Το καλοκαίρι του 1901, το Λονδίνο κατακλυζόταν από λογοτεχνικούς ντετέκτιβ. Το περιοδικό «Strand» δημοσίευε τις περιπέτειες του Μάρτιν Χιούιτ γραμμένες από τον Αρθουρ Μόρισον. Στο «Windsor Magazine» δρούσε ο Δόκτωρ Νίκολα του Γκάι Μπούθμπι.
Τις σελίδες του «Pearson’s Magazine» καταλάμβαναν οι έρευνες του Κάπτεν Κετλ. Το νεόκοπο αστυνομικό αφήγημα, αυτό το είδος που «συμβολίζει κατεξοχήν την αστική κουλτούρα», όπως γράφει ο βρετανός ιστορικός Ντόναλντ Σασούν στο μνημειώδες έργο του «The Culture of the Europeans – From 1800 to the Present» (εκδ. Harper Press), διαβαζόταν μανιωδώς από ένα κοινό αδηφάγο για κάθε πιθανή ή απίθανη πλοκή.
Ο γενάρχης, ωστόσο, αυτής της εκδοτικής έκρηξης την έβλεπε να εξελίσσεται από τις κουίντες. Με ολοένα αυξανόμενη δυσφορία, ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ παρακολουθούσε μιμητές του ύφους και των τεχνικών του να ανεβάζουν στη σκηνή κακέκτυπα του δικού του πρωτότυπου. Βέβαια, για αυτό μόνο τον εαυτό του μπορούσε να κατηγορήσει.
Οκτώ χρόνια νωρίτερα, το 1893, επειδή «επισκίαζε το υψηλότερο έργο» του, είχε αποφασίσει να «σκοτώσει» τον Σέρλοκ Χολμς. Ευτυχώς, είχε προνοήσει να αφήσει έξοδο διαφυγής: «Τα αρχεία που άφησε πίσω του και οι αναμνήσεις στον νου του βιογράφου του, δόκτορα Γουάτσον, είναι αναρίθμητες» έλεγε στο περιοδικό «Tit-Bits» τον Δεκέμβριο του 1900.

Αρθουρ Κόναν Ντόιλ. Photo Credits: Herbert Rose Barraud
Στην πράξη, αναζητούσε μια πρόφαση. Οταν το αμερικανικό περιοδικό «Collier’s» του πρόσφερε 25.000 δολάρια για να αναβιώσει τον ήρωά του – περίπου 1 εκατομμύριο σε σημερινή αξία – αντελήφθη ότι η ώρα είχε έρθει. Τον Αύγουστο του 1901 «Το σκυλί των Μπάσκερβιλ» άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες στο «Strand», αυξάνοντας την κυκλοφορία του κατά 33.000 αντίτυπα.
Το πανδαιμόνιο που προκάλεσε η επιστροφή συνεχίστηκε τον Σεπτέμβριο με το θεατρικό έργο «Σέρλοκ Χολμς» και την επόμενη χρονιά με την εν ριπή οφθαλμού εξάντληση 25.000 αντιτύπων της πρώτης έκδοσης του μυθιστορήματος σε τόμο. Ο διασημότερος ίσως ερευνητής της αστυνομικής λογοτεχνίας είχε αναγκάσει τον απρόθυμο δημιουργό του να του εξασφαλίσει τη μετά θάνατον ζωή.
Η «γέννηση» του οξυδερκούς ντετέκτιβ και ο ρόλος του εκείνη την εποχή
Για τον Αρθουρ Κόναν Ντόιλ όλα είχαν ξεκινήσει περίπου ως παιχνίδι. Ηταν ένας πρωτοετής φοιτητής το 1876 στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, έγραφε στο «Collier’s» τον Δεκέμβριο του 1923, όταν βρέθηκε για την πρακτική του στη νοσοκομειακή πτέρυγα του χειρουργού Τζόζεφ Μπελ. «Λεπτός, λιπόσαρκος, μελαχρινός, με μακριά μύτη, γωνιώδες πρόσωπο, διαπεραστικά γκρίζα μάτια και απότομες κινήσεις στο περπάτημα», όπως τον σκιαγραφεί, εντυπωσίαζε τους φοιτητές με τις διαγνωστικές ικανότητές του.
