«Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον»

Γάλλοι κινηματογραφιστες εναντίον του Μπολορέ: «Το να αφήσουμε το γαλλικό σινεμά στα χέρια ενός ακροδεξιού αφεντικού σημαίνει ότι ρισκάρουμε όχι μόνο την ομογενοποίηση των ταινιών, αλλά και την κατάληψη του συλλογικού φαντασιακού από μια φασιστική κυριαρχία».

«Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον»

Παρίσι

Πόσο εύκολο είναι να αλώσεις τον χώρο του πολιτισμού και να τον κάνεις υποχείριο μιας απάνθρωπης ιδεολογίας; Πόσο δύσκολο είναι να αντισταθείς σε αυτή την επέλαση; Μια μακρά ιστορία του σύγχρονου ανθρώπου θα μπορούσε, φαντάζομαι, να γραφτεί με βάση αυτά τα ερωτήματα. Και σίγουρα θα είχε μεγάλο κεφάλαιο για όσα ζούμε τα τελευταία χρόνια.

Καλό πρόσφατο παράδειγμα είναι η Γαλλία, όπου ο εκδοτικός χώρος περνάει τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων χρόνων, καθώς εκατοντάδες συγγραφείς ζητούν να αποσύρουν τα βιβλία τους από τις εκδόσεις Grasset. Οι συγγραφείς διαμαρτύρονται – βασίμως – για την απομάκρυνση του ιστορικού διευθυντή Ολιβιέ Νορά και φοβούνται ότι θα μετατραπεί ο Grasset, όπως έχει ήδη γίνει και με τον άλλο ιστορικό οίκο, τον Fayard, σε Δούρειο Ιππο της Ακροδεξιάς. Και οι δύο έχουν πια αγοραστεί, μαζί με κανάλια και περιοδικά, από τον δισεκατομμυριούχο υπερσυντηρητικό Βενσάν Μπολορέ. Ο επιχειρηματίας έχει στηρίξει την κανονικοποίηση του ακροδεξιού και ρατσιστικού λόγου στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια, ιδίως μέσω του καναλιού CNews και ενός επεκτεινόμενου μιντιακού συμπλέγματος. «Δεν θέλουμε οι ιδέες μας, η δουλειά μας, να γίνουν κτήμα του» γράφουν σε ένα ανοιχτό γράμμα μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες συγγραφείς της χώρας. «Δεν θα γίνουμε όμηροι σε έναν ιδεολογικό πόλεμο που θέλει να επιβάλει τον αυταρχισμό παντού, στα μίντια και τον πολιτισμό».

Στο ίδιο μήκος κύματος, εξακόσια άτομα από όλους τους χώρους της κινηματογραφικής παραγωγής υπέγραψαν στις 11 Μαΐου, στην αρχή του Φεστιβάλ Καννών, ένα κείμενο καταδίκης της επέκτασης και στον κινηματογράφο του «φαινομένου Μπολορέ». Εκτός από τις εκδόσεις και τα μίντια, ο Μπολορέ αγοράζει σιγά-σιγά αλυσίδες κινηματογραφικών αιθουσών και επεκτείνει το μερίδιό του στο συνδρομητικό Canal+, τον ιδιωτικό φορέα που αιμοδοτεί το γαλλικό σινεμά τις τελευταίες δεκαετίες μέσα από πρόγραμμα χρηματοδότησης. Με τίτλο «Zapper Bolloré», δηλαδή «Αλλάξτε κανάλι, κλείστε τον Μπολορέ», η συλλογικότητα των εργαζομένων στο σινεμά επαναλάμβαναν ότι δεν θέλουν να μείνουν απλοί θεατές αυτού του ευρύτερου μετασχηματισμού του πολιτισμικού πεδίου. Ανάμεσα στις αρχικές υπογραφές, η Ζιλιέτ Μπινός, η Αντέλ Ενέλ, η Αριάν Λαμπέντ, ο σκηνοθέτης Αρτίρ Αραρί (ταινία του οποίου παίζεται στο Διαγωνιστικό των Καννών) και εκατοντάδες τεχνικοί, εργαζόμενοι στην κινηματογραφική παραγωγή και διανομή. Ξεχνάμε συχνά πόσα πολλά ρισκάρεις σε αυτούς τους χώρους ακόμα και υπογράφοντας ένα τέτοιο κείμενο. Το θύμισαν οι υπεύθυνοι του Canal+ όταν λίγες μέρες αργότερα αντέδρασαν προγράφοντας ουσιαστικά όσους υπέγραψαν, λέγοντας ότι δεν θα ήθελαν να συνεργαστούν με αυτά τα άτομα στο μέλλον. Ως αντίδραση, οι υπογραφές στο αρχικό κείμενο πολλαπλασιάστηκαν – έχουν ήδη περάσει τις 1.600. Κι ας αιωρείται η απειλή ενάντια σε σκηνοθέτριες, τεχνικούς, ηθοποιούς, συγγραφείς, σεναριογράφους ότι δεν πρόκειται να ξαναδουλέψουν.

