Ο Βασίλης Αδραχτάς ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία μελετητών που κινούνται με την ίδια άνεση ανάμεσα στον Αγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και στα ονειρέματα των Αβοριγίνων της Αυστραλίας.
Σπούδασε Θεολογία στο ΕΚΠΑ, ειδικεύθηκε στη βυζαντινή φιλοσοφία, εκπόνησε διδακτορικό στην Κοινωνιολογία της Θρησκείας στο Πάντειο και, στη συνέχεια, ένα δεύτερο διδακτορικό στην Αυστραλία, στα αυτόχθονα αυστραλιανά θρησκεύματα. Σ
ήμερα, είναι υπεύθυνος του Προγράμματος Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας, ενώ επί δέκα χρόνια διετέλεσε πρόεδρος – και τώρα γραμματέας – του παραρτήματος Σίδνεϊ της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη.
Η τελευταία του δουλειά είναι ένα λεύκωμα που βάζει τον Καζαντζάκη να συνομιλεί με τον ινδό μυστικιστή, φιλόσοφο Σρι Αουρομπίντο, ενώ ο κύκλος εκδηλώσεων «Τόπος και Τοπίο – Αυτόχθονη τέχνη της Αυστραλίας και η πρόσληψή της από σύγχρονους έλληνες εικαστικούς», στον οποίο συνέβαλε καθοριστικά και που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Αυστραλίας, έφερε στην Ελλάδα πρωτότυπα έργα αυτοχθόνων καλλιτεχνών.
Πρόσφατα τιμήθηκε με βραβείο από τον διεθνή μη κερδοσκοπικό οργανισμό Writers Capital International Foundation, το οποίο του απένειμε η πρέσβης της Αυστραλίας στην Ελλάδα Αλισον Ντάνκαν.

Λέτε συχνά ότι ο Καζαντζάκης είναι ο κατ’ εξοχήν θρησκευτικός συγγραφέας μας. Δεν ακούγεται παράδοξο για έναν δημιουργό που βρέθηκε στο στόχαστρο της Εκκλησίας;
«Και όμως, τον θεωρώ τον πιο θρησκευτικό συγγραφέα που έχουμε – περισσότερο ακόμη και από τον Παπαδιαμάντη. Είναι μία από τις μείζονες “κρυφοθεολογικές” μορφές της νεότερης Ελλάδας, ένας πολύ μεγάλος θεολόγος που απλώς δεν έγραψε σε θεολογικό ιδίωμα. Ο Καζαντζάκης είχε τρέλα με τη θρησκευτικότητα: τον ενδιέφεραν οι διασυνδέσεις, οι επαφές, τα υβριδικά μορφώματα, το πώς οι θρησκείες συναντιούνται, το πώς η μία επηρεάζει την άλλη. Στην Ευρώπη, ακολουθούσε ρεύματα γνωστά – τον υπαρξισμό, τον Μπεργκσόν, τον Γουάιτχεντ. Για την Ελλάδα της εποχής του όμως ήταν, όπως λέμε, σαν τη μύγα μες στο γάλα. Και το πλήρωσε ακριβά».
Πολλοί, πάντως, τον αντιμετωπίζουν σήμερα ως ξεπερασμένο.
«Μπορεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο που έδωσε ο ίδιος στις απαντήσεις του να το βλέπουμε πλέον κριτικά. Οι ιδέες όμως αυτές καθαυτές – η υπέρβαση, η αναζήτηση της λύτρωσης, το τι είναι η αλήθεια, τι είναι η αθανασία – δεν ξεπερνιούνται ποτέ. Το έργο του διατηρεί την αξία του ακριβώς επειδή θέτει αυτά τα ερωτήματα. Και μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για συγγραφέα με εκπληκτική πρόζα, με γλώσσα μοναδική – κάτι που, δυστυχώς, χάνεται στις μεταφράσεις».
Αν τον διαβάσει κανείς σήμερα, με τα μάτια της εποχής της κλιματικής κρίσης και της βιωσιμότητας, ανακαλύπτει έναν σχεδόν «οικολογικό» Καζαντζάκη. Το «όλα είναι ένα» – η φύση, ο άνθρωπος, ο μεγάλος κύκλος της γης και του Σύμπαντος – μοιάζει να προαναγγέλλει όσα σήμερα συνοψίζουμε στο ακρωνύμιο ESG: Environmental, Social, Governance, δηλαδή Περιβάλλον, Κοινωνία, Ηθική Διακυβέρνηση.
