Αθέατοι κίνδυνοι κάτω από την Αθήνα

Μπαζωμένα ρέματα, αλλαγές στη χρήση γης, γηρασμένες υποδομές και ανεπαρκείς έλεγχοι πίσω από τις ευπάθειες μιας πόλης που χτίστηκε αγνοώντας τα φυσικά της όρια

Αθέατοι κίνδυνοι κάτω από την Αθήνα

Η κατάρρευση της πολυκατοικίας στα Πετράλωνα, οι ανησυχίες που προκάλεσαν οι εργασίες του μετρό στην Κυψέλη, η εμφάνιση προβλημάτων σε παλαιές υποδομές αποκαλύπτουν τις αθέατες ευπάθειες μιας πόλης που μεταμορφώθηκε ραγδαία μέσα σε λίγες δεκαετίες – τα ρέματά της μπαζώθηκαν, εδάφη άλλαξαν χρήση και οι κατασκευές της γερνούν. Αναδεικνύουν όμως και τις αδυναμίες των πολεοδομικών επιλογών ενός κράτους που επί δεκαετίες αντιμετωπίζει τις παθογένειες του αστικού χώρου αποσπασματικά, αφήνοντας να συσσωρεύονται προβλήματα που σήμερα επανέρχονται στο προσκήνιο.

Εξι και πλέον δεκαετίες μετά τη μεταπολεμική ανοικοδόμησή της, η σχέση ανάμεσα στο φυσικό υπόβαθρο και τις ανθρώπινες κατασκευές επιδεινώνεται όσο οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης εντείνονται, όπως επισημαίνει στο «Βήμα» ο ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης Υδατικών Πόρων Γιώργος Τσακίρης. Από περίπου 1.277 χιλιόμετρα ανοιχτών ρεμάτων το 1893 είχαν απομείνει μόλις 434 χιλιόμετρα τη δεκαετία του 2000. Ρέματα όπως ο Ιλισός, ο Ποδονίφτης και η Πικροδάφνη καλύφθηκαν σε μεγάλα τμήματά τους, ενώ πολλές φυσικές κοίτες μετατράπηκαν σε δρόμους και οικοδομήσιμες εκτάσεις, μια αλλοίωση που επηρεάζει τη συμπεριφορά του εδάφους, την ασφάλεια των υποδομών και αυξάνει την έκθεση της πόλης σε πλημμυρικούς κινδύνους.

Γεωλογικές ιδιαιτερότητες

Οπως εξηγεί στο «Βήμα» ο καθηγητής Δυναμικής, Τεκτονικής και Εφαρμοσμένης Γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευθύμιος Λέκκας, η αποτελεσματική αντιμετώπιση του πλημμυρικού κινδύνου προϋποθέτει τον ακριβή εντοπισμό των παλιών, μπαζωμένων ρεμάτων μέσω μικροζωνικών μελετών, οι οποίες χαρτογραφούν τις γεωλογικές ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και καθορίζουν διαφορετικές προδιαγραφές θεμελίωσης και δόμησης ακόμη και σε επίπεδο οικοδομικού τετραγώνου ή μικρότερης έκτασης. Το κρίσιμο ζητούμενο, ωστόσο, είναι η θεσμοθέτησή τους ώστε να εφαρμόζονται υποχρεωτικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ρέμα της Πικροδάφνης στον Αγιο Δημήτριο, όπου οι πλημμύρες υποσκάπτουν τα πρανή, με αποτέλεσμα πολυκατοικίες που ανεγέρθηκαν σε γειτνίαση με την κοίτη να βρίσκονται σήμερα στον… αέρα. Το πρόβλημα εντείνεται στις περιοχές όπου τα ρέματα είναι αόρατα. Οπως υπογραμμίζει ο κ. Λέκκας, εξακολουθούν να λειτουργούν κάτω από τον αστικό ιστό, χωρίς συχνά να υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης ώστε να διαπιστωθεί η κατάστασή τους. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Ιλισού όπου στη γέφυρα στο ύψος του Μετς είχαν διαπιστωθεί προβλήματα που συνδέθηκαν με τη στατική κατάσταση της υποδομής και επηρέασαν τη λειτουργία του τραμ.

