Υπάρχουν κάποιοι στίχοι του Τ. Σ. Ελιοτ στο ποίημα «Burnt Norton» που ανέκαθεν μου άρεσαν: «Eτσι προχωρήσαμε, κι εκείνοι μαζί μας, σε τελετουργικό σχηματισμό, / μέσα από το έρημο μονοπάτι, προς τον κυκλικό εξώστη / να κοιτάξουμε κάτω τη στραγγισμένη πισίνα. / Στεγνή η πισίνα, στεγνό το σκυρόδεμα, με καφετιές παρυφές, / κι η πισίνα γεμάτη νερό από ηλιόφως / κι ο λωτός αναδύθηκε, ήσυχα ήσυχα, / η επιφάνεια άστραψε από την καρδιά του φωτός, / κι εκείνοι ήταν πίσω μας, καθρεφτισμένοι στην πισίνα. / Τότε ένα σύννεφο πέρασε, κι η πισίνα άδειασε». Αν με ρωτούσε κανείς τι θέλει να πει ο ποιητής, θα απαντούσα ότι δεν έχω ιδέα. Αλλά αυτό είναι το ωραίο στην τέχνη: μπορεί να μην καταφέρει να μεταδώσει το νόημά της, μπορεί να απογυμνωθεί από αυτό ή μπορεί κάποιος να της το αλλοιώσει, αλλά το σώμα της είναι προσβάσιμο σαν ανοιχτός μπουφές για ονειροπαρμένους.
Ετσι κι εγώ κόλλησα με την πισίνα απλώς επειδή μου αρέσουν οι πισίνες. Ειδικά με αποστραγγισμένα ή λιμνάζοντα νερά. Η δε πισίνα που αναφέρει ο Ελιοτ είναι υπαρκτή και βρίσκεται στην έπαυλη Burnt Norton, στην κομητεία Γκλόστερσαϊρ της Νοτιοδυτικής Αγγλίας. (Το αρχοντικό δεν ονομαζόταν έτσι αρχικά. Ανήκε σ’ έναν βαρονέτο του Οίκου Νόρτον, πίσω στον 18ο αιώνα. Κάποτε το αρχοντικό αγοράστηκε από άλλον ευγενή και ξαναχτίστηκε, αφού ο βαρονέτος – μάλλον μεθυσμένος αφού τον εγκατέλειψε η ερωμένη του – του έβαζε φωτιά συχνά-πυκνά. Τότε μετονόμασαν το αρχοντικό σε Burnt Norton, για τα καμένα ντουβάρια ή για τον βαρονέτο που έβρεχε φωτιά στη στράτα του, ποιος ξέρει.)
Οι πισίνες, λοιπόν, στερεμένες ή με λιμνάζοντα νερά, φέρουν κάτι ταυτόχρονα γοητευτικό και δυσάρεστο. Απογυμνωμένες από τη λειτουργία τους, μοιάζουν με αντικείμενα που έχουν χάσει τον σκοπό αλλά όχι την υπόστασή τους. Παραμένουν εκεί, τερατώδεις και σιωπηλές όπως όλα τα μνημεία. Η άδεια πισίνα επιδεικνύει το τσιμεντένιο πετσί της, μετατρέποντας έναν πάλαι ποτέ χώρο αναψυχής σε ερείπιο. Στη δε πισίνα με στάσιμα νερά, πρασινωπά από φύκια, (συχνά φονικά) βακτήρια και τη βραδεία εργασία της φθοράς, το νερό δεν αντανακλά πλέον, αλλά συλλέγει: σκιές. Η ακινησία του γεννά μια αδιόρατη αίσθηση κινδύνου, σαν να έχει μετατραπεί σε ένα βάθος χωρίς μέτρο, σε έναν χώρο όπου δεν φτάνει η όραση. Μα έχει την ομορφιά της η εγκατάλειψη. Το πράσινο χρώμα της αποσύνθεσης, τα στίγματα της υγρασίας, οι αντανακλάσεις ενός θολωμένου ουρανού, όλα αυτά συνθέτουν μια αισθητική της παρακμής που βρίσκεται ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στο τεχνητό και στο φυσικό. Η εγκαταλελειμμένη πισίνα μοιάζει με έναν τόπο όπου η φύση ανακτά σιωπηλά ό,τι της είχε αφαιρεθεί. Εκεί, το νερό χάνει τον χαρακτήρα της αναψυχής και γίνεται όργανο χρονικής αντίληψης. Οπως όλα τα εγκαταλελειμμένα οικοδομήματα, οι πισίνες αποκτούν τελικά κάτι συγκινητικό επειδή καθιστούν ορατή τη μοίρα όλων των ανθρώπινων κατασκευών: να παραδίδονται αργά στην ακινησία, στη φθορά και, τελικά, σε έναν ειδικό τύπο ομορφιάς που έρχεται αποκλειστικά με την απουσία.