«Ασφαλώς! Ηταν ένας δεινός παρατηρητής της φύσης. Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τα λουλούδια, τα πουλιά, το χορτάρι, τον άνεμο, το λεπτεπίλεπτο των περιγραφών του μαρτυρά έναν άνθρωπο εξαιρετικά ευαίσθητο και διεισδυτικό, με μεγάλη ακρίβεια στη λεπτομέρεια – κάτι σαν “ο Θεός των μικρών πραγμάτων”. Ισως γιατί πίστευε ότι το θείο είναι παντού: τον ενδιέφεραν τα μεγάλα, αλλά τον ενδιέφεραν και τα ελάχιστα. Η ιδέα ότι φύση και άνθρωπος αποτελούν ενιαίο σύνολο, ότι οφείλουμε σεβασμό στο Ολον, διατρέχει το έργο του δεκαετίες πριν καν αρχίσουμε να το συζητούμε ως “βιωσιμότητα”. Εζησε όμως σε μια εποχή που ήθελε τα πράγματα αυστηρά οριοθετημένα. Αυτή η ρευστότητα ανάμεσα στις κατηγορίες – ύλη και πνεύμα, καλό και κακό – φόβιζε τον κόσμο και φόβιζε την Εκκλησία. Το έργο του ερωτοτροπούσε με αυτή τη ρευστότητα και την πλήρωσε προσωπικά. Πόσες φορές τού κόστισε το Νομπέλ; Θυμηθείτε τη φοβερή δήλωση του Αλμπέρ Καμί, ότι το βραβείο όφειλε να το είχε πάρει ο Νίκος Καζαντζάκης!».

Φέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από την έκδοση του «Ζορμπά».
«Ενός βιβλίου που γράφτηκε εν μέσω Κατοχής, στην Αίγινα, και εκδόθηκε το 1946. Και ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα – έως τότε έγραφε άλλα πράγματα: θεατρικά, ταξιδιωτικά, την “Οδύσεια”, τα φιλοσοφικά του δοκίμια, όπως την “Ασκητική” και το “Συμπόσιον”, αυτό το πολύ μικρό κείμενο με τον έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο κόσμος στέκεται στα γνωστά μυθιστορήματα, που είναι ουσιαστικά η εφαρμογή των θεωριών του, αλλά δεν διαβάζει τα φιλοσοφικά γραπτά του, και έτσι χάνει το ιδεολογικό και θρησκευτικό υπόβαθρο πίσω από τα best sellers».
Η Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη στο Σίδνεϊ μετρά ήδη 26 χρόνια δράσης. Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά της;
«Το τμήμα Σίδνεϊ της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη ιδρύθηκε το 2000: εκδόσεις, προβολές ταινιών, ομιλίες κάθε χρόνο στο Ελληνικό Φεστιβάλ του Σίδνεϊ. Είναι μια όαση, μια πραγματικά λογοτεχνική εταιρεία μέσα στην Ομογένεια. Ενα από τα προγράμματα που ονειρευόμαστε – και το έχουμε ήδη συζητήσει στο διοικητικό μας συμβούλιο και είναι στα αμέσως προσεχή μας σχέδια – είναι ο πολιτιστικός τουρισμός: να φέρνουμε ανθρώπους από την Αυστραλία, όχι μόνο Ελληνες, στην Κρήτη και να διαβάζουμε το έργο του Καζαντζάκη επί τόπου, με σημείο αναφοράς το Μουσείο Καζαντζάκη στη Μυρτιά. Εκεί θα μπορούσαν να γίνονται workshops, σεμινάρια και ομιλίες και παράλληλα δράσεις σε συγκεκριμένες παραλίες, βουνά, φαράγγια. Υπάρχουν περιγραφές στην “Οδύσεια” που μόνο στην Κρήτη μπορείς να τις νιώσεις – και είναι δυνατόν να καταλάβεις τον “Καπετάν Μιχάλη” χωρίς να πας στο Ηράκλειο; Το απαιτεί το ίδιο το κείμενο. Φανταστείτε ένα δεκαπενθήμερο με θέμα την “κρητική ματιά”: πού αλλού θα την εκτιμήσει κανείς παρά στην Κρήτη; Πιστεύω ότι θα ήταν κάτι όμορφο και για τους συμμετέχοντες και για το Μουσείο, στο οποίο θα έδινε νέες διαστάσεις εξωστρέφειας. Του χρόνου συμπληρώνονται 70 χρόνια από τον θάνατό του· θα ήταν ωραίο το πρώτο ταξίδι να γίνει τότε».