Για τον κ. Τσακίρη, τα προβλήματα προκύπτουν ως αποτέλεσμα μιας διαχρονικής πολεοδομικής αντίληψης που δεν έλαβε υπόψη τα φυσικά χαρακτηριστικά του Λεκανοπεδίου. Η «στρεβλή πολεοδόμηση», όπως τη χαρακτηρίζει, δεν περιορίστηκε στα ρέματα αλλά επεκτάθηκε και στη σχέση της πόλης με άλλες ευαίσθητες ζώνες, όπως ο αιγιαλός.

Τα συμπεράσματα έρευνας για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πόλεων (2025) που έγινε για λογαριασμό του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) Αθανάσιο Λουκά και συντονιστή τον κ. Τσακίρη, ανέδειξαν την ανάγκη αναθεώρησης των κριτηρίων οριοθέτησης αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού ώστε να ενσωματωθεί η τρωτότητα παράκτιων αστικών περιοχών στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Οι ερευνητές εισηγήθηκαν επανακαθορισμό του μέγιστου πλάτους της ζώνης αιγιαλού – παραλίας από τα 50 στα 100 μέτρα στις ευάλωτες αστικές παράκτιες περιοχές, προτείνοντας χορήγηση αποζημιώσεων και κινήτρων μετεγκατάστασης για ιδιοκτήτες υφιστάμενων κτισμάτων που θα επηρεαστούν.

Παρέμβαση στο υπέδαφος

Η σημασία του γεωλογικού υποβάθρου επιβεβαιώνεται και από τον ομότιμο καθηγητή Πολεοδομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) Γιάννη Πολύζο, ο οποίος εξηγεί ότι, αν και μεγάλο μέρος του Λεκανοπεδίου διαθέτει ευνοϊκές γεωλογικές συνθήκες, υπάρχουν ζώνες όπου η εικόνα είναι διαφορετική, υποδεικνύοντας εκτός από τις μπαζωμένες κοίτες ρεμάτων και άλλες περιοχές όπου αναπτύχθηκε δόμηση, όπως σε πρώην λατομεία, π.χ. στον Κοκκιναρά.

Οι επιπτώσεις της ανθρώπινης παρέμβασης στο υπέδαφος δεν εκδηλώνονται πάντοτε με θεαματικό τρόπο, με χαρακτηριστική την περίπτωση της παράκτιας ζώνης Νέου Φαλήρου, Μοσχάτου, Καλλιθέας. Ερευνητές του ΕΜΠ για δύο δεκαετίες (1989-2008) κατέγραψαν καθιζήσεις που έφτασαν έως 41 χιλιοστά. Οι ίδιες περιοχές είχαν παρουσιάσει αντίστοιχες υποχωρήσεις από τη δεκαετία του 1960, γεγονός που αποδεικνύει ότι επρόκειτο για διαχρονικό φαινόμενο λόγω υπεράντλησης υδάτων και ευάλωτων γεωλογικών εδαφών.

Γενικότερα, οι επιστήμονες εντοπίζουν έλλειμμα στην εκπόνηση γεωλογικής – γεωτεχνικής μελέτης, η οποία είναι υποχρεωτική για τα δημόσια κτίρια αλλά όχι για τις ιδιωτικές κατασκευές. «Είναι παράδοξο ότι για την κατασκευή μιας πολυκατοικίας αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ δεν θεωρείται αυτονόητη μια τέτοια μελέτη, η οποία κοστίζει μόλις 5.000 έως 10.000 ευρώ» σημειώνει. Οπως αναφέρει, έχει δει πολυτελείς κατοικίες να καταστρέφονται από κατολισθήσεις στην Ανατολική Αττική (π.χ. στον Νέο Βουτζά) και σε άλλες περιοχές. «Αν είχε προηγηθεί μια σωστή γεωλογική διερεύνηση, θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί κατάλληλα μέτρα πριν από την ανέγερση» τονίζει.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο κ. Πολύζος, επισημαίνοντας ότι οι επεκτάσεις των πόλεων πραγματοποιήθηκαν επί δεκαετίες χωρίς να συνοδεύονται από συστηματική αξιολόγηση του υπεδάφους.

