Η «γαλάζια οικονομία» και η διάσωση των ωκεανών

Δίπλα στις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις για την προστασία των θαλασσών αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια παγκοσμίως ένα ολόκληρο οικοσύστημα ιδιωτικών επιχειρήσεων. Είναι όμως αρκετά όλα αυτά για να αναστρέψουν την κατάσταση;

Κάπου ανάμεσα στην Καλιφόρνια και τη Χαβάη, σε μια θαλάσσια περιοχή περίπου διπλάσια του μεγέθους της Πολιτείας του Τέξας, ο Ειρηνικός Ωκεανός παύει να είναι ωκεανός. Με πυκνότητα εξαπλάσια του πλαγκτόν σε αυτόν τον χώρο, το πλαστικό γίνεται το βασικό συστατικό του νερού: ο «Μεγάλος Σκουπιδότοπος του Ειρηνικού» (Great Pacific Garbage Patch) περιέχει μια ποσότητα που υπολογίζεται από 45.000 έως 130.000 τόνους και αυξάνεται κάθε χρόνο. Μπουκάλια, κουτιά, μπιμπερό, στιλό, αναπτήρες, οδοντόβουρτσες, σακούλες, περιτυλίγματα, απομεινάρια συσκευασιών είναι τα ορατά απορρίμματα. Τα αόρατα περιλαμβάνουν «μια σούπα μικροπλαστικών», όπως έλεγε ο Μπρινό Σεν-Ροζ της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης The Ocean Cleanup στο περιοδικό «Popular Science» τον Απρίλιο του 2025.

Η συγκεκριμένη σκουπιδομάζα δεν είναι η μοναδική, είναι απλώς η πιο διάσημη. Ο Βόρειος Ατλαντικός, για παράδειγμα, έχει και εκείνος τη δική του. Προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας και της φυσικής κυκλοφορίας των θαλάσσιων ρευμάτων, η συγκέντρωση πλαστικών στις θάλασσες του πλανήτη απειλεί πλέον την υγεία 1.288 ειδών, μεταξύ των οποίων οι θαλάσσιες χελώνες και διάφορα είδη φαλαινών, σύμφωνα με μελέτη του «Science» από το 2021, ενώ η είσοδός τους στην τροφική αλυσίδα μέσω ψαριών τα οποία καταναλώνονται από τον άνθρωπο έχει τεκμηριωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας.

Κάποτε τα στοιχεία αυτά ίσως θα αρκούσαν για να εξαπολυθεί μια παγκόσμια περιβαλλοντική εκστρατεία. Σήμερα, καθώς το κόστος της κλιματικής κρίσης κάνει πολλές κυβερνήσεις να κωφεύουν και σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης να επαφίεται στις (εξαντλούμενες) ικανότητες αυτοΐασης του πλανήτη, οι προσπάθειες απορρύπανσης έχουν σαφώς μικρότερο βεληνεκές. Ωστόσο, γύρω τους φαίνεται να αναπτύσσεται μια ολόκληρη οικονομία.

Ο Ολλανδός Μπόγιαν Σλατ έχει πει την ιστορία του πολλές φορές. Ηταν 16 χρόνων το 2011, όταν μαζί με την οικογένειά του βρέθηκαν για διακοπές στην Ελλάδα. «Είδα πιο πολλές πλαστικές σακούλες από ό,τι ψάρια» έγραφε στους «New York Times» τον Μάιο του 2023. Το 2013, σε ηλικία 18 ετών, όντας φοιτητής Αεροδιαστημικής Μηχανικής στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της γενέτειράς του Ντελφτ, ίδρυσε τη μη κερδοσκοπική οργάνωση The Ocean Cleanup, με στόχο τον καθαρισμό των θαλασσών. Ως διευθύνων σύμβουλός της, σήμερα προΐσταται 200 υπαλλήλων και διαχειρίζεται έναν προϋπολογισμό δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Μέσα σε μία δεκαετία έχουν πράγματι να παρουσιάσουν επιβλητικό έργο: τα στοιχεία του οργανισμού δείχνουν ότι πέτυχαν να ανασύρουν από τον «Μεγάλο Σκουπιδότοπο του Ειρηνικού», από την Κεντρική Αμερική, την Ινδοκίνα και την Ινδονησία περισσότερους από 60.000 τόνους απορριμμάτων.