Αυτά σκεφτόμουν πρόσφατα με αφορμή τον θάνατο του βρετανού ζωγράφου Ντέιβιντ Χόκνεϊ, που έφυγε στις 11 Ιουνίου. Ο Χόκνεϊ τις αγαπούσε τις πισίνες, αλλά από την άλλη άκρη του φάσματος. Ως ζωγράφος γενικώς ήταν γνωστός για τη λαμπρότητά του, αλλά κάτω από τις εκτυφλωτικές επιφάνειες των προαστιακών σκηνών του κρύβεται ένας διαρκής στοχασμός πάνω στην ίδια την αντίληψη: στο πώς βλέπουμε, στο πώς η μνήμη αναδιαμορφώνει την όραση, στο πώς οι στιγμές μετατρέπονται σε εικόνες. Ο Χόκνεϊ μετέτρεψε τις πιο συνηθισμένες σκηνές σε οπτικές «έρευνες», διερωτώμενος όχι τόσο τι είναι ο κόσμος, όσο πώς εμφανίζεται στο βλέμμα.
Οι ζωηρές, αστικές πισίνες του δεν είναι απλώς αναπαραστάσεις μιας πολυτελούς ζωής. Είναι παραδοξολογήματα. Το νερό είναι ρευστό, ασταθές, διαρκώς μεταβαλλόμενο. Η ζωγραφική, αντίθετα, ακινητοποιεί στιγμές. Η πρόκληση της απεικόνισης του νερού (ιδιαίτερα των φευγαλέων αντανακλάσεων του φωτός πάνω στην επιφάνεια) έγινε για τον Χόκνεϊ ένας τρόπος να εξερευνήσει τα όρια και τις δυνατότητες της ίδιας της ζωγραφικής.
Η πισίνα του είναι ταυτόχρονα υλική και άυλη. Βλέπει κανείς τα τσιμεντένια της όρια, τη γεωμετρική καθαρότητα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, αλλά και την τρεμάμενη επιφάνεια που παραχαράσσει βεβαιότητες. Το νερό αντανακλά τον κόσμο που βρίσκεται από πάνω του, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει κι ένα βάθος από κάτω. Ετσι, η πισίνα λειτουργεί σχεδόν ως ένα φιλοσοφικό κάτοπτρο. Αποτελεί ένα κατώφλι ανάμεσα στην επιφάνεια και στο βάθος.
Η πισίνα του Ελιοτ είναι αρχικά άδεια, αλλά, μέσα σε μια στιγμή οραματικής αντίληψης, γεμίζει «θαυματουργικά», όχι κυριολεκτικά με νερό, αλλά με ηλιακό φως. Η μεταμόρφωση αυτή δεν είναι ούτε φυσική ούτε φανταστική. Συμβαίνει σε εκείνη τη σφαίρα όπου η αντίληψη αγγίζει το υπερβατικό. Για μια σύντομη στιγμή, ο ορατός κόσμος αποκαλύπτει μια κρυμμένη τάξη, μια βαθύτερη πραγματικότητα που συνήθως παραμένει αθέατη. Οι πισίνες του Χόκνεϊ μοιάζουν συχνά να κατοικούν σε μια παρόμοια περιοχή εμπειρίας. Είναι καταγραφές φαινομένων που αγγίζουν τα όρια της αποκάλυψης. Το ηλιακό φως που χορεύει στο νερό δημιουργεί σχήματα σχεδόν αδύνατον να αποτυπωθούν, κι όμως ο ζωγράφος επιχειρεί ακριβώς αυτό. Οπως ο Ελιοτ, ο Χόκνεϊ γοητεύεται από τις στιγμές που ο καθημερινός κόσμος φορτίζεται με μια ξαφνική ένταση. Η πισίνα παύει να είναι απλώς πισίνα και μετατρέπεται σε τόπο όπου το φως αποκτά υπόσταση και, άρα, όπου η όραση γίνεται το πραγματικό θέμα.