Η οξύτητα της ματιάς του δεν περιοριζόταν στον ιατρικό τομέα. Ο Ντόιλ περιγράφει μια χαρακτηριστική συζήτησή του με έναν ασθενή: «Λοιπόν, άνθρωπέ μου, υπηρέτησες στον στρατό; – Μάλιστα, κύριε. – Απολύθηκες πρόσφατα; – Μάλιστα, κύριε. – Από σύνταγμα των Χάιλαντς; – Μάλιστα, κύριε. – Υπαξιωματικός; – Μάλιστα, κύριε. – Στα Μπαρμπάντος; – Μάλιστα, κύριε».
Στους σαστισμένους φοιτητές του ο Μπελ εξήγησε αργότερα ότι «αν και άνθρωπος που έδειχνε σεβασμό, ο ασθενής δεν είχε βγάλει το καπέλο του, συνήθεια στρατιωτική που θα την είχε ξεπεράσει εάν είχε απολυθεί από καιρό· έχει έναν αέρα εξουσίας και είναι προφανώς Σκωτσέζος· ως προς τα Μπαρμπάντος, πάσχει από ελεφαντίαση και αυτή είναι ασθένεια των Δυτικών Ινδιών, όχι της Βρετανίας». Για τον νεαρό σπουδαστή της Ιατρικής όλα αυτά ήταν διασκεδαστικά, ασφαλώς, αλλά κυρίως τον απασχολούσε το μέλλον του.
Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του, το 1881, αναζήτησε μια θέση στον στρατό, στο ναυτικό, στον διοικητικό μηχανισμό της Ινδίας, για να καταλήξει γιατρός πλοίου σε ένα ταξίδι στη Δυτική Αφρική. Ανακάλυψε ότι η ναυτική ζωή δεν του ταίριαζε και προτίμησε την επαρχιακή ρουτίνα της Αγγλίας.
Στις αρχές του 1882 εγκαταστάθηκε στο Πλίμουθ, η συνεργασία όμως με έναν πρώην συμφοιτητή του αποδείχθηκε προβληματική και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς μετακόμισε στο Πόρτσμουθ προκειμένου να ασκήσει την ιατρική εκεί. Αναμένοντας τους (ολιγάριθμους) ασθενείς του, βρήκε χρόνο να ασχοληθεί με ένα χόμπι που εξασκούσε ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, τη συγγραφή.
Μέχρι τότε ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ έγραφε σποραδικά διηγήματα, τα οποία του απέφεραν μικροποσά – τρεις έως πέντε λίρες το καθένα. Δεν ήταν σπουδαίο μισθολογικό συμπλήρωμα και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν εναλλακτική λύση στο επάγγελμά του.
Ηταν περισσότερο μια διέξοδος για έναν νέο με ανήσυχο πνεύμα, έναν Σκωτσέζο – άρα εξ ορισμού επαρχιώτη για τους Αγγλους – που έψαχνε την αναγνώριση. Ο χώρος της λογοτεχνίας μυστηρίου τού ταίριαζε.
Ο Ογκίστ Ντιπέν, ο ντετέκτιβ του Εντγκαρ Αλαν Πόε, τον συνάρπαζε από τα παιδικά του χρόνια. Τι έλειπε από αυτό το αναπτυσσόμενο είδος; Μια ιδέα άρχιζε να σχηματίζεται στο μυαλό του – ένας χαρακτήρας που «θα συμμάζευε την ανοργάνωτη αυτή κατάσταση σε κάτι πιο κοντινό σε επιστήμη ακριβείας».
