Οταν Αυτός γυρίζει σπίτι

Δεν έχουμε καμία διαφορά από κανένα ζωάκι στη φύση. Παίζουμε διαρκώς με τους κανόνες της: ξεχωρίστε στην αγέλη, δείξτε τι έχετε, εντυπωσιάστε το ταίρι, διαιωνίστε το είδος

Οταν Αυτός γυρίζει σπίτι

Ηταν η μέρα Σάββατο. Οχι πως είμαστε νοικοκύρηδες – εγώ και Αυτός –, να κάνουμε δουλειές του σπιτιού το Σάββατο. Είμαστε δυο δεκάχρονα σε σώμα ενήλικου (όπως κάθε μιλένιαλ) και απλώς εκδηλώνουμε τη φυσιολογική μιμητική τάση μας, ενθυμούμενοι της μανάδες μας να κάνουν περίεργα πράγματα όπως να ξεσκονίζουν πίσω από την τηλεόραση (γιατί το έκαναν αυτό; μήπως πρέπει να το κάνουμε κι εμείς;). Αλλά παρότι κανείς από τους δυο μας δεν έχει ιδιαίτερη κλίση προς τις δουλειές, εγώ είμαι καλύτερη. Οπότε, ναι, αν αναγκαστώ να πλύνω τα πιάτα, θα τα πλύνω καλά. Αν αναγκαστώ να σφουγγαρίσω, θα σφουγγαρίσω σωστά. Αυτός, από την άλλη, δεν σκαμπάζει.

Οχι πως είναι απρόθυμος. Θα πλύνει πιάτα. Θα σφουγγαρίσει. Αλλά δεν το βλέπει ολιστικά το ζήτημα. Αν καταπιαστεί με κάτι, θα το διαχειριστεί σαν πρότζεκτ. Θα τον δεις να γυαλίζει ασημικά την ώρα που το σπίτι μοιάζει βομβαρδισμένο. Θα τον δεις ν’ ανεβαίνει σε σκάλα να σφίξει τον μεντεσέ στο πορτάκι του παταριού ενώ στον νεροχύτη μια κατσαρόλα με κάτι που κάποτε ήταν κοκκινιστό ικετεύει να τη λιώσουμε και να τη μετα-χυτεύσουμε γιατί το σαπούνισμα μάλλον δεν θα δουλέψει. Κι έτσι εκείνο το Σάββατο, οκτώ το πρωί – προτού πιω η δόλια τον καφέ μου –, τον βλέπω να κουβαλάει το κρεβάτι του σκύλου στο μπαλκόνι για καθάρισμα. Το πρότζεκτ της ημέρας.

Από όλα τα πράγματα: Το κρεβάτι του σκύλου. Το τεράστιο κρεβάτι ενός τεράστιου σκύλου, που θέλει δυο ώρες δουλειά για να καθαριστεί. Τον βλέπω λοιπόν να αρχίζει να τινάζει το κρεβάτι, να πλένει, να στεγνώνει. Στο πάτωμα του μπαλκονιού – που χάρη σε κάποια άσπλαχνη φάρσα του Σύμπαντος είχα σφουγγαρίσει με λεμονάτη χλωρίνη μόλις την προηγούμενη μέρα – υπάρχει τώρα μια απλωσιά από λάσπη, τρίχες, σάλια, σκόνη, ψίχουλα από φαγωμένα σκυλομπισκότα. Αφού ετοιμάσει το κρεβάτι, το μεταφέρει πάλι μέσα. Με τα παπούτσια του να αφήνουν λάσπη σε όλο το σπίτι. Μετά, βγαίνει ξανά στο μπαλκόνι. Θυμάται τα λουλούδια του. Τα ποτίζει. Στο κολασμένο πάτωμα προστίθενται φύλλα και χώματα. Τελειώνοντας, το πρόσωπό του μαλακώνει – έχει το απλανές βλέμμα του ανθρώπου που κέρδισε τον κάματό του. «Α, κάναμε δουλίτσες σήμερα» μου λέει. Και φεύγει να πάει να δει τους φίλους του.

