Κάθε συνάντηση με τον Σίβερτ Χόιεμ είναι μια πραγματική απόλαυση, γιατί ως συνομιλητής αποδεικνύεται σταθερά και αδιάλειπτα ευφυής, άμεσος και ανυπόκριτος. Το τελευταίο άλμπουμ του με πρωτότυπο υλικό το παρέδωσε στο κοινό πέρυσι και στις αρχές του 2026 κυκλοφόρησε ένα «Best Of» με όλες τις μεγάλες σόλο επιτυχίες του. Πρόσφατα, έγραψε το τραγούδι που ακούγεται στους τίτλους αρχής της μεγάλης επιτυχίας του Netflix «Jo Nesbø’s Detective Hole». Με αφορμή όλα αυτά, θα δώσει μια μεγάλη συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού στις 19 Σεπτεμβρίου.
Ας μιλήσουμε για το άλμπουμ σας «Dancing Headlights», που κυκλοφόρησε πέρυσι. Πότε γράψατε αυτά τα τραγούδια; Πείτε μας και για τη δημιουργική διαδικασία σε αυτό το στάδιο της καριέρας σας.
«Νομίζω πως γράφτηκαν όλα στο διάστημα αμέσως μετά την ηχογράφηση του προηγούμενου δίσκου, του “On an Island”, που είχε ολοκληρωθεί αρκετό καιρό πριν – την περίοδο της πανδημίας, το φθινόπωρο του 2022. Ηθελα να βγάλω δίσκο γρήγορα, γιατί ήθελα να αρχίσω να παίζω ζωντανά. Εξαιτίας της πανδημίας υπήρξαν αυτά τα περίεργα κενά – έπρεπε να περιμένω δύο χρόνια για να βγει το “On an Island” και μετά έκανα ολόκληρη την περιοδεία με τον καινούργιο δίσκο των Madrugada. Και οι δύο προηγούμενοι δίσκοι ήταν πολύ ατμοσφαιρικοί. Ηθελα κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά: πιο σφιχτά δουλεμένο, με πολλή ενέργεια στις ηχογραφήσεις. Ολα έγιναν ζωντανά, μέσα σε ένα δωμάτιο, παίζοντας όλοι μαζί. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ιδέα πίσω από τον δίσκο, πέρα από την αμεσότητα και τη ζωντανή ενέργεια – και τα τραγούδια που έτυχε να γραφτούν. Που είναι βασικά ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι περισσότεροι δίσκοι – φτιάχνεις την ιδέα εκ των υστέρων. Βλέπεις αναδρομικά τι συνδέει τα τραγούδια. Υπάρχει πάντα ένας κοινός μίτος, ακόμα και αν δεν τον βλέπεις εξαρχής, γιατί αυτό είσαι εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο».
Εχετε υλικό κρυμμένο κάπου – σε συρτάρια, σε αρχεία – στο οποίο ίσως επιστρέψετε κάποια μέρα;
«Εχω. Υπάρχουν κάποια κομμάτια που δεν καταφέραμε ποτέ να πετύχουμε απόλυτα και κάθονται εκεί εδώ και καιρό
– εκείνου του είδους τα τραγούδια που μια δισκογραφική θα άκουγε και θα έλεγε “αυτό είναι single”. Και δεν μπαίνω ποτέ στη διαδικασία να τα φέρω σε μια ολοκληρωμένη μορφή».
Γιατί συμβαίνει αυτό;
«Εν μέρει, επειδή δεν θέλω η γνώμη κάποιου άλλου να βαραίνει σε αυτό που κάνω – με ενοχλεί αυτό, ξυπνάει μέσα μου μια πλευρά λίγο αντιδραστική. Αλλά έχει να κάνει και με το να βρεις τις σωστές λέξεις για ένα τραγούδι. Τα πολύ πιασάρικα τραγούδια δεν σου αφήνουν πολύ χώρο – η μελωδία υπαγορεύει τα πάντα και δεν μένει χώρος για τίποτε άλλο. Πρέπει να υπάρχει λίγο μυστήριο σε ένα τραγούδι, αλλιώς απλώς δεν με ενδιαφέρει. Θα μπορούσα να το βγάλω, αλλά μάλλον δεν θα ένιωθα καλά μετά και πιθανότατα δεν θα ήταν καν διασκεδαστικό να το παίζω ζωντανά. Πρέπει να είναι ενδιαφέρον για εμένα, όχι μόνο για το κοινό – και ο κόσμος το καταλαβαίνει αν δεν είναι. Μπορώ να γράψω ένα αξιοπρεπές, πιασάρικο τραγούδι πολύ εύκολα – δώστε μου μισή μέρα και θα το κάνω – αλλά δεν είναι πραγματικά η ουσία της τέχνης μου αυτή».
