Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει σημαντική οικονομική πρόοδο. Πέρασε, σταδιακά, από την περίοδο της πολυετούς δημοσιονομικής κρίσης, της αβεβαιότητας και των μακροοικονομικών και διαρθρωτικών ανισορροπιών, σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθεροποίησης, ανάκαμψης και ενίσχυσης της αξιοπιστίας της.
Πρόσφατες διεθνείς αξιολογήσεις, όπως αυτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, επιβεβαιώνουν ότι η χώρα διαθέτει – πλέον – ισχυρότερα θεμέλια, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και καλύτερες προοπτικές. Η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται και στους δείκτες βιοτικού επιπέδου των πολιτών, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας να αυξάνεται από το 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2019 στο 68% το 2023 – όπου και παραμένει σήμερα, και την κατά κεφαλήν κατανάλωση από το 78% το 2019 στο 82% το 2023 και στο 81% σήμερα.
Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών με την επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων και τη ραγδαία αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους – από 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 164% του 2023 και το 146% το 2025, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, η υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και η ενίσχυση και βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας, έχουν ενισχύσει τη θέση και το κύρος της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο στερέωμα.
Παράλληλα, η οικονομία κατέγραψε τα τελευταία χρόνια ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με την ανεργία – ιδίως των γυναικών και των νέων – να υποχωρεί στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων πολλών ετών και την γενιά του brain drain να επιστρέφει στη χώρα.
Η πρόοδος αυτή στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο χαμηλότερο ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος, στο υψηλότερο επίπεδο ανταγωνισμού, στην ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και στη μείωση της φοροδιαφυγής. Ενδεικτικά, το κενό ΦΠΑ έχει περιοριστεί από το 24% το 2019 στο 12% το 2023 και περαιτέρω στο 9% το 2024, όσο είναι και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος.
Όμως, ταυτόχρονα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια σειρά από προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται, καθιστώντας αναγκαία την επίτευξη υψηλής, διατηρήσιμης, βιώσιμης και συμπεριληπτικής ανάπτυξης.
Πρώτη πρόκληση είναι η παραγωγικότητα της οικονομίας. Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί, η παραγωγικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου παραμένει χαμηλή (στο 54% του μέσου ευρωπαϊκού όρου). Η αύξησή της είναι επιβεβλημένη γιατί θα επιδράσει θετικά στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, τη βελτίωση των μισθών, τη δημιουργία καλύτερων θέσεων απασχόλησης και την τόνωση της κοινωνικής ευημερίας.
Η αντιμετώπιση αυτής της υστέρησης προϋποθέτει την κινητοποίηση όλων των παραγόντων που επηρεάζουν τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, καθώς συνδέεται με το χαμηλότερο απόθεμα παραγωγικών επενδύσεων, τη μικρότερη τεχνολογική ένταση της οικονομίας, τις περιορισμένες οικονομίες κλίμακας πολλών επιχειρήσεων και τη μεγάλη συμμετοχή κλάδων χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας στο παραγωγικό πρότυπο της χώρας.
Συνδεδεμένο είναι και το ζήτημα του επενδυτικού κενού. Παρά το γεγονός ότι αυτό κλείνει σημαντικά (από το 11% το 2019 στο 16% το 2023 και στο 17% το 2025), εξακολουθεί να έχει απόσταση από το μέσο ευρωπαϊκό όρο (στο 21% το 2025). Η πρόκληση είναι η μετάβαση σε μια ανάπτυξη που θα στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις (ενδεικτικά, οι άμεσες ξένες επενδύσεις ανήλθαν – σωρρευτικά – στα 44 δισ. ευρώ μεταξύ 2019 και 2025), με περαιτέρω ενίσχυση της εξωστρέφειας, κυρίως μέσω εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών και με τόνωση της βιομηχανικής παραγωγής (η συμβολή της βιομηχανίας αυξήθηκε από το 12% του ΑΕΠ το 2019 στο 13% το 2023, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα).
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού. Η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα στην ψηφιοποίηση του κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών.
Το 2020, έγιναν 94 εκατ. ψηφιακές συναλλαγές. Το 2025, αυτές ανήλθαν στα 2,7 δισ. Υπάρχουν όμως σημαντικά περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης. Σύμφωνα με πρόσφατες διεθνείς αξιολογήσεις της χώρας, το απόθεμα ψηφιακού κεφαλαίου της χώρας – και ειδικότερα οι επενδύσεις σε λογισμικό, βάσεις δεδομένων και άϋλα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία – εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου ευρωπαϊκού όρου, γεγονός που αντανακλά τόσο τη μεγάλη συμμετοχή κλάδων εντάσεως εργασίας στην οικονομία όσο και τη διαχρονικά χαμηλότερη επενδυτική δραστηριότητα σε τεχνολογικό εξοπλισμό και καινοτομία.
Οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, καινοτομία και τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να λειτουργήσουν ως ουσιαστικός συντελεστής για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η τεχνητή νοημοσύνη, ειδικότερα, δημιουργεί νέες δυνατότητες για επιχειρήσεις, εργαζομένους και δημόσιες υπηρεσίες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η αξιοποίησή της θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας κατά περίπου 0,8% μέσα στην επόμενη πενταετία.
Αν και το όφελος αυτό είναι θετικό, παραμένει χαμηλότερο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους κεφαλαίου και της σχετικά χαμηλής τεχνολογικής έντασης πολλών επιχειρήσεων. Συνεπώς, η χώρα οφείλει να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικών που θα ενισχύει την καινοτομία, θα διευκολύνει τη χρηματοδότηση των νέων επιχειρηματικών εγχειρημάτων και θα δημιουργεί τις αναγκαίες υποδομές για την παραγωγή και αξιοποίηση γνώσης.
Εξίσου κρίσιμη είναι η περαιτέρω βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Το επίπεδο ανταγωνισμού αυξάνεται. Η Ελλάδα, μεταξύ των κρατών – μελών του ΟΟΣΑ, είναι η ευρωπαϊκή χώρα με τη μεγαλύτερη βελτίωση του δείκτη Product Market Regulation [PMR] μεταξύ 2018 και 2023, και τη μεγαλύτερη αύξηση επενδύσεων μετά το 2019. Παρά τη σημαντική αυτή πρόοδο, εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια που περιορίζουν την επενδυτική δραστηριότητα, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών είναι επίμονο και υψηλό.
Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η απλοποίηση των αδειοδοτήσεων, η ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού, η τεχνολογική αναβάθμιση των επιχειρήσεων, η μείωση της γραφειοκρατίας και η πλήρης ψηφιοποίηση των συναλλαγών αποτελούν προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός πιο φιλικού και αποτελεσματικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, το δημογραφικό εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χώρα. Η μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας, ο οποίος σύμφωνα με προβολές αναμένεται να συρρικνώνεται κατά περίπου 1% ετησίως τα επόμενα χρόνια, επηρεάζει άμεσα τις δυνατότητες ανάπτυξης της οικονομίας και καθιστά αναγκαία την αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν και η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, διαμορφούμενη περίπου στο 78% για τις ηλικίες 20-64 ετών, έναντι περίπου 81% στην Ευρωζώνη.
Η ακόμη μεγαλύτερη ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, η αξιοποίηση των δεξιοτήτων των νέων, η προσέλκυση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και η ενίσχυση της διά βίου μάθησης συνιστούν κρίσιμες προτεραιότητες. Η σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας αποκτά επίσης ιδιαίτερη σημασία. Σε μια εποχή ταχύτατων τεχνολογικών μεταβολών, η συνεχής αναβάθμιση δεξιοτήτων αποτελεί βασικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας και κοινωνικής κινητικότητας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στο ζήτημα της προσιτής στέγης. Η σημαντική αύξηση των τιμών κατοικίας και των ενοικίων δημιουργεί νέες κοινωνικές πιέσεις, ιδιαίτερα για τα νέα νοικοκυριά. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τιμές κατοικιών έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά περισσότερο από 85% από το 2016, γεγονός που αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος. Η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην ενίσχυση της ζήτησης. Απαιτείται καλύτερος συντονισμός και ένα ευρύτερο πλέγμα παρεμβάσεων που θα ενισχύει την προσφορά κατοικιών, θα αξιοποιεί το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα, θα προωθεί πιο ενεργητικά και στοχευμένα τις ανακαινίσεις και θα στηρίζει αποτελεσματικά όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Τέλος, η επιπλέον εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η ανάπτυξη μιας πραγματικά ενιαίας αγοράς κεφαλαίων και ενέργειας και η ενίσχυση των διασυνοριακών επενδύσεων, στα οποία η χώρα μας ήδη συμμετέχει ενεργά, μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικοί πολλαπλασιαστές των εθνικών προσπαθειών, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία.
Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει πετύχει πολλά τα τελευταία χρόνια, αφήνοντας πίσω της αρκετές από τις αδυναμίες της.
Όμως, η σταθεροποίηση της οικονομίας που επετεύχθη, δεν αποτελεί το τέλος της διαδρομής. Είναι η αφετηρία για το επόμενο μεγάλο βήμα: την επιτάχυνση της μετάβασης στη διατηρήσιμη ευρύτερη σύγκλιση με την Ευρώπη, σε όρους παραγωγικότητας, βιοτικού επιπέδου και κοινωνικής συνοχής, με ένα παραγωγικό πρότυπο που θα στηρίζεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην έρευνα και την καινοτομία, στις επενδύσεις και στην εξωστρέφεια. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας. Και είναι ένα στοίχημα που η χώρα μπορεί να κερδίσει, εφόσον συνεχίσει με συνέπεια στον δρόμο της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι βουλευτής της ΝΔ, καθηγητής στο ΟΠΑ και πρώην υπουργός.