Μπόγιαν Σλατ

Το πιο πολλά υποσχόμενο όμως είναι το δεύτερο στάδιο του σχεδιασμού του Σλατ. Η πραγματική καινοτομία της Ocean Cleanup σε σχέση με την πρόσληψη του ζητήματος στο παρελθόν έγκειται στην ανάπτυξη συστημάτων που το αντιμετωπίζουν στην πηγή του: το 80% των ρυπογόνων παραγόντων καταλήγει στους ωκεανούς ακολουθώντας τις ποτάμιες οδούς. Ρομποτικοί πλωτοί συλλέκτες της εταιρείας έχουν εγκατασταθεί με θετικά αποτελέσματα σε 10 ποταμούς στην Ινδονησία, τη Μαλαισία, το Βιετνάμ, τη Δομινικανή Δημοκρατία και τις ΗΠΑ, ενώ, σύμφωνα με άρθρο των «Los Angeles Times» της 15ης Μαΐου, παρόμοια εργαλεία αναμένεται να αναπτυχθούν στην Καλιφόρνια πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Αντζελες το 2028. Φιλοδοξία του Σλατ είναι στην τελική φάση του οράματός του οι εγκαταστάσεις αυτές να καλύπτουν 200 πόλεις παγκοσμίως.

Κοράλλια και «δίχτυα-φαντάσματα»

Το μοντέλο της Ocean Cleanup είναι το αναμενόμενο: μία μη κερδοσκοπική εταιρεία, σχετικά μικρού οικονομικού βεληνεκούς, η οποία βασίζεται για τη χρηματοδότησή της στη διάδοση της υποστήριξης ενός ευγενούς σκοπού. Πρόσφατα, ωστόσο, έχει αρχίσει να διατυπώνεται ένας αντίλογος – οι δωρεές δεν αρκούν. «Η ευεργεσία ποτέ δεν θα εξασφαλίσει κεφάλαιο της απαιτούμενης κλίμακας» έλεγε χαρακτηριστικά στον Τζάστιν Γουόρλαντ του «TIME» στις 8 Ιουνίου ο Φιλίπ Κουστό, εγγονός ενός συμβόλου, του μεγάλου ωκεανογράφου και εξερευνητή Ζακ-Ιβ Κουστό. Ιδρυτής της Voyacy Regen, επιχείρησης ωκεάνιας τεχνολογίας που επικεντρώνεται στην ανάπλαση κοραλλιογενών υφάλων, ο Φιλίπ Κουστό θεωρεί ότι για την καταπολέμηση του προβλήματος χρειάζονται ιδέες και πλάνο που να «πληρούν όλα τα κριτήρια της επένδυσης σε δομές».

(AP Photo/Wilfredo Lee)

Δεν είναι ο μόνος. Ο σήμερα 38χρονος Πιερ Πασλιέ ξεκίνησε την καριέρα του παράγοντας πλαστικές συσκευασίες για γίγαντα της βιομηχανίας ομορφιάς προτού αποστατήσει και ιδρύσει το 2014, από κοινού με τον ντιζάινερ, αρχιτέκτονα και εφευρέτη Ροδρίγο Γκαρθία Γκονζάλεθ, τη Notpla, η οποία ειδικεύεται στην κατασκευή συσκευασιών φαγητού και μαχαιροπίρουνων από υλικό που προέρχεται από φύκια. Μέχρι στιγμής η παραγωγή της εταιρείας έχει αντικαταστήσει συνολικά 40 εκατομμύρια πλαστικές συσκευασίες μιας χρήσης, όπως δήλωνε ο Πασλιέ στο «TΙΜΕ». Τη δέσμευση των μικροπλαστικών προτού περάσουν στον υδάτινο ορίζοντα, για παράδειγμα, σε εργοστάσια υφαντουργίας ή σε οικιακές συσκευές όπως τα πλυντήρια ρούχων, στοχεύει με τη δημιουργία ειδικών φίλτρων η εταιρεία Matter.