Το αγαπημένο μου τραγούδι στον δίσκο, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, είναι το «Summer Rain». Εσείς έχετε αγαπημένα ανάμεσα στα δικά σας τραγούδια;
«Και εμένα αυτό είναι το αγαπημένο μου. Είναι τόσο διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο έχω κάνει – μου φαίνεται πολύ φρέσκο. Αυτό που κάνουν οι μουσικοί με τα ντραμς και το μπάσο ποτέ δεν θα μπορούσα να τους το είχα υποδείξει εγώ. Είναι σπουδαίοι τζαζίστες, απλώς σαρώνουν με το παίξιμό τους στο τραγούδι. Οπως το είχα γράψει, θα μπορούσε εύκολα να είχε μείνει μια μπαλάντα, αλλά πάντα ήθελα να έχει ρυθμό. Ο ήχος και η παραγωγή το ανεβάζουν πολύ. Από την πρώτη ακρόαση σκέφτηκα “εντάξει, κάτι έχει αυτό το τραγούδι”. Εξεπλάγην που συμφωνούμε σε αυτό, αλλά χαίρομαι που έγινε έτσι».
Κάνετε μουσική πάνω από 20 χρόνια. Η εξέλιξη της τεχνολογίας άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ηχογραφείτε; Αναφέρατε ότι αυτός ο δίσκος ηχογραφήθηκε ζωντανά. Ποια εργαλεία, όμως, σας έδωσε η τεχνολογία που πραγματικά σας αρέσει να χρησιμοποιείτε; Υπάρχει κάποιο όριο που θέτετε;
«Δεν χρησιμοποιώ ποτέ AutoTune, φυσικά. Η ψηφιακή ηχογράφηση σήμερα είναι πια ο μόνος τρόπος – είναι πολύ πιο βολική και πιο φθηνή διαδικασία, μπορείς να την κάνεις οπουδήποτε, να ταξιδεύεις οπουδήποτε και να στήσεις εκεί ένα αξιοπρεπές στούντιο. Αν έχεις ένα δωμάτιο με καλή ακουστική, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καταπληκτικό – ο καθένας μπορεί σήμερα να ηχογραφήσει μουσική, υπάρχουν σπουδαίες ευκαιρίες. Δεν γνωρίζω καλά τα ίδια τα εργαλεία – δεν ξέρω να δουλεύω το Pro Tools, το έχω μάθει αρκετές φορές και το έχω ξεχάσει, γιατί απλώς αρνείται να το αποτυπώσει το μυαλό μου. Εχω άλλους ανθρώπους που το κάνουν αυτό. Προσπαθώ να κρατάω το editing στο ελάχιστο. Για πολύ κόσμο σήμερα έχει γίνει αυτόματο: “Εντάξει, ηχογραφήσαμε ντραμς και μπάσο, τώρα ας κάνουμε τα edits”. Νομίζω πως αυτός δεν είναι ο τρόπος να ηχογραφείς ροκ μουσική. Πολλά από όσα ακούς σήμερα είναι κομμάτια που ηχογραφούνται σε έναν μικρό χώρο, σε μέτριες συνθήκες, και μετά το υλικό διορθώνεται ψηφιακά με τη χρήση πολλών plugins, μέχρι να ακούγεται λίγο σαν τους The War on Drugs ή κάτι τέτοιο. Είναι σπουδαίοι, φυσικά, έχουν ασκήσει τεράστια επιρροή, αλλά αυτό που κάνουν είναι δικό τους, δεν θέλω να ακούω πεντακόσιες εκδοχές του. Εμείς προσπαθούμε να χρησιμοποιούμε το στούντιο σαν κασετόφωνο. Υπάρχουν πολλές δυνατότητες να χρησιμοποιήσεις εφέ στη μείξη, και αυτό είναι υπέροχο, αλλά εγώ πραγματικά προσπαθώ να παίζω το τραγούδι μέχρι να “κλειδώσει” μέσα στο δωμάτιο. Απλώς το παίζεις ζωντανά και παίρνεις κάτι που δεν μπορείς να αναπαραγάγεις με κανέναν άλλον τρόπο. Είχα την τύχη να κάνω αναλογικούς δίσκους σε μερικά από τα καλύτερα στούντιο που υπάρχουν – πάντα ξοδεύονταν πραγματικά πολλά χρήματα στους δίσκους που έκανα σόλο και με τους Madrugada – και το αναγνωρίζω αυτό ως προνόμιο. Θέλω να κρατήσω αυτή την τεχνογνωσία, αυτόν τον παλιομοδίτικο τρόπο να παίζεις ένα τραγούδι ξανά και ξανά μέχρι να μείνεις ευχαριστημένος. Αυτό έχει χαθεί σε μεγάλο μέρος της σημερινής ροκ μουσικής και νομίζω πως είναι ένας από τους λόγους που η ροκ έχει πέσει σε δυσμένεια – δεν μπορεί να έχει αυτή την τέλεια ροή, πρέπει να υπάρχει κάτι λίγο ωμό και ανεπιτήδευτο. Ισως αυτή να είναι μια παλιομοδίτικη άποψη, αλλά βλέπω πολλά νεότερα συγκροτήματα να επιστρέφουν σε αυτό το modus operandi».