Το πρότυπο υπήρχε, σωματικό και διανοητικό ταυτόχρονα, εκείνο του παλιού του μέντορα Τζόζεφ Μπελ. Ελειπε το όνομα, κάτι διακριτό, Σέρινφορντ Χολμς – όχι, Σέρλοκ Χολμς. Χρειαζόταν επίσης έναν αντιστικτικό χαρακτήρα, κάποιον καθημερινό άνθρωπο, μάρτυρα και αφηγητή των περιπετειών του, με την αδιάφορη προσωπικότητα και το άχρωμο επώνυμο Γουάτσον.
Η πρώτη απόπειρα ήταν ενθαρρυντική και απογοητευτική ταυτόχρονα. Η «Σπουδή στο κόκκινο» έκανε τον γύρο των εκδοτών το 1886 προτού καταλήξει στους Ward, Lock & Co., των οποίων «ειδικότητα ήταν η φτηνή και προκλητική λογοτεχνία». Ο Ντόιλ έλαβε 25 λίρες, αλλά χρειάστηκε να περιμένει έναν χρόνο, έως τον Δεκέμβριο του 1887, προτού το μυθιστόρημα καταλάβει όλη την έκταση του «Beeton’s Christmas Annual» εκείνης της χρονιάς.
Η ανταπόκριση υπήρξε αρκετή ώστε να του ζητηθεί η συνέχεια: «Το σημάδι των τεσσάρων» κυκλοφόρησε το 1890. Στο μεταξύ, ο επίδοξος συγγραφέας είχε επεξεργαστεί μια νέα στρατηγική αγοράς: «Μου ήρθε η ιδέα ότι όλα αυτά τα περιοδικά που δημοσίευαν ασύνδετες μεταξύ τους ιστορίες θα ωφελούνταν από έναν χαρακτήρα ο οποίος θα εμφανιζόταν σε σειρά διηγημάτων· αν προσέλκυε την προσοχή του αναγνώστη, θα τον καθιστούσε αφοσιωμένο πελάτη του περιοδικού». Η συνταγή της επιτυχίας είχε μόλις γεννηθεί.

Η Sherlock Holmes Society του Λονδίνου στους καταρράκτες του Ράιχενμπαχ για την αναπαράσταση του «θανάτου» του ήρωα τον Μάιο του 2026. Photo Credits: Photo AP
Από τον Ιούλιο του 1891 έως τον Δεκέμβριο του 1893 δημοσίευσε στο περιοδικό «Strand» είκοσι τέσσερα διηγήματα με πρωταγωνιστή τον Σέρλοκ Χολμς, εκτοξεύοντας στα ύψη την κυκλοφορία του και εγκαινιάζοντας ένα λογοτεχνικό φαινόμενο.
Ο Ντόιλ, που στις αρχές του 1891 είχε ειδικευθεί για δύο μήνες στη Βιέννη προκειμένου να γίνει οφθαλμίατρος αλλά βρέθηκε στη συνέχεια να περιμένει μάταια ασθενείς σε ένα άδειο ιατρείο στο Λονδίνο, μπορούσε πλέον να παρατήσει ελαφρά τη καρδία την ιατρική.
Ο Σέρλοκ Χολμς ήταν προϊόν της εποχής του και της ταίριαζε απόλυτα. Γράφοντας στους «Financial Times» της 19ης Ιουνίου, ο συγγραφέας Ρόμπερτ Χάτον σημείωνε τη χαρακτηριστική για την ύστερη βικτωριανή περίοδο αισιοδοξία αναφορικά με την τεχνολογία και το μέλλον που αποπνέουν οι ιστορίες του.
Ως επιστήμονας, ο Ντόιλ ενσωματώνει με τον πρωταγωνιστή του στην αστυνομική πλοκή την εμπιστοσύνη στην επιστήμη: «Η προσέγγιση του ντετέκτιβ εκφράζει την πεποίθηση ότι μπορούμε να γνωρίσουμε, να κατανοήσουμε και να κατακτήσουμε τον κόσμο».