Στο σπίτι μένουμε μόνοι, εγώ και το σκυλί. Το κοιτάζω, με κοιτάζει. Ακόμα προσπαθώ να πιω μια γουλίτσα καφέ στη γωνίτσα μου, σαν να έχει εκραγεί ο Ηλιος, να έχω πεθάνει, αλλά να μην το έχω νιώσει ακόμη διότι λένε πως αν εκραγεί ο Ηλιος, η απόσταση από τον πλανήτη μας θα μας μεταφέρει τις επιπτώσεις οκτώ λεπτά αργότερα. Κάποτε, σηκώνομαι. Φοράω ενισχυμένες παντοφλίτσες σφουγγαρίσματος και γάντια, δένω τα μαλλιά ψηλά, αρπάζω κουβάδες και απορρυπαντικά και αρχίζω. Ωστόσο, μιλάω. Φωναχτά. Απευθυνόμενη λίγο στον σκύλο, λίγο στον εαυτό μου, λίγο στο Σύμπαν, κάνοντας εξάσκηση στις ξένες γλώσσες, κυρίως στα τούρκικα, λέγοντας ξανά και ξανά: «Το φελέκι μου». «Το φελέκι μου». «Το φελέκι μου». Σαν να τελειοποιώ την προφορά μου. Εξάλλου Αυτός είναι Κωνσταντινουπολίτης, να μην εξασκήσω κανένα τούρκικο;

Το απόγευμα, αφού έχω περάσει ώρες καθαρίζοντας, μονολογώντας και ρωτώντας μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης πώς «υποθετικά» μπορείς να ξεφορτωθείς ένα πτώμα (σημείωση: μου απάντησε ότι δεν μπορεί να δώσει τέτοια πληροφορία, αλλά του εξήγησα πως τη θέλω «για ένα μυθιστόρημα που γράφω» και τελικά μου την έδωσε), ανοίγω το κινητό μου απλώς για να χαζέψω και να χαλαρώσω. Μπαίνω στο Facebook.

Σε όλους έχει τύχει να συζητάμε κάτι (για παράδειγμα: ρούχα, γιατρούς, αλλαγή λαδιών στο αυτοκίνητο) και όλως τυχαίως όταν μπαίνουμε στα κοινωνικά δίκτυα αργότερα ο αλγόριθμος να μας «πετάει» διαφημίσεις από καταστήματα ρούχων, ιατρεία, συνεργεία. Ε, ο δικός μου αλγόριθμος μου «πέταξε» αυτό που υπέθεσε ότι χρειαζόμουν: Σελίδες γνωριμιών. Ολη μου η αρχική σελίδα είχε γεμίσει ξαφνικά από σκιώδεις φεϊσμπουκικές σελίδες γνωριμιών όπου διάφοροι κύριοι ανέβαζαν φωτογραφίες με λεζάντες σταράτες, όπως «καλημέρα», «καλησπέρα», «καλό Σουκού» (δεν χρειάζονται πολλά λόγια – θα μιλήσουν τα μάτια), ή πιο κατατοπιστικές («Αναζητώ κυρία ελεύθερη, 1,82, 65,3 κιλά ακριβώς, ξανθή τόνου σαντρέ-μπεζ, 24 έως 24,5 χρόνων, με μόνιμη δουλειά, στρέμματα στο Αμύνταιο για πιθανή παραγωγή μπλούμπερι, κατά προτίμηση ζώδιο του νερού. Πρωτίστως καλόκαρδη»).

Παρότι σήμερα οι άνθρωποι αναζητούν συχνά σύντροφο μέσω εφαρμογών γνωριμιών, οι σχετικές σελίδες στο Facebook έχουν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Συνήθως, κάθε φωτογραφία συνοδεύεται από σχόλια τυχαίων χρηστών, που εμπαίζουν τον εικονιζόμενο. Καμιά φορά τα ζητάει και ο οργανισμός του εικονιζόμενου, βέβαια, αν σκεφτεί κανείς πως πολλοί πράγματι απευθύνουν ερωτικό κάλεσμα περιγράφοντας την ιδανική σύντροφο σαν να σημειώνουν λίστα για ψώνια. Ομως συντριπτικά ο εμπαιγμός είναι απλώς κακός, λες και αν ανεβάσεις μια φωτογραφία σου σε μια ιστοσελίδα γνωριμιών είναι γελοίο. Δεν είναι.