Η εικόνα επιχειρείται να αλλάξει. Στα νέα Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια περιλαμβάνονται πλέον υποχρεωτικά μελέτες γεωλογικής καταλληλότητας, προσωρινής οριοθέτησης υδατορεμάτων, αντιπλημμυρικές αναλύσεις και αξιολογήσεις φυσικών κινδύνων. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο κ. Λέκκας, αυτές αποτυπώνουν τη συνολική εικόνα μιας περιοχής, όταν όμως πρόκειται να ανεγερθεί ένα συγκεκριμένο κτίριο, απαιτείται εξειδικευμένη γεωλογική και γεωτεχνική διερεύνηση του ίδιου οικοπέδου. Η σημασία της προσέγγισης αποτυπώνεται και σε περίπτωση πενταώροφης πολυκατοικίας στην Αθήνα, κατασκευής του 1968. Το 1999, μετά την ανέγερση νέου κτιρίου στο διπλανό οικόπεδο που περιλάμβανε βαθιά εκσκαφή για υπόγειο, εμφανίστηκαν ρωγμές και παραμορφώσεις. Γεωτεχνική  διερεύνηση κατέγραψε καθιζήσεις αποδίδοντας το πρόβλημα σε επιρροή της γειτονικής κατασκευής και αδυναμίες της παλιάς θεμελίωσης.

Τα παλιά κτίρια

Ο κ. Πολύζος επισημαίνει ότι στην Ελλάδα απουσιάζει ένας οργανωμένος μηχανισμός περιοδικού επανελέγχου των οικοδομών, παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος τους έχει κατασκευαστεί πριν από πολλές δεκαετίες. Ο Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας, σε συνεργασία με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, μόλις ολοκλήρωσε τον πρωτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο 44.000 στατικά ανεξάρτητων δημόσιων κτιρίων, με το 5% να πρέπει να περάσει σε δευτεροβάθμιο, πιο ενδελεχή έλεγχο.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Λέκκα, αντίστοιχη διαδικασία θα έπρεπε να εφαρμοστεί και στα ιδιωτικά κτίρια. Σήμερα, πάνω από 70% των κτιρίων στην Ελλάδα είναι κατασκευασμένα είτε χωρίς αντισεισμικό κανονισμό (έως το 1959) είτε με τον πρώτο αντισεισμικό κανονισμό (1959-1985). Σπεύδει, πάντως, να αποσαφηνίσει ότι η συνολική εικόνα του κτιριακού αποθέματος της Αθήνας παραμένει θετική. Οπως εξηγεί, η πρωτεύουσα αναπτύχθηκε με ταχείς ρυθμούς τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970, όταν οι γεωλογικές συνθήκες δεν λαμβάνονταν ιδιαιτέρως υπόψη, καθώς δεν υπήρχε η απαιτούμενη τεχνογνωσία ούτε το θεσμικό πλαίσιο. Παρ’ όλα αυτά, οι κατασκευές αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ανθεκτικές, χάρη στους έλληνες μηχανικούς και στους έμπειρους τεχνίτες της εποχής. Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι πολλές οικοδομές δεν έχουν συντηρηθεί επαρκώς, ενώ σε αρκετές έχουν πραγματοποιηθεί μεταγενέστερες επεμβάσεις, όπως αφαίρεση τοίχων για τη δημιουργία μεγαλύτερων χώρων.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version