(Photo by Kin Cheung / POOL / AFP)

Ενας άλλος μείζον τομέας δράσης είναι αυτός της ανάκτησης από τον βυθό των λεγόμενων «διχτυών-φαντασμάτων». Κατασκευασμένα από ανθεκτικό νάιλον, τα δίχτυα των ψαράδων που χάνονται αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για τη θαλάσσια ζωή. Η ισπανική εταιρεία Gravity Wave συνεργάζεται από το 2019 με περισσότερους από 7.000 ψαράδες σε 150 λιμάνια στην Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα προκειμένου να τα ανελκύσει από τον πυθμένα της θάλασσας και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει για την κατασκευή επίπλων και ειδών διακόσμησης. Σύμφωνα με άρθρο των «New York Times» από τον περασμένο Φεβρουάριο, μόλις μία πενθήμερη δράση στα ανοιχτά της ακτής της Σαλομπρένια στη Γρανάδα της Ισπανίας το 2024 είχε ως αποτέλεσμα τη συλλογή σχεδόν πέντε τόνων τέτοιου υλικού.

Οι παραπάνω δραστηριότητες είναι ενδεικτικές ενός ευρύτερου τομέα ο οποίος έχει αρχίσει να παίρνει σχήμα. Πλάι στις επιχειρήσεις καθαρά περιβαλλοντικού χαρακτήρα αναπτύσσονται άλλες όπως η Ocean Aero, κατασκευάστρια θαλάσσιων drones που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αμυντικές ανάγκες και ερευνητικούς σκοπούς, ή η Global OTEC, που αναβιώνει μια παλιά, πολλά υποσχόμενη ιδέα, αυτή της άντλησης γεωθερμικής ενέργειας από τους ωκεανούς για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Το όνειρο της καταπολέμησης της κλιματικής κρίσης διά της δέσμευσης του διοξειδίου του άνθρακα της ατμόσφαιρας από τους ωκεανούς παραμένει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, αλλά δεν έχει εγκαταλειφθεί: η Captura των φυσικών του Πανεπιστημίου Caltech Τσ. Σ. Σιανγκ και Χάρι Ατγουότερ, η συνδεδεμένη με το Ινστιτούτο Διαχείρισης Ανθρακα του UCLA Equatic, η ολλανδική SeaO₂ και ουκ ολίγες άλλες δοκιμάζουν να αξιοποιήσουν εμπορικά ποικίλες επιστημονικές μεθόδους.

Την ίδια στιγμή, πιο ρεαλιστικές επιχειρηματικές προσεγγίσεις αφορούν τρόπους υπεράσπισης των παράλιων πόλεων του πλανήτη από την αναμενόμενη άνοδο της στάθμης των θαλασσών. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, περισσότερες από 880 startups παγκοσμίως δραστηριοποιούνται στον χώρο των ωκεάνιων τεχνολογιών. Συνολικά, το ετήσιο «θαλάσσιο ακαθάριστο προϊόν», κατά τον όρο της JP Morgan, υπολογιζόταν το 2025 στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 2,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ιδιωτικό κεφάλαιο Vs κυβερνητικής δράσης

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη, λιγότερο λαμπερή όψη σε όλη αυτή την υπερκινητικότητα. Οπως σημείωνε ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και του Πανεπιστημίου SOAS Γκάι Στάντινγκ στον Τζάστιν Γουόρλαντ του «TΙΜΕ», η ιδιωτική πρωτοβουλία σπεύδει να πληρώσει το κενό που φαίνεται να αφήνει η υποχώρηση της κυβερνητικής δράσης ως προς την κλιματική πολιτική. Ο ίδιος χαρακτηρίζει «κατάσταση Αγριας Δύσης» το διεθνές τοπίο που έχει προκύψει από τις μονομερείς παρεμβάσεις του Ντόναλντ Τραμπ, συνέπεια των οποίων είναι η πλήρης διατάραξη της διακυβερνητικής συνεργασίας για το ζήτημα.