Το έγκλημα εδώ αντιστοιχεί σε έναν γρίφο, του οποίου η επίλυση αποκαθιστά την προς στιγμήν διασαλευθείσα τάξη πραγμάτων. Η ιεραρχία, η διακριτή ταξική στρωματογραφία, η κατάλληλη θέση όλων στην κοινωνία, μακριά από ανατροπές και επαναστάσεις, αποτελούν πανευρωπαϊκό ιδανικό της προπολεμικής Belle Époque.
Από την άποψη αυτή, η αστυνομική λογοτεχνία, παρατηρεί ο Ντόναλντ Σασούν, αφήνει πίσω της το δημοφιλές κοινωνικό μυθιστόρημα: «Τα κοινωνικά διλήμματα, παρόντα στον Ντίκενς, τον Σι, τον Ουγκό, αντικαθίστανται από την ψυχρή αναγκαιότητα της εφαρμογής του νόμου».
Στο υπόβαθρο αυτό, ο Ντόιλ προσθέτει τη σαγηνευτική ανθρωπογεωγραφία του Λονδίνου, από τους χειρώνακτες εργάτες, τα χαμίνια του δρόμου και τους απόκληρους της αυτοκρατορίας έως τους εύπορους αστούς και την κληρονομική αριστοκρατία, σκιαγραφεί ένα αντιθετικό δίδυμο αταίριαστων φαινομενικά φίλων, που όμως αλληλοσυμπληρώνονται, και το επενδύει με κινηματογραφική αφήγηση. Το σύνολο ήταν πράγματι ιδιοφυές.
«Σκότωσα τον Χολμς»
Και όμως, μέσα σε μόλις δύο χρόνια, ο «δημιουργός» είχε βαρεθεί την «κούκλα» του. Η ατάκα που παραθέτει ο βιογράφος του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, Κρίστοφερ Σάντφορντ, στο «The Man Who Would Be Sherlock – The Real-Life Adventures of Arthur Conan Doyle» (εκδ. St. Martin’s Press, 2017) είναι χαρακτηριστική: «Τα αισθήματά μου απέναντί του είναι σαν αυτά που έχω για το πατέ φουά γκρα, από το οποίο είχα φάει κάποτε τόσο πολύ ώστε σήμερα αισθάνομαι ναυτία και μόνο που το ακούω».
Τα χρήματα και η δόξα ευπρόσδεκτα, αλλά αυτή η «Σερλοκιάδα» καταντούσε εκνευριστική. Ηταν ένα «κατώτερο υπόστρωμα λογοτεχνικού επιτεύγματος» σχολίαζε ο Ντόιλ στο «Collier’s» το 1923. Ενώ ο ίδιος ήθελε να γράφει ιστορικά μυθιστορήματα σαν το «The Refugees», τον «Σερ Νάιτζελ» ή τον «Λευκό λόχο»
– που θεωρούσε το καλύτερό του έργο, είχε πραγματοποιήσει 50 εκδόσεις μέχρι τον Μεσοπόλεμο, αλλά η αναγνωστική του τύχη αγνοείται σήμερα.
Πίστεψε πως βρήκε τη βέλτιστη λύση σε ένα ταξίδι στο Μάιρινγκεν των Ελβετικών Αλπεων: θα γκρέμιζε τον ενοχλητικό τύπο στο άγριο τοπίο του επιβλητικού καταρράκτη του Ράιχενμπαχ, στη διάρκεια μιας μονομαχίας με τον μοναδικό ισάξιο αντίπαλό του, τον «Ναπολέοντα του εγκλήματος», τον καθηγητή Μοριάρτι. Η περιπέτεια του «Τελευταίου προβλήματος», όπως είναι ο τίτλος του διηγήματος, θα ήταν όντως η τελευταία.
