Το στοίχημα της σχέσης μεταξύ πανεπιστημίου και οικονομίας

Το ζήτημα δεν είναι να προσαρμοστούν τα ΑΕΙ σε μια δεδομένη αγορά εργασίας, αλλά να συγκροτηθεί ένα δυναμικό οικοσύστημα στο οποίο εκπαίδευση και οικονομία θα εξελίσσονται από κοινού

Το στοίχημα της σχέσης μεταξύ πανεπιστημίου και οικονομίας

Η συζήτηση για τη σχέση της ανώτατης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας στην Ελλάδα ξεκινά σχεδόν πάντοτε από τη διαπίστωση ενός «χάσματος» μεταξύ των παραγόμενων γνώσεων – και ιδίως δεξιοτήτων – που προσφέρουν τα ΑΕΙ και εκείνων που αναζητούν οι επιχειρήσεις. Είναι μια διαπίστωση που περιέχει δόση αλήθειας, αλλά συχνά λειτουργεί ως εύκολη εξήγηση. Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο το «τι παράγουν» τα ΑΕΙ, αλλά και το «τι ζητά» – και κυρίως «τι μπορεί να απορροφήσει» – η ίδια η οικονομία.

Ας προσπαθήσουμε να χαρτογραφήσουμε το πρόβλημα με αδρές γραμμές: η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας έχει διαμορφώσει ένα εκτεταμένο και γεωγραφικά διασπαρμένο δίκτυο, με σαφές περιφερειακό και κοινωνικό αποτύπωμα. Την ίδια στιγμή, όμως, η οικονομική δραστηριότητα και οι ποιοτικές ευκαιρίες απασχόλησης παραμένουν έντονα συγκεντρωμένες σε λίγους αστικούς πόλους. Αυτή η δυσαρμονία δεν είναι δευτερεύουσα: περιορίζει τις δυνατότητες αξιοποίησης του επιστημονικού δυναμικού που παράγεται σε όλη τη χώρα και αναπαράγει έναν κύκλο άνισης ανάπτυξης. Η εικόνα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν δούμε τη διάρθρωση των σπουδών. Συχνά προβάλλεται η άποψη ότι το πρόβλημα έγκειται στην «υπερπαραγωγή» αποφοίτων σε συγκεκριμένα πεδία, που δεν θεωρούνται πεδία «αιχμής».

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Ελλάδα καταγράφει υψηλά ποσοστά συμμετοχής σε σπουδές STEM, γεγονός που καταδεικνύει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν υστερεί στην παραγωγή αποφοίτων σε αυτά τα γνωστικά αντικείμενα. Η επίμονη αναφορά σε έλλειψη δεξιοτήτων δεν μπορεί, συνεπώς, να εξηγηθεί μόνο από την πλευρά της προσφοράς εκ μέρους των ΑΕΙ.  Για εμάς το κρίσιμο ζήτημα βρίσκεται ιδίως στην πλευρά της ζήτησης. Το παραγωγικό πρότυπο της χώρας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από δραστηριότητες που δεν αξιοποιούν συστηματικά υψηλού επιπέδου γνώση και δεξιότητες. Η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό είναι συχνά περιορισμένη, αποσπασματική ή δεν συνοδεύεται από συνθήκες που να συγκρατούν και να κινητοποιούν το ανθρώπινο κεφάλαιο (κάτι που αποτυπώνεται και στα υψηλά ποσοστά διαρροής ανθρώπινου κεφαλαίου – το γνωστό brain drain). Ετσι, δίπλα στο «χάσμα δεξιοτήτων» αναπτύσσεται ένα εξίσου σημαντικό «χάσμα ζήτησης», το οποίο παραμένει λιγότερο ορατό αλλά περισσότερο καθοριστικό.

Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και ουσιαστικές πρωτοβουλίες των ΑΕΙ – π.χ. νέα προγράμματα σπουδών, ενίσχυση της διά βίου μάθησης, διεθνοποίηση – δεν αποδίδουν πλήρως. Οχι επειδή υστερούν ποιοτικά, αλλά επειδή εντάσσονται σε ένα οικοσύστημα οικονομίας και αγοράς που δεν λειτουργεί με όρους συνέχειας και αμοιβαιότητας.