Υπάρχει μια διαφορά βέβαια. Το όραμα του Ελιοτ είναι φευγαλέο και μεταφυσικό. Η στιγμή δείχνει πέρα από τον ορατό κόσμο, προς μια διάσταση αχρονίας. Ο Χόκνεϊ παραμένει προσηλωμένος στον κόσμο των φαινομένων. Η τέχνη του υποδηλώνει ότι η υπέρβαση δεν βρίσκεται κάπου αλλού, είναι ήδη παρούσα μέσα στην ίδια την πράξη της θέασης. Αν ο Ελιοτ αναζητά την αιωνιότητα μέσω της εικόνας της πισίνας, ο Χόκνεϊ ανακαλύπτει το θαυμαστό στην ίδια την αντίληψη. Το θαύμα δεν είναι ότι το φως γίνεται νερό, αλλά ότι το νερό καθίσταται ορατό μέσω του φωτός.
Οι δυο τους, ωστόσο, μοιράζονται την εμπιστοσύνη στην αποκαλυπτική δύναμη της προσοχής, βλέποντας το νερό ως μέσο διά του οποίου ο ορατός κόσμος υπερβαίνει εαυτόν. Αντανάκλαση, βάθος, κίνηση και φως συμπλέκονται σε μια εικόνα που ποτέ δεν περιορίζεται από την ανθρώπινη κατανόηση. Οι πισίνες είναι στοχασμοί πάνω στην ίδια την όραση. Μια επιφάνεια νερού, αγγιγμένη από το φως, μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε άνοιγμα προς μια άλλη τάξη εμπειρίας, σε μια στιγμιαία θέαση αυτού που ο Ελιοτ ονόμασε «το ακίνητο σημείο του στρεφόμενου κόσμου».
Η προσομοίωση και η εμπειρία
Ολοένα και περισσότερα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία κλείνουν. Συνήθως, οι βιτρίνες καλύπτονται από τεράστιες πινακίδες μεσιτικών γραφείων, συχνά ξένων συμφερόντων. Πολλά καταλήγουν ξενοδοχεία ή εστιατόρια, με αστρονομικά ενοίκια που καλύπτονται από την «καθαρή», προκάτ αισθητική που κυριαρχεί στους σχετικούς κλάδους, βασισμένη στη στρατηγική να πωλείται η ινσταγκραμική εμπειρία του πράγματος, ούτε καν η υπηρεσία (σαν να γεννιέται τέταρτος τομέας παραγωγής: η προσομοίωση).
Τα βιβλιοπωλεία είναι καταστήματα – παρά την ιδιαιτερότητά του, το προϊόν δεν παύει να αποτελεί προϊόν, που μπορείς να αγοράσεις αναίμακτα μέσω ίντερνετ. Γι’ αυτό και το πραγματικό αγαθό των βιβλιοπωλείων υπήρξε επίσης, ανέκαθεν, η εμπειρία.
Φαίνεται, λοιπόν, πως η πάλη εδώ δεν είναι μεταξύ «πολιτισμού» και «κατανάλωσης», αλλά μεταξύ των προς ζήτηση βιωμάτων που κονταροχτυπιούνται στην εποχή μας: μεταξύ της ανέπαφης εξωστρέφειας των θεατρικών σκηνικών και της επαφικής εσωστρέφειας του έργου που κάποιος πρέπει να απομείνει να παίζει για να τα γεμίσει.