Τον συντονισμό, ωστόσο, και τη χάραξη πολιτικής σε επίπεδο κρατικών οντοτήτων δεν μπορεί να υποκαταστήσει ο ιδιωτικός τομέας, εκ φύσεως κατακερματισμένος γεωγραφικά και οριοθετημένος από τη λογική κόστους – απόδοσης. Αυτή η τελευταία είναι που φέρνει τον Στάντινγκ στον αντίποδα του Φιλίπ Κουστό. Εκεί που ο γάλλος ωκεανογράφος, ακτιβιστής και επιχειρηματίας επιμένει ότι «πρέπει να δημιουργήσουμε μια τάξη κεφαλαίων που δεν θα απευθύνονται μόνο στους επενδυτές που έχουν κατά νου το περιβάλλον ή τη φιλανθρωπία, αλλά θα τους προσελκύουν κανονικά ως μέρος ενός χαρτοφυλακίου», ο βρετανός καθηγητής παραμένει ιδιαίτερα επιφυλακτικός. «Δεν πιστεύω ότι τα ιδιωτικά κεφάλαια έτσι ξαφνικά θα αλλάξουν, θα γίνουν γατάκια και θα αποφασίσουν να νοιαστούν για το περιβάλλον» έλεγε ορθά-κοφτά στον Τζάστιν Γουόρλαντ. Η έννοια της προστασίας των ωκεανών διά του κέρδους, των «γαλάζιων ομολόγων» που θα χρηματοδοτούν τη σωτηρία των θαλασσών ή της ανταλλαγής χρέους με όρο την εφαρμογή προγραμμάτων διάσωσης της φύσης, στρέφεται, σύμφωνα με τον ίδιο, προς λάθος κατεύθυνση. Συγγραφέας το 2022 του «The Blue Commons. Rescuing the Economy of the Sea» (εκδ. Pelican), το οποίο θεωρείται βιβλίο αναφοράς για την προστασία των ωκεανών, ο Στάντινγκ υποστηρίζει σθεναρά ότι «χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο προκειμένου να σώσουμε τα κοινά».

(Photo by Justin TALLIS / AFP)

Αυτό δεν αναιρεί πάντως την αρχική διαπίστωση του Φιλίπ Κουστό: τα κεφάλαια που απαιτεί η προστασία των θαλασσών του πλανήτη είναι όντως τεράστια. Εκείνο που υπονομεύει το επιχείρημά του είναι κάτι άλλο: ότι οι αναγκαίες δαπάνες υπερβαίνουν κατά πολύ τη σημερινή εμβέλεια της λεγόμενης «γαλάζιας οικονομίας» – οι νεοφυείς επιχειρήσεις της παράγουν κύκλους δισεκατομμυρίων δολαρίων εκεί που η αποτελεσματική δράση θα χρειαζόταν αρκετά τρισεκατομμύρια. Ούτε υπάρχει χρόνος για να ωριμάσει φυσιολογικά μια τέτοια μεγέθυνση – η κλιματική κρίση δεν συγχωρεί καθυστερήσεις. Από την άλλη πλευρά, η αλλαγή φιλοσοφίας που ευαγγελίζεται ο Γκάι Στάντινγκ θα ήταν ευχής έργον, η σύγχρονη κοινωνία όμως δεν φαίνεται πρόθυμη για κάτι τέτοιο – εκτός, ίσως, υπό την επίδραση ενός ισχυρού δυνητικού σοκ. Αν κρίνει κανείς, ωστόσο, από τον ήδη ξεχασµένο αντίκτυπο άλλων πρόσφατων περιβαλλοντικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, των πρωτοφανών πυρκαγιών του 2023 στα δάση του Καναδά ή εκείνων στην Αυστραλία που εξόντωσαν δισεκατοµµύρια ζώα και ερπετά το 2019-2020, µάλλον µόνο µια ανεπανόρθωτη καταστροφή θα ξυπνούσε την παγκόσµια κοινή γνώµη – και τότε θα είναι πολύ αργά για να µετανοήσουµε.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version