Το Μουσείο, που φιλοξενεί το αρχείο του συγγραφέα, έχει προχωρήσει στην ψηφιοποίηση των επιστολών του, οι οποίες είναι πλέον προσβάσιμες στο Διαδίκτυο. Τι προσθέτουν στη μελέτη του έργου του;
«Πάρα πολλά. Πάντα έβρισκα συναρπαστικές τις επιστολές του, και εκείνες που ήδη γνωρίζαμε – όπως αυτές που δημοσίευσε η Ελένη Καζαντζάκη στο βιβλίο της. Βλέπει κανείς πώς επικοινωνούσε με ανθρώπους διαφορετικών εθνοτήτων και ιδεών· και αυτό από μόνο του μαρτυρά τη διαπολιτισμικότητα των οριζόντων του. Οι επιστολές είναι όμως πολύτιμες και για κάτι πολύ παρεξηγημένο: την κατηγορία του μισογυνισμού. Στο βιβλίο της Ελένης οι περισσότεροι αποδέκτες είναι γυναίκες· και ο τρόπος που τους μιλά, που επικοινωνεί και μοιράζεται πράγματα μαζί τους δείχνει έναν εντελώς διαφορετικό Καζαντζάκη – σε καμία περίπτωση έναν μισογύνη. Πολλοί μπερδεύουν τη φωνή ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα, την οποία μετέρχεται ο συγγραφέας για να αποδώσει το κοινωνικό κλίμα της εποχής, με τη φωνή του ίδιου του Καζαντζάκη. Αναμφίβολα πέρασε μια μοναχική περίοδο, αναζητώντας ισορροπία στη σχέση του με το γυναικείο φύλο. Αλλά μισογύνης; Από το επιστολικό του έργο προκύπτει καθαρά ότι λάτρευε την Ελένη».
Η αλληλογραφία φωτίζει και την πολιτική του διαδρομή, που παραμένει αρκετά άγνωστη.
«Βεβαίως! Και εδώ ίσως ευθύνεται σε έναν βαθμό και ο ίδιος: στην αναζήτησή του δεν ένιωθε άνετα για πολύ κάπου και άλλαζε πολιτικούς και ιδεολογικούς χώρους. Δεξιός, αριστερός, κεντρώος, τι ήταν; Από τη μία, αυτό δείχνει ζωντάνια. Από την άλλη, μπερδεύει. Ηταν όμως και μια εποχή όπου όλα ήταν ρευστά».

Βλέπετε απήχηση στα νέα παιδιά σήμερα;
«Απολύτως! Η δική μου γενιά μεγάλωσε χωρίς να τον διδαχθεί– τη δεκαετία του ’80 δεν διδασκόμασταν Καζαντζάκη στο σχολείο, τον διαβάζαμε στα κρυφά. Ακόµη και σήµερα, ελάχιστα υπάρχει στα σχολικά προγράµµατα. Και όµως, η νεολαία τον έχει ανακαλύψει και κυριολεκτικά τον «ρουφάει». Και αλίμονο: αν δεν γοητευτείς νέος από ιδέες όπως η υπέρβαση του εαυτού, πότε θα γοητευτείς; Είμαι αισιόδοξος για το έργο του. Λένε ότι ο πιο διάσημος έλληνας συγγραφέας διεθνώς είναι ο Καβάφης. Ας είμαστε όμως ρεαλιστές: ο Καβάφης έχει 154 ποιήματα, ένας περίκλειστος κόσμος της ύστερης αρχαιότητας. Ο Καζαντζάκης έχει τεράστιο έργο, τόμους ολόκληρους, μεταφρασμένους σχεδόν όλους σε πάμπολλες γλώσσες· στη διεθνή απήχηση δεν τον πλησιάζει κανείς. Εγώ τον ονομάζω “κοσμο-Ελληνα”. Εναν Ελληνα που ενσωμάτωσε τόσο βαθιά το νεοελληνικό που το διέρρηξε – έναν Ελληνα του κόσμου. Ενώ είναι τόσο ελληνικός, είναι ταυτόχρονα πέρα από το ελληνικό. Γι’ αυτό και συγκινεί ξένους που δεν έχουν καμία σχέση με την Ελλάδα».
