Ατά Χατάμπ, Αμίρ Σαμπρά: «Μέσα από τον χορό, το σώμα γίνεται πεδίο αυτονομίας αντί ελέγχου»

Οι δύο παλαιστίνιοι χορευτές και χορογράφοι μιλούν στο ΒΗΜΑgazino για την παράσταση «Badke(remix)» και για το πώς ένας παραδοσιακός χορός μπορεί να γίνει ωδή στη χαρά και πράξη αντίστασης.

Λέγεται «dabke» και είναι ένας από τους πιο ζωντανούς και αναγνωρίσιμους χορούς της Μέσης Ανατολής, άρρηκτα συνδεδεμένος με την παλαιστινιακή πολιτισμική ταυτότητα. Χορεύεται σε γάμους, γιορτές και στιγμές συλλογικής έξαρσης, αλλά και μέσα στα συντρίμμια της Γάζας, εκεί όπου τα σώματα σχηματίζουν κύκλους και γραμμές και ο ρυθμός μετατρέπεται σε κοινό βηματισμό, κοινή έκφραση χαράς και αντοχής. Στην παράσταση «Badke(remix)», που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου στις 20 και 21 Ιουνίου, η λέξη αυτή, φορτισμένη με τόση συλλογική μνήμη και εκρηκτική ενέργεια, ξετυλίγεται και ξαναπλέκεται από την αρχή – γεγονός που εξηγεί και τον αναγραμματισμό της στον τίτλο. Ο παραδοσιακός χορός μεταφέρθηκε δυναμικά στο παρόν, διασταυρώθηκε -έστω φευγαλέα- με το hip hop  και μεταμορφώθηκε σε κάτι νέο: πιο άγριο, πιο ελεύθερο, πιο ζωντανό.

Η χορογραφία της παράστασης έμοιαζε να αναζητάει διαρκώς μια εμπειρία υπέρβασης. Τα άλματα των χορευτών, που αψηφούσαν στιγμιαία τη βαρύτητα, γεννούσαν την αίσθηση αναζήτησης μιας σύνδεσης με κάτι μεγαλύτερο από το άτομο, ενώ η κυκλικότητα των κινήσεων και η αδιάκοπη επανάληψη του ρυθμού σε έκαναν να νιώθεις την ψυχική έκσταση που συχνά συνοδεύει τους παραδοσιακούς κοινοτικούς χορούς. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εμπειρία έπαιζε και η μουσική: η φωνή και οι μελωδίες του Νασσέρ Αλ Φάρες, μουσικού από τη Δυτική Όχθη και επικεφαλής παραδοσιακής ορχήστρας γάμων, επανεπεξεργασμένη από τον βέλγο συνθέτη και παραγωγό Σαμ Σερίς σε επίμονους λουπαριστούς κύκλους, ενέτειναν τη σχεδόν υπνωτική δύναμη του ρυθμού αυτής της λαϊκής μουσικής.

Μέσα από τις αδιάκοπες περιστροφές, το πιάσιμο των χεριών, τις πτώσεις και τις επανεκκινήσεις, οι ερμηνευτές εγκατέλειπαν σταδιακά την ατομικότητά τους για να παραδοθούν στην ενέργεια του συνόλου. Το σώμα γινόταν φορέας μνήμης, αντίστασης και χαράς, ένας τόπος όπου το να πέφτεις, να σηκώνεσαι, να χάνεσαι και να ξαναγεννιέσαι, να αγκαλιάζεις για να βρεις παρηγοριά και να συνεχίζεις να χορεύεις, γίνεται ο μόνος τρόπος επιβίωσης.

Η χορευτική παράσταση πρωτοπαρουσιάστηκε, υπό τον τίτλο «Badke», το 2013 από τους Κουν Ογκούστινεν, Ροζάλμπα Τόρες Γκερέρο (των Les Ballets C de la B) και Χίλντεχαρντ Ντε Βάιστ (KVS) και το A. M. Qattan Foundation από τη Ραμάλα και περιόδευσε διεθνώς έως το 2016, αποτελώντας μια πρώτη χαρτογράφηση της συνάντησης ανάμεσα στην παλαιστινιακή παράδοση και το σύγχρονο χορευτικό σώμα. Ηταν, όπως λέει στο ΒΗΜΑgazino ο Ατά Χατάμπ, «μια ριζοσπαστική χειρονομία που αμφισβητούσε την ιδέα του dabke ως μιας στατικής λαογραφικής μορφής και το αντιμετώπιζε ως μια ζωντανή πρακτική, ικανή να μεταμορφώνεται». Ο ίδιος, μέλος της αρχικής διανομής του έργου, επέστρεψε μαζί με τον Αμίρ Σαμπρά για να αναλάβουν τη χορογραφική επανεγγραφή του. Στο «Badke(remix)», που συνυπογράφουν σε συνεργασία με τις ομάδες χορού laGeste από το Βέλγιο και Stereo48 από την Παλαιστίνη, δεν επιχείρησαν μια αναβίωση του αρχικού έργου.

