Επιχειρώντας να προσεγγίσει κανείς την εκλογική στάση και συμπεριφορά των Ελλήνων, δεν μπορεί παρά να αξιολογήσει τον ευρύ κύκλο των συμφερόντων που ορίζουν την κοινωνία μας. Πέρα από την πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση του καθενός στον άξονα Δεξιά – Αριστερά, πλήθος άλλων παραγόντων και συνθηκών συνδεδεμένων με την περιουσία, την κοινωνική θέση, την εργασία, το εισόδημα και τις προσδοκίες που τα συνοδεύουν επιδρά καθοριστικά στην τελική επιλογή της ψήφου. Η ακτινογράφηση αυτών των συμφερόντων, ωστόσο, δεν είναι τόσο προφανής όσο πολλοί νομίζουν.
Η ελληνική κοινωνία είναι σύνθετη, τα πρόσωπα δεν ορίζονται από μία και μόνη ιδιότητα, παρά από αυτό που σε ανύποπτο χρόνο, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είχε αποδώσει ως «πολυσθένεια». Κατ’ αυτόν, τα άτομα και τα νοικοκυριά ασκούνται σε περισσότερες από μία, διαφορετικές μεταξύ τους, επαγγελματικές δραστηριότητες. Ενας μισθωτός, για παράδειγμα, μπορεί ταυτόχρονα και παράλληλα να καλλιεργεί αγροτική γη, να παράγει λάδι ή πορτοκάλια, να εκμεταλλεύεται ακίνητα ή να προσφέρει άλλες υπηρεσίες.
Το ίδιο άτομο αναπτύσσει με τον καιρό πολλές διαφορετικές δεξιότητες αντί μίας, τις αξιοποιεί προς μεγιστοποίηση των εσόδων και ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένος να προσαρμόζεται αναλόγως στις εκάστοτε αλλαγές του οικονομικού περιβάλλοντος.
Εντός λοιπόν των ατόμων και των νοικοκυριών αυτών αναπτύσσονται αντικρουόμενα μεταξύ τους συμφέροντα, τα οποία γεννούν συγχύσεις και οδηγούν σε επιλογές ψήφου πολύ διαφορετικές από αυτές που μπορεί να προσδοκούν τα όποια κόμματα, αριστερά και δεξιά.
Ο ίδιος έγραψε και υποστήριξε ότι η «πολυσθένεια» απέτρεψε τη συγκρότηση μιας απολύτως διακριτής κλασικής δυτικοευρωπαϊκής προλεταριακής εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Εξηγούσε δε ότι μεγάλο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση έπαιξαν το εύρος και η διάχυση της μικροϊδιοκτησίας στην ελληνική κοινωνία.
Εκτοτε παρήλθαν χρόνοι πολλοί. Η χώρα εξελίχθηκε, πέρασε μέρες καλές και πλούσιες, μα και χρόνια ανείπωτης κρίσης και οικονομικής καταστροφής. Ωστόσο η «πολυσθένεια» παρέμεινε ενεργή και σε πολλές περιπτώσεις ξεχωριστά στοιχεία της, όπως αυτό της μικροϊδιοκτησίας, απέδωσαν απρόσμενα αποτελέσματα και εξαιρετικές αποδόσεις.
Από το 2017 και εντεύθεν, με την επανάκαμψη του τουριστικού ρεύματος και ιδιαιτέρως με την άνθηση παγκοσμίως των ταξιδιών μετά την πανδημία, που συνοδεύθηκε από την εκτίναξη των μηχανισμών της βραχυχρόνιας μίσθωσης, ο ευρύς κύκλος της μικροϊδιοκτησίας βρήκε πεδίον δόξης λαμπρόν.
Η αγορά των ακινήτων αναγεννήθηκε, οι αξίες εκτοξεύθηκαν στα ύψη, άλλοτε αδρανή περιουσιακά στοιχεία απέκτησαν σημαντικές προσόδους και οι κάτοχοί τους στα μεγάλα αστικά κέντρα, στην ευρεία τουριστική ακτογραμμή, ηπειρωτική και νησιωτική, είδαν τα σπίτια τους να αποδίδουν και τον πλούτο τους να αυξάνεται. Το 2026 τα επίσημα συμβολαιοποιημένα, καταγεγραμμένα στην Εφορία, σχήματα βραχυχρόνιας μίσθωσης ξεπερνούσαν τα 120.000, τα μέσα ετήσια μισθώματα προσέγγιζαν τις 10.000 ευρώ και στις δημοφιλέστερες περιοχές της Αθήνας προσέγγιζαν τις 35.000 ευρώ.
Η ελληνική αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης, επίσημη και ανεπίσημη, αποφέρει έσοδα μεταξύ 3 και 4 δισ. ευρώ ετησίως. Ταυτόχρονα οι αγοραπωλησίες ακινήτων ξεπερνούν τις 200.000 ετησίως και άλλες 100.000 ακίνητα μεταβιβάζονται μέσω κληρονομιών και δωρεών στα παιδιά, ιδιαιτέρως μετά την υιοθέτηση του αφορολογήτου των 800.000 ευρώ. Με την αλλαγή δε των χρήσεων αγροτικής γης και την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών τόξων στις άγονες γεωργικές ζώνες πολλαπλασιάστηκαν οι πωλήσεις αγροτεμαχίων και οι τιμές εκτοξεύθηκαν μέχρι και τις 2.000 ευρώ το στρέμμα.
Συνέπεια όλης αυτής της έξαρσης ήταν βεβαίως η κορύφωση του στεγαστικού προβλήματος για τους περίπου 800.000 ενοικιαστές, που είδαν τα ενοίκια να εκτοξεύονται και να αφαιρούν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους. Ωστόσο οι ιδιοκατοικούντες, οι έχοντες και κατέχοντες, είναι πολλαπλάσιοι και είναι αυτοί που είδαν τα εισοδήματα και τον πλούτο τους να αυξάνονται. Κοινώς η «πολυσθένεια» για αυτούς απεδείχθη σωτήρια. Είναι αυτή η άλλη εκδοχή των πραγμάτων που ξεπερνά κατά πολύ την επίπεδη ανάλυση που θέλει τους Ελληνες να νιώθουν φτωχοί σε ποσοστό υψηλότερο του 60%. Και ίσως να είναι αυτή που εξηγεί την εκλογική στάση και συμπεριφορά σημαντικής μερίδας ψηφοφόρων.