Οπως;
«Ακούστε τον τελευταίο δίσκο των IDLES – μπορεί να έχει υποστεί επεξεργασία, ωστόσο δεν το προσέχεις καθόλου αυτό: κιθάρες, ντραμς και μπάσο, καθόλου αίσθηση overproducing, καθαρή ενέργεια και πάθος. Βλέποντάς τους ζωντανά, είναι το ίδιο συγκρότημα που ακούς στον δίσκο. Ακουσα και τους Fontaines DC πέρυσι – καταπληκτικό γκρουπ, περνούν πολύ καλή χρονιά με τον τελευταίο τους δίσκο και αυτοί. Χαίρομαι που η ενέργεια αυτή επιστρέφει. Υπάρχει ακόμα ελπίδα για τη ροκ μουσική».

φωτογραφία: Andreas Hornoff
Ερχεστε στην Αθήνα για συναυλία τον Σεπτέμβριο, στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού. Εχετε ξαναπαίξει εδώ, γνωρίζετε την πόλη. Υπάρχει όμως κάποιος άλλος χώρος στον κόσμο όπου θα θέλατε να παίξετε;
«Δεν ξέρω… Υποθέτω πως αν παίξεις στο Madison Square Garden στη Νέα Υόρκη τα έχεις πραγματικά καταφέρει. Θα ήθελα να το κάνω κάποια στιγμή. Ή στο Royal Albert Hall, κάτι τέτοιο. Θα δούμε. Είμαι πολύ ευχαριστημένος με το πώς έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, ειλικρινά».
Δεν είχατε παίξει στον Λυκαβηττό προτού κλείσει για αρκετά χρόνια, σωστά;
«Οχι, ποτέ – θα είναι κάτι καινούργιο για εμένα. Ανέβηκα μάλιστα εκεί για να δω το θέατρο. Είναι πανέμορφος χώρος, ειδικά μια καλοκαιρινή νύχτα, με τη θέα της Αθήνας κάτω από τη σκηνή. Πρόκειται για ένα καταπληκτικό μέρος».
Εχετε παίξει όμως κάποτε εδώ σε έναν αντίστοιχο χώρο – επίσης ένα παλιό λατομείο –, όταν ανοίγατε για τους Iggy Pop & The Stooges στο Θέατρο Βράχων στον Βύρωνα.
«Ναι, σωστά. Είναι λίγο μικρότερο από τον Λυκαβηττό, βασικά, σε χωρητικότητα. Δεν ήμουν συνηθισμένος τότε να παίζω σε σχετικά μεγάλους χώρους και μου είχε φανεί απλώς τεράστιο. Αλλά είναι μία από τις καλύτερες συναυλίες που έχω δει ποτέ. Οι Stooges εκεί, Θεέ μου, ήταν απίστευτο. Τον γνώρισα μετά τον Iggy Pop. Τι απίθανος τύπος! Είναι στ’ αλήθεια ο καλύτερος. Και παραμένει εκπληκτικός τραγουδιστής, αυτή η φωνή…».
Επισκέπτεστε συχνά στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια. Εχετε εξοικειωθεί καθόλου με την ελληνική μουσική, με κάποιους έλληνες καλλιτέχνες;
«Ντρέπομαι να πω πως όχι, ιδιαίτερα όσον αφορά τη δημοφιλή μουσική – αν και δεν νομίζω πως θα ήταν έτσι κι αλλιώς του γούστου μου. Μια φορά, όμως, στη Θεσσαλονίκη, κάποιος με πήγε σε ένα από αυτά τα αυθεντικά, παλιομοδίτικα μπουζουξίδικα και πέρασα υπέροχα, λατρεύω τη λαϊκή μουσική, και όλη αυτή η διάταξη, όπου ο μπουζουξής είναι πραγματικά το αστέρι και ο τραγουδιστής είναι σχεδόν σαν συνοδός του, με εντυπωσίασε. Είναι η ίδια δυναμική που βρίσκω και στα casas de fado στην Πορτογαλία – αυτός που παίζει εκείνη την ιδιαίτερη κιθάρα βρίσκεται στο επίκεντρο και οι τραγουδιστές ακολουθούν το δικό του vibe. Πάντα ρωτάω “υπάρχει κάποιο μέρος που μπορείτε να με πάτε να ακούσω κι άλλα τέτοια;”. Δεν συμβαίνει ποτέ τελικά, αλλά είναι ακριβώς αυτό που θα ήθελα να δω περισσότερο».