Από την Κρήτη στους Αβορίγινες
Το δεύτερο διδακτορικό σας αφορά τα αυτόχθονα αυστραλιανά θρησκεύματα. Τι ακριβώς ερευνάτε;
«Τα τελευταία πέντε χρόνια δουλεύω πολύ τη σχέση αυστραλιανής αυτοχθονίας και ελληνικότητας, κυρίως με βάση την αρχαία Ελλάδα: ομοιότητες, διαφορές, εκλεκτικές συγγένειες, συγκλίσεις, αποκλίσεις. Οι αρχαίοι Ελληνες, για να γνωρίσουν τον κόσμο, εφηύραν ουσιαστικά μια μεθοδολογία που τη λέμε “φιλοσοφία”. Οι αυτόχθονες δεν έχουν φιλοσοφία, έχουν μύηση. Τι είδους γνώση είναι η μία και τι είδους η άλλη; Εχουν επίσης τα ονειρέματά τους, τις αφηγήσεις καταγωγής, που λειτουργούν σαν μυθολογία. Υπάρχουν πολλά πεδία όπου μπορούν να γίνουν συγκρίσεις, για να αναδειχθούν ομοιότητες και διαφορές».
Τα περίφημα «Songlines», που έκανε γνωστά στο δυτικό κοινό μέσω του ομότιτλου βιβλίου του ο ταξιδιωτικός συγγραφέας Μπρους Τσάτγουιν;
«Το songline είναι, ας πούμε, ένας δυτικός τρόπος να αντιληφθείς πώς κινούνται οι αυτόχθονες σε σχέση με τον τόπο τους. Μέσα σε έναν τόπο διαγράφουν τελετουργικά έναν κύκλο, πηγαίνοντας από σημείο σε σημείο· τραγουδούν, χορεύουν, κλείνουν τον κύκλο και ολοκληρώνονται. Είναι μια περιπέτεια – με δικούς μας όρους, μια ιεραποδημία, ένα προσκύνημα».

Πού συναντώνται, τελικά, οι δύο κόσμοι;
«Θα σας πω δύο σημεία. Το πρώτο είναι πως και οι δύο τονίζουν πάρα πολύ το “εδώ”. Είναι κόσμοι της εμμένειας, όχι της φυγής προς ένα “πέραν” – το “εδώ” μπορεί να είναι η φύση, ο τόπος, η γη και το πώς γίνεσαι ένα με αυτό. Το δεύτερο είναι ο μύθος. Στην αρχαία Ελλάδα έχουμε μύθους που αφηγούνται τη μεταμόρφωση ενός τοπίου: ο Αχελώος, προσωποποιημένος, ερωτεύεται μια Νύμφη που δεν ενδίδει και την τιμωρεί μεταμορφώνοντάς τη σε λουλούδι στις όχθες του. Ακριβώς το ίδιο βλέπουμε στις αφηγήσεις καταγωγής των αυτοχθόνων: ένας “πρόγονος” – το νερό μιας πηγής – δημιουργεί ένα ποτάμι, το ποτάμι γίνεται ολόκληρο οικοσύστημα και κάποια στιγμή μέσα στην έρημο ξεραίνεται
– σαν ο πρόγονος να επιστρέφει στη γη και να κοιμάται. Παντού η μεταμόρφωση, η αλλαγή που παρατηρούσε και ο Ηράκλειτος. Βέβαια, κακά τα ψέματα, οι Ελληνες ανέπτυξαν και ιδιαιτερότητες: την αφαίρεση, τη λογική σκέψη, την έννοια, την υπέρβαση. Οι αυτόχθονες έμειναν πάντα γοητευμένοι από την εμμένεια, από το εδώ και τώρα. Ισως γιατί οι πρώτοι ήταν θαλασσοπόροι, σε διαρκή διάλογο με τους πολιτισμούς μιας κλειστής, ταξιδεύσιμης θάλασσας, ενώ η Αυστραλία ήταν στην άλλη άκρη του κόσμου…».