Παρατηρώ τα πρόσωπα που εικονίζονται σε όλες αυτές τις φωτογραφίες. Νεότεροι, μεγαλύτεροι. Γυμναστηριακοί πιτσιρικάδες που κοιτάζουν τον φακό με ανέκφραστη αυτοπεποίθηση λες και μόλις έπαιξαν ξύλο με δέκα γορίλες του Γκράουερ. Ωριμότεροι που ποζάρουν χαμογελαστοί μπροστά από μπάρμπεκιου ή φρεσκοαλιευμένες τσιπούρες. Ολοι τους άνθρωποι που πίσω από τη γραφικότητα αυτού του ψηφιακού χορού ζευγαρώματος υπακούν ακριβώς σε αυτό που ορίζει η φύση: στην κάλυψη της ανάγκης για κάποιον. Δεν έχουμε καμία διαφορά από κανένα ζωάκι στη φύση. Παίζουμε διαρκώς με τους κανόνες της: ξεχωρίστε στην αγέλη, δείξτε τι έχετε, εντυπωσιάστε το ταίρι, διαιωνίστε το είδος. Κάποια αρσενικά «χορεύουν» άτσαλα. Αλλα έχουν περισσότερη χάρη. Ολοι αυτοί οι σχολιαστές που εμπαίζουν τους εκτιθέμενους-προς-αναζήτηση-ταιριού δεν είναι ακριβώς κακόβουλοι. Είναι απλώς αρσενικά που ανταγωνίζονται. Κι εμείς τα θηλυκά δεν πηγαίνουμε πίσω – δεν είναι τόσο στη φύση μας να ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας (αυτό είναι περισσότερο πολιτισμική παρά φυσική τάση), αλλά, με τον τρόπο μας, μπορούμε να γίνουμε βάναυσες με τα αρσενικά. Κι έτσι, κανείς μας δεν απέχει από το παιχνίδι της φύσης.

Οταν Αυτός γυρίζει σπίτι, με βλέπει στραβωμένη και με ρωτάει τι του βρήκα, γυρεύοντας κομπλιμέντα. Αλλά τι να πω; Δεν ξέρει καν να ψαρεύει τσιπούρες. Ωστόσο, αγαπάει τα σκυλιά και τα μάτια του μαλακώνουν σαν λιωμένος χρυσός όταν είναι κουρασμένος. Τον πληροφορώ πως αν ξαναδιαλύσει το μπαλκόνι στις οκτώ το πρωί θα στείλω σ’ έναν Γιώργο από το Ντίσελντορφ που έγραψε ότι του αρέσουν οι μελαχρινές. Αλλά δεν το εννοώ. Η φύση δεν λειτουργεί πάντα τέλεια. Ενίοτε σφάλλει, ας πούμε όταν μας αφήνει αμολητούς στην παράνοια της αγάπης.

Η γεωγραφία των ανθρώπων

Το κυλικείο του πανεπιστημίου μου κλείνει για καλοκαίρι. Ρωτώ την υπάλληλο αν θα φύγει διακοπές. Οχι για πολύ, μου απαντά, αλλά θέλει να προλάβει να επισκεφθεί τον πατέρα της στην Αλβανία. Μέσα από μια συνομιλία λίγων λεπτών ξετυλίγεται μια ζωή: Μετανάστρια. Βασικός μισθός. Μία βδομάδα παύση το καλοκαίρι για την επίσκεψη στον πατέρα, σαν ένας θηλυκός Αινείας που, αντί για το πατρικό σώμα μέσα στο πανδαιμόνιο, κουβαλά επ’ ώμου το καθήκον της ενθύμησής του. Κάπου, χιλιόμετρα μακριά, υπάρχει λοιπόν ένας πατέρας που πρέπει να κουβαλήσεις μέσα στο πανδαιμόνιο της σύγχρονης ζήσης. Ακόμα κι αν φεύγεις, όπως συνήθως φεύγουν οι άνθρωποι, για «ένα καλύτερο μέλλον», δεν παύεις να επιστρέφεις για να διατηρείς ένα παρελθόν, αφού «σπίτι» δεν είναι εκεί όπου κατοικείς, αλλά εκεί όπου κάποιος σε περιμένει, και η πατρίδα, πριν γίνει τόπος, είναι το βάρος ενός ονόματος που επιμένουμε να κρατάμε ζωντανό.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version