«Σκότωσα τον Χολμς» έγραψε απλά ο συγγραφέας στο ημερολόγιό του. Αλλά το σατανικό σχέδιο απέτυχε. Εμβρόντητος, άρχισε να γίνεται παραλήπτης πλήθους γραμμάτων διαμαρτυρίας («Κτήνος!» ήταν η εναρκτήρια προσφώνηση μιας αναγνώστριας), το περιοδικό «Strand» έχασε εν μιά νυκτί 20.000 συνδρομές, η μεγάλη λογοτεχνία είχε μέτρια αποδοχή, τα αντίγραφα του ντετέκτιβ έγιναν πανταχού παρόντα.
Αντιστάθηκε πεισματικά για οκτώ χρόνια – ακόμη και «Το Σκυλί των Μπάσκερβιλ» το 1901 ήταν ρετρό, η ιστορία τοποθετούνταν πριν από το τέλος του ήρωα. Ωστόσο, το 1903, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος, κατέφυγε σε ένα κλασικό τέχνασμα συγγραφέα σε αδιέξοδο: στην οριστική «ανάσταση» του Σέρλοκ Χολμς, στην «Περιπέτεια του άδειου σπιτιού», ο πρωταγωνιστής επανεμφανιζόταν δηλώνοντας ότι είχε σκηνοθετήσει ο ίδιος τον θάνατό του.
Σήμερα, 125 χρόνια μετά την επάνοδό του, ο κάτοικος του αριθμού 221Β της Baker Street είναι πιο ζωντανός από ποτέ. Η «οικία», η οποία στην πραγματικότητα δεν υπήρχε την εποχή του Ντόιλ, καθώς οι αριθμοί δεν έφταναν τότε ως το 200, έχει μετατραπεί στο διάσημο μουσείο του.
Το 2025 η Lego δημιούργησε ένα σετ προς τιμήν του. Σειρές και ταινίες είναι στην ημερήσια διάταξη. Την περασμένη δεκαετία μόνο τον ερμήνευσαν στο BBC ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς και στον κινηματογράφο ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ. Φέτος, στο «Young Sherlock» του Amazon Prime, ο Γκάι Ρίτσι σκηνοθετεί τις νεανικές περιπέτειές του.
Ο Εϊντριαν Μπράντι, διευθυντής του «Sherlock Holmes Magazine», έλεγε στον Ρόμπερτ Χάτον και τους «Financial Times» ότι κάθε χρόνο κυκλοφορούν περισσότερες από 80 εκδόσεις με σερλοκικά spin-offs – και προβλέπεται να γίνουν ακόμη περισσότερες, μια και το copyright έχει λήξει πλέον.
Οσο για τον τόπο του «θανάτου» του, το Ράιχενμπαχ έχει εξελιχθεί σε τόπο «προσκυνήματος» όπου χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο εισέρχονται στο τοπικό μουσείο με την αναπαράσταση του σαλονιού της Baker Street, ανεβαίνουν στους καταρράκτες με οδοντωτό σιδηρόδρομο και ξεναγούνται στην περιοχή από ηθοποιούς με περιβολή Χολμς.
Στις αρχές του περασµένου Μαΐου, µάλιστα, η πόλη του Μάιρινγκεν υποδέχθηκε την ιστορική Sherlock Holmes Society of London, 60 μέλη της οποίας, στα 75 χρόνια από την ίδρυσή της, το 1951, εμφανίστηκαν με κοστούμια εποχής προκειμένου να αναπαραστήσουν τη σκηνή της θανάσιμης μονομαχίας.
Μπορεί πια το τοπίο να είναι λιγότερο άγριο, οι καταρράκτες εξημερωμένοι, καθώς τροφοδοτούν ένα υδροηλεκτρικό εργοστάσιο, αλλά όπως διαβεβαιώνει ο Ρόμπερτ Χάτον, μέλος της λέσχης και παρών ο ίδιος στο δρώμενο, η γοητεία του Σέρλοκ Χολμς, του «πρώτου σούπερ ήρωα», αυτής της φιγούρας του 19ου αιώνα, παραμένει ανεξάντλητη στον 21o.