Ο Βασίλης Μπισμπίκης και η Λένα Κιτσοπούλου μοιάζει να βρήκαν γόνιμο έδαφος για την πρώτη τους συνεργασία, με τον «Σωσμένο» του βρετανού συγγραφέα Εντουαρντ Μποντ.
Το έργο, που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην εποχή του – στα μέσα της δεκαετίας του ’60 – και παραμένει εξίσου σκληρό στη γλώσσα και, κυρίως, στην απεικόνιση της βίας, γίνεται στα χέρια τους το κατάλληλο υλικό για να μιλήσουν με τον δικό τους τρόπο για το σήμερα, την κοινωνία, τις σχέσεις, την οικογένεια, τη βία – την εφηβική βία.
Σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μπισμπίκη, η διασκευή είναι βασισμένη στη μετάφραση του Τάσου Μπαντή (για το ιστορικό πλέον ανέβασμα του Εμπρός το 1990, με τους Ράνια Οικονομίδου, Δημήτρη Καταλειφό, Γιώργο Κέντρο κ.ά.).
Με την αμεσότητα που τους διακρίνει, οι δύο ηθοποιοί μιλούν για όσα τους ενώνουν, αλλά και για τα ρίσκα που παίρνουν. Ο ωμός κόσμος του Μπισμπίκη συναντά το ποιητικά σκληρό σύμπαν της Κιτσοπούλου.
Πώς ξεκίνησε το «πάντρεμά» σας;
ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΙΣΜΠΙΚΗΣ: «Πρώτα βρήκα το έργο. Μετά ήρθε η συνεργασία μας με τη Λένα. Ηταν να τη σκηνοθετήσω στην “Εντα Γκάμπλερ” στο Εθνικό, αλλά τότε, λόγω COVID-19, η παράσταση δεν έγινε. Εχουμε βρεθεί σε παρέες, την ακολουθώ, βλέπω τις δουλειές της, θαυμάζω την τόλμη της. Και σαν άνθρωπο τη γουστάρω πολύ. Ταιριάζουμε, στην τρέλα και την τόλμη. Ρισκάρουμε».
ΛΕΝΑ ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: «Γνωριζόμασταν, υπήρχε συμπάθεια. Αυτόν τον καιρό έτυχε να είμαι κοντά, λόγω κοινών φίλων, είδα πάλι το “Ανθρωποι και Ποντίκια” και κάπως ξαναβρεθήκαμε. Ετυχε να αποχωρήσει και η Μαρία Κεχαγιόγλου κι έτσι με σκέφτηκε. Είπα με τεράστια χαρά “ναι”. Με πέτυχε και σε μια στιγμή όπου ήθελα να παίξω. Αν ήθελα να δουλέψω με κάποιον, μόνο με τον Βασίλη θα μπορούσα, ώστε να μπω σε αυτή την ψυχαναγκαστική διαδικασία – πρόβες, ωράρια, ρόλοι».
Πώς είναι η εμπειρία;
Λ.Κ.: «Δεν τον είχα ζήσει ποτέ τον Βασίλη. Ηλπιζα ότι θα είναι όπως το φανταζόμουν. Είναι πολύ καλύτερα. Δεν έχω συναντήσει πιο γενναιόδωρο, δοτικό, ευγενή άνθρωπο στο θέατρο, με ευγνωμοσύνη σε αυτό που του δίνω. Με νοιάξιμο για τον άλλον, κάτι που έχω κι εγώ και που εκτιμώ στους ανθρώπους. Γιατί συχνά έχουμε ζήσει ψυχαναγκαστικές, καταναγκαστικές, φασιστικές συμπεριφορές και από πολύ νέους. Εχει μεγάλη σημασία να νιώθω καλά, να είμαι ο εαυτός μου».

Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος
«Επικίνδυνο» μείγμα οι δυο σας;
Β.ΜΠ.: «Ναι, πάρα πολύ. Διαφέρουμε λίγο στη φόρμα. Εγώ κινούμαι περισσότερο σε μια γραμμική αφήγηση, στο ρεαλιστικό θέατρο. Η Λένα κινείται στα ίδια με διαφορετική φόρμα, έχει ποίηση, συμβολισμούς, παίζει με άλλους κώδικες. Εδώ υπάρχει και ποίηση και ρεαλισμός».
Λ.Κ.: «Πράγματι. Και ελπίζω να βγει κάτι καλό ή να βγει σε κάτι άλλο πιο μετά. Βλέπω αυτή τη συνάντηση σαν ένα σκαλοπάτι που μπορεί να μας πάει αλλού. Το καλό είναι ότι βρεθήκαμε, ότι συνομιλήσαμε. Εγώ έχω λίγο άλλη γλώσσα, μοιάζει φυσική και δεν είναι ακριβώς, έχει ρυθμό, φόρμα. Του Βασίλη είναι φυσική. Κάπως έχουμε ταιριάξει, έχουμε αποδεχθεί ο ένας τον άλλον».
