τη διαδρομή παράγραφο την παράγραφο.
Η Αθήνα των «αόρατων» ανθρώπων
Στο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Ολα τα μάτια πάνω μου», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, η εγκληματολογική παρατήρηση γίνεται πιο σκοτεινή, σχεδόν νατουραλιστική. Ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου αναζητεί έναν δολοφόνο που αφαιρεί τα μάτια των θυμάτων του, σε μια Αθήνα που κατοικείται από ανθρώπους «αόρατους»: άστεγους, μετανάστες και διανομείς.
«Το βλέμμα είναι εργαλείο αναζήτησης της αλήθειας, δέκτης ομορφιάς και οθόνη συναισθημάτων, φίλτρο για τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε τον κόσμο. Είναι όμως και ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των πρωταγωνιστών – ενός δολοφόνου που τα αφαιρεί, μιας profiler που χάνει την όρασή της, ενός αστυνόμου με οφθαλμοφοβία» περιγράφει.
Η ιστορία, που ξεκινάει με την περίφημη φράση του Τειρεσία στον Οιδίποδα, καταλήγει σε μια πικρή διαπίστωση: «Συχνά η αλήθεια βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, αλλά επιλέγουμε να μην τη δούμε».
Αυτή η εθελοτυφλία μοιάζει να απασχολεί τον συγγραφέα και ως κοινωνικό παρατηρητή. Σχολιάζοντας την έξαρση της εγκληματικότητας και της βίας στην Ελλάδα, μοιράζεται την οπτική του: «Εξάρσεις και περίοδοι ηρεμίας διαδέχονται η μία την άλλη. Να θυμίσω πως κοινωνία χωρίς έγκλημα δεν υπάρχει, όπως έλεγε και ένας εκ των πατέρων της κοινωνιολογίας, ο Εμίλ Ντιρκέμ.
Σίγουρα τα κοινωνικά δίκτυα και τα ηλεκτρονικά media έχουν συμβάλει στη γνωστοποίηση παθογενειών που υπήρχαν αλλά κρύβονταν παλαιότερα. Το βρίσκω θετικό: δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ή να μάθουμε να προλαβαίνουμε μια κατάσταση αν δεν την έχουμε μπροστά μας».
Παρά τη σκληρότητα των θεμάτων του, ο Μαρκογιαννάκης παραμένει ένας συγγραφέας που αναζητεί την ομορφιά ακόμα και εκεί όπου η ιστορία την αρνήθηκε. Με το βιβλίο «Ομέρο, ο κρυφός γιος» (κυκλοφορεί και αυτό από τις Εκδόσεις Ψυχογιός), τη φανταστική αυτοβιογραφία για το χαμένο παιδί της Μαρίας Κάλλας και του Αριστοτέλη Ωνάση, επιχείρησε μια δημιουργική φυγή από το αυστηρό νουάρ.
«Ο θαυμασμός μου για την Κάλλας δεν είναι κρυφός – τον μετάγγισα στον Μάρκου ήδη από το πρώτο βιβλίο. Οταν σε μια συνέντευξή της, του 1970, την άκουσα να λέει πως θα είχε παρατήσει ευχαρίστως την καριέρα της για να έχει παιδιά, αποφάσισα να της προσφέρω, ποιητική αδεία, αυτό που ζητούσε.
Οι καλές αρχικές προθέσεις μου για ευτυχές τέλος, ωστόσο, συνεθλίβησαν υπό το βάρος της τραγικότητας των πρωταγωνιστών» αναφέρει και συνεχίζει: «Τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας είναι σκόπιμα ρευστά, οι αναγνώστες μού επισημαίνουν πως δεν μπορούν να τις διαχωρίσουν. Αυτό το λαμβάνω ως κομπλιμέντο, μεγαλύτερο ίσως και από τις ελεγειακές κριτικές του γαλλικού και ιταλικού Τύπου».
Οι διακρίσεις και τα σχέδια για το μέλλον
Αυτή η διεθνής απήχηση δεν έμεινε μόνο σε επίπεδο κριτικών, αλλά επισφραγίστηκε με κορυφαίες διακρίσεις. Το 2023 τιμήθηκε με το Μεσογειακό Βραβείο Αστυνομικού Μυθιστορήματος (Prix Méditerranée du Polar), ενώ η συμβολή του στην ανάδειξη και διάδοση του πολιτισμού και της πολιτιστικής κληρονομιάς στη Γαλλία αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο αναγνωρίστηκε από το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού, που το 2025 του απένειμε τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων.
Μέλος πλέον της περίφημης Crime Writers’ Association, έχει χτίσει μια στιβαρή βιβλιογραφία οκτώ έργων που ισορροπούν ανάμεσα στο κλασικό νουάρ και το εγκληματολογικό δοκίμιο.
Σήμερα, ως ένας Ελληνας που οι Γάλλοι αναγνωρίζουν ως έναν «δικό τους» μετρ του αστυνομικού μυθιστορήματος, αρνείται να επαναπαυθεί: «Μόνη μου σταθερά είναι πως γράφω πάντα για θέματα που με παθιάζουν. Δεν θέλω να γράφω το ίδιο βιβλίο αλλάζοντας απλώς τοποθεσίες και ονόματα πρωταγωνιστών. Η (εν)αλλαγή έχει (εμπορικό) ρίσκο, αλλά ο αντίποδας θα ήταν ο δημιουργικός μαρασμός».
Πιστός σε αυτή την αρχή, ετοιμάζει ήδη τα επόμενα βήματά του εκτός συνόρων: «Ενα βιβλίο στα αγγλικά, με πενήντα δολοφονίες από την αρχαιότητα έως και τον 20ό αιώνα που άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας, και ένα ανέκδοτο, criminartistic βιβλίο με έργα τέχνης από όλον τον κόσμο, στα ισπανικά. Σύντομα θα ξεκινήσω να γράφω και την επόμενη έρευνα του Μάρκου. Οι ιδέες υπάρχουν, ο χρόνος θα βρεθεί. Οπως βρίσκεται πάντα».