Πριν από μία δεκαετία, επτά στους δέκα χρήστες του Διαδικτύου στην Ελλάδα δήλωναν ότι ενδιαφέρονταν έντονα για τις ειδήσεις. Σήμερα είναι λιγότεροι από τους μισούς. Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν ξεπεράσει τα παραδοσιακά μέσα ως βασική πηγή ενημέρωσης, ενώ η εμπιστοσύνη στις ειδήσεις παραμένει στο κάτω άκρο της διεθνούς κατάταξης. Σε ένα περιβάλλον συστηματικής δυσπιστίας στους θεσμούς, όπου οι πολίτες ενημερώνονται από συχνά αμφίβολης αξιοπιστίας πηγές, η παραπληροφόρηση και οι θεωρίες συνωμοσίας βρίσκουν ευκολότερα ακροατήριο.
Δύο νέες μελέτες της διαΝΕΟσις, ευρήματα των οποίων δημοσιεύει σήμερα «Το Βήμα», επιχειρούν να χαρτογραφήσουν αυτή τη μεταβολή.
Η πρώτη, του Αντώνη Καλογερόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επικοινωνίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και ερευνητικού συνεργάτη στο Ινστιτούτο Reuters, βασίζεται σε έντεκα ετήσιες έρευνες του Digital News Report για την περίοδο 2016-2026. Η δεύτερη, των Ντάρεν Λίλεκερ, καθηγητή Πολιτικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπόρνμουθ, και Πάνου Κολιαστάση, διδάσκοντος στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, εξετάζει την παραπληροφόρηση και τις θεωρίες συνωμοσίας μέσα από τρεις ελληνικές περιπτώσεις: τις νέες ταυτότητες, τα εμβόλια κατά της COVID-19 και το 5G.
Η μεγάλη υποχώρηση
Η υποχώρηση του ενδιαφέροντος για τις ειδήσεις δεν είναι πια εντύπωση αλλά μετρήσιμο μοτίβο της τελευταίας δεκαετίας. Από το 2016 έως το 2020, περίπου επτά στους δέκα έλληνες χρήστες του Διαδικτύου δήλωναν υψηλό ενδιαφέρον για την ενημέρωση. Το 2026 το ποσοστό έχει πέσει στο 47%, ενώ όσοι δηλώνουν χαμηλό ενδιαφέρον αυξήθηκαν από 5% σε 14%. Παράλληλα, το 19% λέει ότι δεν ενημερώνεται καθημερινά. Στους κάτω των 35 ετών το ποσοστό φτάνει το 37%.
Η υποχώρηση μεταφράζεται και ως ενεργή αποφυγή, καθώς το 81% στην Ελλάδα δηλώνει ότι αποφεύγει τις ειδήσεις «μερικές φορές» ή «συχνά». Σύμφωνα με τον κ. Καλογερόπουλο, η κόπωση αυτή συνδέεται με μια «διαρκή αίσθηση κρίσης». Οσο η είδηση βιώνεται ως βάρος ή θόρυβος, τόσο η ενημέρωση χάνει τη θέση της ως καθημερινή δημοκρατική πρακτική.

Επίσης, αλλάζει ριζικά το σημείο στο οποίο ο πολίτης συναντά την είδηση. Το 2026 τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναδεικνύονται σε κύρια πηγή ενημέρωσης για το 35% των Ελλήνων, μπροστά από τις ενημερωτικές ιστοσελίδες και εφαρμογές (32%) και την τηλεόραση (24%). Στις ηλικίες 18-24 το 45% δηλώνει ως βασική πηγή τα social media, ενώ στις ηλικίες 25-34 και 35-44 τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 42% και 44%.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εσωτερική αναδιάταξη των πλατφορμών. Στους 18-24, η χρήση του Facebook για ενημέρωση έπεσε από 75% το 2016 σε 22% το 2025. Πρώτη πλατφόρμα είναι πλέον το Instagram με 41%, ακολουθούμενο από το TikTok με 35% και το YouTube με 31%. Η αλλαγή αυτή αφορά και τον μεσολαβητή της πληροφορίας. Στο TikTok οι χρήστες δηλώνουν ότι προσέχουν περισσότερο προσωπικότητες των social media (63%) και λιγότερο παραδοσιακά μέσα ή δημοσιογράφους (15%). Η είδηση περνά όλο και περισσότερο μέσα από influencers και τις «ορέξεις» του αλγορίθμου, παρά μέσα από θεσμοθετημένες δημοσιογραφικές πύλες.
Η λέξη-κλειδί πίσω από όλα αυτά είναι η εμπιστοσύνη. Το 2026 μόλις το 18% των ερωτώμενων στην Ελλάδα δηλώνει ότι εμπιστεύεται «τις περισσότερες ειδήσεις τις περισσότερες φορές».
Η δυσπιστία διατρέχει σχεδόν όλες τις ομάδες: 16% στους 18-24, 21% στους άνω των 55. Εξίσου εύγλωττο είναι ότι το 2022 μόνο το 7% θεωρούσε πως τα ΜΜΕ είναι ανεξάρτητα ή σχετικά ανεξάρτητα από αθέμιτες πολιτικές ή επιχειρηματικές επιρροές.

Η έρευνα των Λίλεκερ και Κολιαστάση δείχνει ότι οι θεωρίες συνωμοσίας λειτουργούν ως απλουστευτικά ερμηνευτικά σχήματα για πολίτες που ήδη αισθάνονται ανασφάλεια, ευαλωτότητα και δυσπιστία απέναντι σε θεσμούς, ελίτ και μέσα ενημέρωσης. Στις ψηφιακές ταυτότητες αναλύθηκαν 97 αναρτήσεις: σε 44 η ελληνική κυβέρνηση εμφανιζόταν ως βασικός «συνωμότης», ενώ σε 66 ο ελληνικός λαός παρουσιαζόταν ως θύμα. Στα εμβόλια της COVID-19, 72 από τις 80 αναρτήσεις περιείχαν ψευδοεπιστημονικούς ισχυρισμούς. Στο 5G, 79 από τις 87 αναρτήσεις περιείχαν αναληθείς ισχυρισμούς, δυσπιστία και αναφορές σε «κρυμμένες αλήθειες».
Ισως η αξία των δύο μελετών εντοπίζεται στην αλληλοσυμπληρωματικότητά τους, καθώς περιγράφουν μια χώρα όπου η ενημέρωση μετακινείται από τις εφημερίδες, την τηλεόραση και τους ενημερωτικούς ιστοτόπους προς τις πλατφόρμες, ενώ ταυτόχρονα η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς της ενημέρωσης υποχωρεί. Ετσι, η παραπληροφόρηση παύει να αποτελεί περιθωριακή εκτροπή και γίνεται κοινωνικά πειστικό αφήγημα.
Το ζήτημα, συνεπώς, εκτείνεται πέρα από τα μέσα ενημέρωσης στην ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και, αναπόφευκτα, στην αντοχή της ίδιας της δημοκρατίας.