Δουλέψατε μαζί τη διασκευή;
Β.ΜΠ.: «Εμείς την κάνουμε πάντα με την ομάδα, αλλά αυτή τη φορά – και ευτυχώς – έβαλε πολύ το χέρι της η Λένα. Συναντήσαμε διάφορα αδιέξοδα. Η συμβολή της, με την ενέργεια και τη γραφή της, ήταν πολύ σημαντική. Οπως και ο τρόπος που θα παίξουμε. Είμαστε της τελευταίας στιγμής. Πρώτα κοιτάμε τους άλλους, μετά τους εαυτούς μας. Και οι δύο είμαστε αναβλητικοί».
Λ.Κ.: «Από ένα σημείο και μετά είναι πιο έντονη η συμμετοχή μου στο κείμενο. Εψαχνε μια λύση ο Βασίλης στον ρόλο του, έβαλα κάποιες ιδέες και προχωρήσαμε».
Συγκρουστήκατε;
Β.ΜΠ.: «Καθόλου. Την εμπιστεύομαι 100%. Μπορεί εγώ να σκηνοθετώ, αλλά και εκείνη σκηνοθετεί».
Ποιος είναι ο «Σωσμένος»;
Λ.Κ.: «Είναι ο συμβολικός τρόπος με τον οποίο ένα μωρό πεθαίνει. Μαζί πεθαίνει και η αθωότητα. Αλλά δεν το βλέπω μόνο ρεαλιστικά, το βλέπω και ποιητικά. Είναι όντως σωσμένος αυτός που δεν προλαβαίνει να μεγαλώσει μέσα σε ένα άθλιο περιβάλλον; Το σκέφτομαι συχνά για παιδιά που έχουν κάτι μάνες… Και με πόνο ψυχής λέω “μήπως ήταν καλύτερα να μην είχαν γεννηθεί, μήπως ήταν καλύτερα που δεν έζησαν;”. Αναρωτιέμαι αν κάποιοι άνθρωποι εκεί που ζουν θα ήταν καλύτερο να μη ζήσουν».
Β.ΜΠ.: «Η σκηνή με το μωρό εμπεριέχει όλη τη βία του κόσμου. Είναι ποιητική, όχι ρεαλιστική. Είναι ο μόνος φόνος που δεν έχει γίνει στην ιστορία – από όσα έχω ψάξει και διαβάσει. Να πιάσουν, δηλαδή, κάποια παιδιά ένα μωρό σε ένα πάρκο και να το κανιβαλίσουν σε σημείο να το σκοτώσουν. Μπορεί να έχουν γίνει άλλα φρικτά, αλλά εδώ ο Μποντ βάζει το χειρότερο – βία στην ακραία της μορφή. Σαν να μην υπάρχει πια ελπίδα. Εγώ όμως είμαι αισιόδοξος, και ας βλέπω τα πράγματα να πηγαίνουν όπως πάνε. Δεν σταματάω να νιώθω ότι η ελπίδα είναι στα παιδιά, ότι οι νέοι θα αλλάξουν την κοινωνία. Δεν γίνεται αλλιώς».

Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος
Σας κινητοποιεί μια προσωπική οργή;
Β.ΜΠ.: «Ενας θυμός. Και μέσα από το θέατρο τον εξευμενίζω. Λυτρώνομαι. Από τότε που άρχισα να ασχολούμαι με το θέατρο έγινε βασικό συστατικό της ζωής μου, χωρίς αυτό δεν είμαι καλά. Είχε δίκιο ο Κουν: κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας. Περισσότερο για εμάς, παρά για τους θεατές. Εχεις την αγωνία της επίδρασης, θέλεις να αφορά τον κόσμο, αλλά κυρίως γίνεται για εσένα».
Λ.Κ.: «Σίγουρα έχω θυμό για την αδικία, αλλά νομίζω πως ο θυμός υπάρχει γιατί έχω και μια τρομερή αγάπη για τον άνθρωπο, τη ζωή, τον εαυτό μου, την καλοσύνη. Με θυμώνει το άδικο, η ασχήμια – εκεί που εσύ βλέπεις μια ομορφιά, ο άλλος πάει και χτίζει ένα τέρας. Και λυτρώνομαι όταν ανεβαίνω στη σκηνή, νιώθω ότι είμαι ο εαυτός μου, με τα ρούχα μου, και θέλω να σας πω και κάτι. Παρεμβαίνω ως Λένα περισσότερο, όχι υποδυόμενη έναν ρόλο – μια κυρία, μια νοικοκυρά. Από παιδί έτσι ήμουν. Να πάω κόντρα, να μην αφήσω κάτι να πέσει. Οταν άρχισα να γράφω και να σκηνοθετώ αυτό βγήκε εντονότερα».