Θα μπορούσατε να συστήσετε στους έλληνες θαυμαστές σας κάποιους νορβηγούς καλλιτέχνες;
«Η νορβηγική μουσική αυτή τη στιγμή είναι έντονα στραμμένη προς την ποπ, οπότε δεν υπάρχουν πολλά σπουδαία ροκ συγκροτήματα τριγύρω. Το τελευταίο πραγματικά καλό ήταν ένα γκρουπ που λέγεται Kvelertak – έκαναν περιοδείες με τους Metallica, γυρίζουν πολύ στο εξωτερικό. Τραγουδούν στα νορβηγικά, αλλά είναι κυρίως ουρλιαχτά, οπότε δεν έχει και μεγάλη σημασία. Εχουν φοβερά ριφ, κάπως death-punk κλίμα, λίγο black metal μέσα, αλλά όχι πολύ. Πολύ καλό συγκρότημα. Ακουσα πρόσφατα πως είχαν κάποια εσωτερικά προβλήματα και δεν ξέρω τι θα κάνουν στο μέλλον, αλλά οι δίσκοι τους είναι καταπληκτικοί – μια στιβαρή ροκ μπάντα με κάθε λογής επιρροές. Μετά υπάρχει η φίλη μου η Ανε Μπρουν, που τραγούδησε με τους Madrugada στο “Lift Me” – πάντα κάνει σπουδαία δουλειά, την έχω δει να παίζει ζωντανά στην Αθήνα, είναι καταπληκτική τραγουδίστρια, πολύ ιδιαίτερη σε ό,τι κάνει, με τεράστια ποιότητα σε όλα όσα φτιάχνει. Την εκτιμώ πάρα πολύ. Και υπάρχει μια νέα καλλιτέχνιδα της συναισθηματικής ηλεκτρονικής ποπ, η ARY. Εχει μια πραγματικά σκοτεινή, cool ποιότητα σε ό,τι κάνει. Είναι ακόμα αρκετά νέα στον χώρο, οπότε είμαι περίεργος να δω πού θα πάει στη συνέχεια, αλλά ήδη ακούω σε αυτή κάποιους απόηχους από το soundtrack του Vangelis για το “Blade Runner”».
Ενα τελευταίο ερώτημα. Ο κόσμος μοιάζει να τρελαίνεται λίγο περισσότερο κάθε ημέρα που περνάει. Πιστεύετε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν ή είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος;
«Κοιτώντας τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, ξαφνιάζομαι που οι μισοί άνθρωποι εκεί μοιάζουν πολύ πρόθυμοι να επαναλάβουν όλα τα παλιά λάθη – βρίσκονται σε έναν αρκετά σκοτεινό δρόμο. Ζούμε σε μια περίεργη εποχή, όπου φαίνεται πως η αλήθεια δεν έχει πια σημασία, όλη η επιστημονική πρόοδος που έχουμε κάνει μοιάζει να μη μετράει ιδιαίτερα, όταν τόσο πολλοί δεν πιστεύουν σε αυτή. Αυτό είναι καινούργιο φαινόμενο και δεν είναι καθόλου προοδευτικός τρόπος να ζεις. Οπότε, ναι, ανησυχώ. Αλλά πιστεύω πως θα τα καταφέρουμε – είναι μια απόλυτη καταιγίδα τρέλας, να προσπαθούμε να προλάβουμε τα καινούργια μέσα επικοινωνίας και τις τεχνολογίες που άνθρωποι σαν τον Ζάκερμπεργκ απλώς πέταξαν έξω στον κόσμο επειδή νομίζουν πως είναι δικό τους παιχνίδι – όλα αυτά για να βγάζουν πάρα πολλά λεφτά. Είναι δουλειά όλων των υπολοίπων να καταλάβουμε πώς θα ζήσουμε με αυτά. Θα αναγκαστούμε. Ισως χρειαστεί να συμβεί κάτι τεράστιο – ίσως ένας πόλεμος – για να πάρει ο κόσμος την κατάσταση στα σοβαρά και να αντιδράσει. Στις πιο σκοτεινές μου στιγμές, πραγματικά νομίζω πως εκεί μπορεί να πηγαίνουμε. Αλλά ελπίζω πως δεν φτάσουμε μέχρι αυτό το σημείο».