Με την έκθεση «Τόπος και Τοπίο» φέρατε για πρώτη φορά στην Ελλάδα πρωτότυπα έργα αυτοχθόνων καλλιτεχνών.
«Φέραμε από την Αυστραλία 15 πρωτότυπα αυτόχθονα έργα, κάποια από τα οποία απεικονίζονται και στο παρόν άρθρο, με δανεισμό από τη μεγαλύτερη γκαλερί του Σίδνεϊ, τη Wentworth Galleries, και τα παρουσιάσαμε στα Γιάννενα, σε συνεργασία με την εκεί Σχολή Καλών Τεχνών, δίπλα σε ισάριθμα έργα ελληνίδων εικαστικών που έχουν επηρεαστεί από τους αυτόχθονες. Βλέπεις πώς ο τόπος μετασχηματίζεται σε τοπία σε αυτές τις δημιουργούς. Η έκθεση ήταν μέρος ενός ευρύτερου κύκλου, υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Αυστραλίας στην Ελλάδα, και περιελάμβανε ομιλίες και ένα διεθνές συμπόσιο με το Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ, με θέμα τις παραλλαγές του χωροχρόνου: πώς αντιλαμβάνονταν τον χώρο και τον χρόνο οι αυτόχθονες Αυστραλοί και πώς οι αρχαίοι Ελληνες. Οπου παρουσιάζω αυτή τη θεματική, στην Ελλάδα και στην Αυστραλία, το ενδιαφέρον είναι τρομερό – και συνάμα έκπληξη, με τη θετική έννοια, γιατί είναι κάτι εντελώς έξω από τις συγκρίσεις που συνηθίζουμε. Οι Ελληνες, άλλωστε, ήρθαν σε επαφή με τους αυτόχθονες μόλις τα τελευταία εκατό χρόνια, μέσω της μετανάστευσης. Στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας είχα οργανώσει ένα συμπόσιο, το “Encounters of Transformation”, ακριβώς για αυτό: πώς οι Αβορίγινες έχουν επηρεαστεί από τους έλληνες μετανάστες και πώς οι Ελληνες από τους αυτόχθονες – στη λογοτεχνία, στα εικαστικά, στα κοινωνικοπολιτικά κινήματα. Δεν είναι βέβαια όλα ρόδινα: υπάρχουν και φαινόμενα υποτίμησης, που χρήζουν κριτικής».

Κρήτη, Σίδνεϊ, Σεούλ: η θάλασσα μοιάζει να ενώνει όλες τις έρευνές σας.
«Η θάλασσα αρχίζει να μελετάται τα τελευταία χρόνια ως χώρος ανταλλαγής ιδεών, πολιτισμών και αντιλήψεων – πέρα από εμπορεύματα. Ο Ελληνας ήταν θαλασσοπόρος, ένας Οδυσσέας· αν δεν υπήρχε ο αποικισμός, αυτή η επαφή, δεν θα υπήρχε η φιλοσοφία. Το εμπόριο δεν είναι απλώς εμπόριο. Το 2025 διοργανώσαμε με τη Unity in Philia, μια μη κερδοσκοπική εταιρεία της οποίας είμαι συνιδρυτής, ένα μεγάλο συνέδριο στη Σεούλ για το πώς η θάλασσα λειτούργησε ως φορέας πολιτισμού – και για το ότι, προκειμένου να υπηρετήσει κανείς σήμερα καλά τη ναυτιλία, οφείλει να γνωρίζει πολιτισμό. Ενα καράβι σήμερα είναι ο κόσμος ολόκληρος: άνθρωποι από διαφορετικά μήκη και πλάτη, από διαφορετικές κουλτούρες και θρησκείες. Πιστεύω σε ένα μοντέλο συνεργασίας που βασίζεται στην καλή πίστη και στη γνωριμία με τον άλλον, πρώτα μέσω του πολιτισμού· αυτή η φιλία εμπεδώνει τη συνεργασία και της δίνει βάθος και βιωσιμότητα».