Αντίθετα, το επανέφεραν στο παρόν, καλώντας το να αναμετρηθεί με τις νέες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά και με τις μεταμορφώσεις της ίδιας της παλαιστινιακής εμπειρίας. «Στην πρώτη εκδοχή του έργου ήμουν ερμηνευτής και η προσοχή μου ήταν στραμμένη κυρίως στη σωματική ενσάρκωσή του. Σήμερα θέτω διαφορετικά ερωτήματα γύρω από την ευθύνη, το νόημα, τη διαδικασία και το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργείται ένα έργο. Βλέπω πιο καθαρά ότι η καλλιτεχνική δημιουργία δεν αφορά μόνο την παραγωγή παραστάσεων, αλλά και τη δημιουργία χώρων όπου οι άνθρωποι μπορούν να σκεφτούν, να φανταστούν και να μετασχηματιστούν συλλογικά. Το έργο μοιάζει διαφορετικό, γιατί έχω αλλάξει εγώ και γιατί έχει αλλάξει και η πραγματικότητα που μας περιβάλλει» λέει ο Χατάμπ, ο οποίος κινείται ανάμεσα στους ρόλους του χορευτή, του εκπαιδευτή και του χορογράφου, με βαθιά εμπλοκή τόσο στο dabke όσο και στη σύγχρονη χορευτική γλώσσα.

Ως υπεύθυνος εκπαίδευσης και χορογραφίας στο El-Funoun Palestinian Dance Troupe και καλλιτεχνικός διευθυντής της Σχολής Dabke στο Popular Art Centre – δύο οργανισμούς με έδρα τη Ραμάλα στη Δυτική Οχθη –, βρίσκεται στο σημείο όπου η παράδοση συναντά τη σύγχρονη σκηνική πρακτική, μετατρέποντας το dabke από συλλογική λαϊκή φόρμα σε πεδίο καλλιτεχνικού πειραματισμού και διαρκούς αναδιαμόρφωσης.

Ο Αμίρ Σαμπρά, με παρουσία στην Ιρλανδία, ρίζες σε προσφυγικό καταυλισμό κοντά στη Ναμπλούς και πορεία που περνά από το break dance έως τον σύγχρονο χορό σε διεθνείς ομάδες, κουβαλά ένα σώμα που έχει μάθει να μεταφράζει την παράδοση σε κίνηση η οποία αφορά το παρόν. Με τη σειρά του, λέει στο ΒΗΜΑgazino: «Η παράδοση γίνεται χώρος ελευθερίας όταν μου επιτρέπει να αναγνωρίζω βαθύτερα τον εαυτό μου μέσα από αυτήν. Αυτό το βιώνω πιο έντονα στον παραδοσιακό χορό. Υπάρχει μια βαθιά αίσθηση οικειότητας που το σώμα μου βρίσκει στο dabke, σαν να φέρει μνήμες και τρόπους ύπαρξης που με συνδέουν με άλλους ανθρώπους και με μια ιστορία μεγαλύτερη από εμένα. Υπό αυτή την έννοια, η παράδοση δεν αποτελεί περιορισμό, αλλά αφετηρία για να εξερευνήσω ποιος είμαι. Ταυτόχρονα, πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος έχει κάτι μοναδικό να προσφέρει στην παράδοση που κληρονομεί. Μια ζωντανή παράδοση δεν επαναλαμβάνεται απλώς· ανανεώνεται και διευρύνεται μέσα από τους ανθρώπους που την ασκούν. Οταν η παράδοση αγκαλιάζει αυτή τη διαδικασία, μετατρέπεται σε πεδίο δημιουργικότητας, συμμετοχής και ελευθερίας. Περιοριστική γίνεται όταν οι άνθρωποι αποκλείονται από τη δυνατότητα να τη διαμορφώσουν και όταν η ταυτότητα αντιμετωπίζεται ως κάτι σταθερό και “κλειστό”».

O Αμίρ Σαμπρά. @Kurt Van der Elst

Η χαρά ως πράξη αντίστασης

Η παράσταση φέρνει κοντά τη γιορτή, τους γάμους, τη συλλογική χαρά, αλλά και τους ήχους του πολέμου καθώς οι παραδοσιακοί ήχοι μπλέκονται με το ηλεκτρονικό ηχοτοπίο που θυμίζει αεροπορικό συναγερμό αλλά και τα χορευτικά πάρτι περασμένων δεκαετιών. Βέβαια, όπως θα διευκρινίσουν οι δύο δημιουργοί, για τους Παλαιστίνιους, η γιορτή και η βία δεν είναι δύο ξεχωριστές πραγματικότητες. «Οι γάμοι γίνονται ακόμη και στη διάρκεια πολέμων. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να τραγουδούν, να χορεύουν και να ερωτεύονται παρά την απώλεια και την αβεβαιότητα. Η πρόκληση ήταν να διαμορφώσουμε έναν χώρο στον οποίο η χαρά και η βία να παραμένουν εξίσου παρούσες, χωρίς να ακυρώνει η μια την άλλη, έτσι ώστε να αποκαλύπτουν την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις της ζωής κάτω από συνθήκες παρατεταμένης κατοχής και σύγκρουσης» εξηγεί ο Χατάμπ.