Κι όμως, το θεσμικό πλαίσιο για μια διαφορετική προσέγγιση υπάρχει. Ο ν. 4957/2022 έχει εισαγάγει ένα πλέγμα δομών και εργαλείων που μπορούν να στηρίξουν ουσιαστική διασύνδεση: μονάδες υποστήριξης φοιτητών και αποφοίτων, μηχανισμούς μεταφοράς τεχνολογίας, δομές ενίσχυσης της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας, καθώς και στρατηγικό σχεδιασμό των ΑΕΙ με έμφαση στην εξωστρέφεια. Ωστόσο, το έλλειμμα δεν αφορά αποκλειστικά τον σχεδιασμό των ΑΕΙ· αφορά κυρίως την ενεργοποίηση και τη συστηματική λειτουργία αυτών των μηχανισμών μέσα σε ένα παραγωγικό πρότυπο που δεν δημιουργεί σταθερή και συνεχή ζήτηση για υψηλού επιπέδου δεξιότητες.

Το ζητούμενο, συνεπώς, είναι η μετάβαση από την αποσπασματική εφαρμογή στη συγκρότηση ενός συνεκτικού οικοσυστήματος ΑΕΙ και οικονομίας. Πώς μεταφράζεται αυτό σε πράξη; Πρώτον, απαιτείται η ουσιαστική ενσωμάτωση της εργασιακής εμπειρίας στις σπουδές. Η πρακτική άσκηση αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο, αλλά η δυναμική της παραμένει περιορισμένη όταν δεν εντάσσεται οργανικά και με ενδεχόμενη υποχρεωτικότητα στο πρόγραμμα σπουδών. Πιο ολοκληρωμένα σχήματα work placement, με ακαδημαϊκή αναγνώριση και επαρκή διάρκεια, μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά τη σύνδεση θεωρίας και πράξης.

Δεύτερον, είναι αναγκαία η δημιουργία σταθερών μηχανισμών ανατροφοδότησης. Τα επιμελητήρια, με μια πιο ενεργή συμβουλευτική λειτουργία (στο πρότυπο των advisory councils), μπορούν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο, μεταφέροντας συστηματικά τις ανάγκες της οικονομίας προς τα ΑΕΙ και συμβάλλοντας σε έναν πιο τεκμηριωμένο σχεδιασμό της διασύνδεσης των ΑΕΙ με την αγορά εργασίας. Η συνεργασία αυτή πρέπει να είναι διαρκής και όχι περιστασιακή.

Τρίτον, απαιτείται η ενεργός εμπλοκή των επιχειρήσεων ως συνδιαμορφωτών. Πρωτοβουλίες όπως τα βιομηχανικά διδακτορικά, αλλά και ευρύτερες συμπράξεις στην έρευνα και την καινοτομία, μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά τη διασύνδεση γνώσης και παραγωγής και να δημιουργήσουν συνθήκες αμοιβαίου οφέλους.

Τελικά, το ζήτημα δεν είναι να προσαρμοστούν τα ΑΕΙ σε μια δεδομένη αγορά εργασίας, αλλά να συγκροτηθεί ένα δυναμικό οικοσύστημα στο οποίο εκπαίδευση και οικονομία θα εξελίσσονται από κοινού. Η χώρα δεν στερείται γνώσης ούτε ανθρώπινου δυναμικού. Αυτό που λείπει είναι η συνεκτική αξιοποίησή τους. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα.

 

*Ο κ. Δημήτρης Μπουραντώνης είναι γ.γ. Ανώτατης Εκπαίδευσης στο υπ. Παιδείας και πρώην πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

*Ο κ. Νίκος Παπαμανώλης είναι στέλεχος της Γ.Γ. Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης.

Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο εκφράζουν αποκλειστικά τους συντάκτες του και δεν εκφράζουν επίσημες θέσεις.  

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version