Σκέφτεστε τους θεατές;
Β.ΜΠ.: «Οχι. Αφήνω το ένστικτο να λειτουργήσει, να παίξουμε σαν παιδιά. Στο θέατρο που κάνουμε εμείς η διαφορά είναι ότι αυτή η τόλμη μάς οδηγεί να κάνουμε πράγματα που γουστάρουμε, να είμαστε χαρούμενοι – μετά έρχεται το κοινό. Αυτό που οφείλω να κυνηγήσω είναι η χαρά της δημιουργίας, χωρίς νοσηρότητες, με κόπο, πόνο. Ο,τι και να κάνεις πρέπει να έχει μέσα του τη χαρά ότι πείθεις το κοινό».
Λ.Κ.: «Δεν σκέφτομαι αν αυτά που γράφω θα περάσουν στο κοινό ή αν θα βρω τη θέση μου στον χώρο. Από την αρχή είχα τόση γρηγοράδα – δεν προλάβαινα να σκεφτώ. Ημουν και τυχερή. Δεν μου έτυχε να μην πάρω και τίποτα πίσω, να μη με κοιτάει κανείς, να μην μπει άνθρωπος. Γρήγορα πήρα φόρα και οι αντιδράσεις, θετικές ή αρνητικές, βοήθησαν να πάρει όλο αυτό τον δρόμο του. Δεν σκέφτομαι τι θα πει ο κόσμος. Δεν φτάνω ως εκεί. Με απασχολεί τόσο αυτό που έχω να πω, αν θα προλάβω να το πω ή αν θα το πω ωραία, που δεν προλαβαίνω να σκεφτώ αν θα αρέσει. Ούτε καν αν θα μπουν θεατές».
Γιατί μας ελκύει η βία;
Β.ΜΠ.: «Μας εξιτάρει, όπως και στον κινηματογράφο. Τα ένστικτα είναι που μας εξιτάρουν. Ολοι έχουμε μέσα μας βία, μπορούμε εν δυνάμει να γίνουμε και δολοφόνοι. Οι συνθήκες επηρεάζουν τα πράγματα. Οταν μια κοινωνία είναι σε ταπείνωση, σε ανισότητα, όταν δεν υπάρχει δικαιοσύνη, αρχίζει και γεμίζει οργή. Θυμώνουν οι άνθρωποι. Και σήμερα πιστεύω ότι είμαστε έτσι. Ερχονται άγρια πράγματα».
Λ.Κ.: «Ο καθένας μας βγάζει με άλλον τρόπο τη βία στη σκηνή. Μου αρέσει να συνδιαλέγομαι με τη βία, είναι μέρος της ζωής μου. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι ήπιο, ανώδυνο. Βλέπουμε συχνά πράγματα εύπεπτα, ωραία, όπου είναι όλα καλά. Γιατί να μη δούμε την αλήθεια, που δεν είναι καθόλου ευχάριστη ούτε στην κοινωνία που ζούμε, ούτε στις πολιτικές που βιώνουμε, ούτε στο υπαρξιακό μας σύμπαν; Μου αρέσει να ταράζομαι και να ταράζω. Να μπορώ να περάσω αυτό που νιώθω – την ομορφιά, τη βία, τη σκληράδα. Ολα μού αρέσει να φαίνονται».
Σε τι βοηθάει να τη βλέπουμε;
Β.ΜΠ.: «Οταν βλέπεις κάτι πάνω στη σκηνή, σαν καθρέφτισμα, ακόμα και αν είναι ακραίο, μπορεί να ταυτιστείς. Αρα και να δεις πόσο γελοίος ή πόσο ανθρωπάκι μπορείς να γίνεις. Πιστεύω στο θέατρο του σοκ, στο “in-your-face”, γιατί γίνεται πιο άμεση η μεταστροφή του θεατή. Δεν πιστεύω ότι ο θεατής νιώθει επιβεβαίωση ή ασφάλεια βλέποντας στη σκηνή τη βία που ο ίδιος μπορεί να ασκεί – άπωση νιώθει. Γι’ αυτό κυνηγάω τον ρεαλισμό. Είναι ένας από τους λόγους που φέρνω τα έργα στο τώρα».
Λ.Κ.: «Είναι και το θέμα των σχέσεων με τους γονείς – τους οποίους παίζουμε με τον Βασίλη: τι παιδιά έκαναν, τι θάνατο αφήνουν πίσω τους, πώς αυτοί οι άνθρωποι τόσα χρόνια δεν μιλάνε ο ένας με τον άλλον, θέματα που πάντα με απασχολούν. Κυρίως όμως με ιντριγκάρει ο τρόπος που γίνονται, πώς να το φέρουμε στο τώρα, οι λέξεις, πώς να κάνω χιούμορ, να γίνει πιο σπαρακτικό, πιο περίπλοκο, ποιητικό».