«Θα περίμενε κανείς πως η εμφάνιση της βίας θα διέκοπτε ή θα έβαζε τέλος στη χαρά. Η δύναμη όμως του έργου βρίσκεται στην προσήλωσή του στη συνέχεια. Η βία δεν παρουσιάζεται ως μια απόλυτη ρήξη με τη γιορτή· αναδύεται μέσα από αυτήν και συνυπάρχει με αυτήν, ενώ ο χορός, η συνάντηση των ανθρώπων και η συλλογική ευφορία εξακολουθούν να υφίστανται. Ετσι, η χαρά δεν εξαλείφεται από τη βία ούτε υποχωρεί μπροστά της. Επιμένει, μετασχηματίζεται και συνεχίζει να διαπερνά το έργο, αποκαλύπτοντας την παράδοξη ικανότητά της να επιβιώνει ακόμη και μέσα σε συνθήκες βίας» συμπληρώνει ο Σαμπρά.

Παράλληλα, η παράσταση επιχειρεί να αποδομήσει και άλλες στερεοτυπικές αναγνώσεις: αναδεικνύει εσωτερικές διαφοροποιήσεις, κοινωνικές εντάσεις, ταξικές αποχρώσεις και συγκρουόμενες επιθυμίες που διατρέχουν την παλαιστινιακή ταυτότητα. «Οι εσωτερικές αντιφάσεις και τα πολλαπλά επίπεδα του έργου αμφισβητούν την τάση να περιορίζεται η παλαιστινιακή ταυτότητα μόνο στη σχέση της με τον “άλλον”, σαν να μπορεί να γίνει κατανοητή αποκλειστικά μέσα από αυτό το πρίσμα. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η ιδέα ότι η παλαιστινιακή ταυτότητα στέκεται από μόνη της ως ανεξάρτητη και ενιαία ταυτότητα, η οποία όμως παραμένει σύνθετη, πολυεπίπεδη και πλούσια στην εσωτερική ποικιλομορφία της».

Ο Ατά Χατάμπ. @Kurt Van der Elst

«Θα χορεύουμε μέχρι τελικής πτώσεως»

Αναπόφευκτα, σε όλο το έργο, ο χορός μοιάζει με πράξη αντίστασης, χωρίς όμως να παίρνει μια απλοϊκή ή συνθηματολογική μορφή. Το ερώτημα τι σημαίνει να χορεύει κανείς υπό συνθήκες κατοχής τίθεται σχεδόν υπόγεια, ως συνεχής υπενθύμιση. Οπως επισημαίνει ο Χατάμπ: «Ο χορός υπό συνθήκες κατοχής δεν είναι απλώς μια πράξη αντίστασης με τη συμβατική έννοια. Είναι επίσης μια πράξη ύπαρξης. Η κατοχή επιχειρεί να ελέγξει την κίνηση, τον χώρο, τον χρόνο και τη φαντασία. Ο χορός διεκδικεί ξανά όλα αυτά. Μέσα από τον χορό, το σώμα γίνεται πεδίο αυτονομίας αντί ελέγχου. Γίνεται ένας τόπος όπου η ελευθερία μπορεί να “προβληθεί” και να δοκιμαστεί, ακόμη και όταν πολιτικά δεν επιτρέπεται. Υπό αυτή την έννοια, ο χορός δεν είναι μόνο αντίσταση. Είναι επιβίωση, δημιουργία και επιβεβαίωση της ζωής».

Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η φράση «Θα χορεύουμε μέχρι τελικής πτώσεως» που αναδύεται από την παράσταση και την οποία ο Χατάμπ σπεύδει να απομακρύνει από κάθε εύκολη αναγνωστική παγίδα. «Δεν είναι ένα σύνθημα, πολλώ δε μάλλον αισιοδοξίας. Είναι μια ταυτόχρονη αναγνώριση της ευθραυστότητας και της επιμονής. Σημαίνει ότι, παρά την εξάντληση, το πένθος και την αβεβαιότητα, συνεχίζουμε να συναντιόμαστε, να κινούμαστε και να δημιουργούμε μαζί. Ο χορός γίνεται τρόπος επιμονής στη ζωή. Οχι επειδή η ζωή είναι εύκολη, αλλά ακριβώς επειδή είναι δύσκολη. Η πράξη τού να χορεύουμε μαζί γίνεται μια δήλωση ότι παραμένουμε ικανοί για χαρά, φαντασία και συλλογική παρουσία».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version