Χειροτερεύει η κατάσταση;
Β.ΜΠ.: «Ο λόγος που ανεβάζω τον “Σωσμένο” είναι γιατί με απασχολεί αυτό που γίνεται σήμερα με τους νέους. Γιατί έχει εκτοξευθεί αυτή η άσκοπη βία; Πάντα υπήρχε, αλλά όχι έτσι. Κι εμείς, παιδιά, στα πάρκα πλακωνόμασταν. Παίζαμε ξύλο αλλά την επομένη τα βρίσκαμε. Δεν βγάζαμε όπλα, μαχαίρια. Τι σημαίνει τώρα αυτό; Πρώτα-πρώτα αφορά την οικογένεια. Κάπως δεν μεγαλώνουμε καλά τα παιδιά μας, και μιλάω για τη δική μου γενιά γονέων – λέγαμε ότι θα γίνουμε καλύτεροι. Κι όμως τα παιδιά δεν έχουν σύνδεση με τους γονείς. Μπορεί να είναι όλα μια χαρά στο σπίτι, αλλά λόγω των δυσκολιών για την επιβίωση να λείπουν, και αυτό έχει αντίκτυπο στο παιδί, που προσπαθεί να ανήκει κάπου. Οπότε μπαίνει σε παρέες· σε κάποιες από αυτές το θέμα είναι ποιος θα κάνει το χειρότερο. Κι αν δεν είναι η βία στη φύση σου, αναγκάζεσαι να κάνεις κάτι για να υπάρξεις. Τρέλα, παράνοια. Εκτός από την οικογένεια, είναι και η κοινωνία, η φτώχεια, η ανισότητα. Η εικόνα της ωραίας ζωής στο Instagram αποπροσανατολίζει το παιδί».
Λ.Κ.: «Δεν νομίζω ότι αλλάζει πραγματικά κάτι στην ανθρωπότητα, απλώς τα μαθαίνουμε πιο γρήγορα, με πολλή εικόνα. Αν διαβάσεις τους αρχαίους, δεις ταινίες εποχής, γυρίσεις πίσω στους μεσαίωνες, θα καταλάβεις δυστυχώς ότι αυτά τα πράγματα γίνονταν και θα γίνονται. Μιλάμε για εκπαιδευτικά συστήματα και ξεχνάμε τη βία που υπήρχε στα σχολεία, το ξύλο».
Β.ΜΠ.: «Βέβαια φταίμε κι εμείς που τα δίνουμε όλα στα παιδιά μας. Δεν τα αφήνουμε να φάνε ταπεινώσεις, αναιρέσεις, τα θεωρούν όλα εύκολα. Εγώ που είμαι χωρισμένος και έχω τον γιο μου τρεις μέρες την εβδομάδα, αισθάνομαι ενοχές. Πιάνω τον εαυτό μου να θέλει να του πάρει ένα δώρο για να καλύψει την απουσία. Ενώ δεν χρειάζεται. Χρόνο χρειάζεται».

Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος
Πώς είστε μεταξύ σας;
Β.ΜΠ.: «Με τη Λένα νιώθω ελευθερία, νιώθω καλά».
Λ.Κ.: «Ο Βασίλης “κερνάει”. Κερνάει θέατρο, ζωή, τον εαυτό του ολόκληρο. Εχουμε και κάτι κοινό, θέλουμε όλο να φεύγουμε».
Β.ΜΠ.: «Οντως. Να μην κάνουμε πρόβες, να πηγαίνουμε βόλτες. Η Λένα μού δημιουργεί χαρά».
Λ.Κ.: «Κι εμένα ο Βασίλης».
Β.ΜΠ.: «Τη θεωρώ κάπως σαν οικογένεια, και αυτό έγινε πολύ γρήγορα».
Λ.Κ.: «Ετσι ακριβώς. Με τον Βασίλη μού αρέσει που δεν έχει αυτό το “πρέπει”, δεν έχει τίποτα το ψυχαναγκαστικό. Οι περισσότεροι είναι άρρωστοι με τον εαυτό τους και τον εγωισμό τους».
Με τον «Σωσμένο» θα «σωθείτε»;
Β.ΜΠ.: «Εχουμε σωθεί ήδη».
Λ.Κ.: «Αλήθεια είναι. Σωσμένοι είμαστε εμείς».
INFO
«Σωσµένος»: Cartel Τεχνοχώρος (Λεωφόρος Κηφισού 41, Αιγάλεω), έως τις 23 Μαΐου.