Η ιστορία είναι πολλαπλά διδακτική για το πώς η υπερσυγκέντρωση των μίντια στα χέρια μιας τεχνοκρατορικής ολιγαρχίας μπαίνει πια βαθιά στον χώρο της πολιτισμικής παραγωγής σε όλα τα επίπεδα και για το τι σημαίνει όλο αυτό για τη μεγάλη, βαθιά, ακροδεξιά πολιτική στροφή που χαρακτηρίζει τις σημερινές κοινωνίες. Είναι όμως ενδεικτική, ουσιαστικά, και για το αντίθετό της: τη σημασία που αποδίδουμε ακόμα στους εκδότες, τους εκδοτικούς οίκους, τα περιοδικά που χτίζονται σιγά-σιγά από ομάδες συγγραφέων, τους θεατρικούς και κινηματογραφικούς οργανισμούς, τα φεστιβάλ και τα ανεξάρτητα δίκτυα διανομής ταινιών. Αντιπροσωπεύουν ίσως μικρό ποσοστό σε σχέση με την κουλτούρα που καταναλώνεται μαζικά: υπάρχει λόγος όμως που θεωρούμε ακόμα τόσο σημαντικό τον ρόλο τους στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών και τη δημοκρατία. Είναι απλό, η πολιτισμική έκφραση και η δημιουργική διακίνησή της έχουν θέση νευραλγική σε ό,τι συνήθως ονομάζουμε «συλλογικό φαντασιακό», αυτό τον διαρκώς κινούμενο ορίζοντα παραγωγής του κόσμου μας.

Αν λοιπόν το συλλογικό φαντασιακό είναι ο τρόπος να σκεφτόμαστε τον κόσμο στον οποίο συμμετέχουμε, το βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι διαμορφώνεται αργά, όχι ακριβώς με τους όρους των μπεστ σέλερ και των ποσοστών θεαματικότητας. Πιο συχνά αφήνοντας χώρο και στον διάλογο, τη χαμηλή φωνή, το ξένο και το παράξενο, το χειροτεχνικό, το πρωτότυπο, το ριζοσπαστικά ελευθεριακό και το αχαρτογράφητο. Βασικές αρχές συνύπαρξης, αυτές που συχνά περιγράφουμε ως ανθρώπινα δικαιώματα ή ως αξίες, μέσα στο εργαστήριο του συλλογικού φαντασιακού δημιουργούνται αλλά και ανανεώνονται. Σε αυτό το επίπεδο οργανώνεται και η αντίσταση στις παλιές και νέες μορφές καταπάτησής τους, αλλά και, για να μη μετράμε τα λόγια μας, η απόκρουση του φασισμού.

Δεν είναι τυχαία η αντίστοιχη αναφορά στο γράμμα των κινηματογραφιστών εναντίον του Μπολορέ: «Το να αφήσουμε το γαλλικό σινεμά στα χέρια ενός ακροδεξιού αφεντικού σημαίνει ότι ρισκάρουμε όχι μόνο την ομογενοποίηση των ταινιών, αλλά και την κατάληψη του συλλογικού φαντασιακού από μια φασιστική κυριαρχία».

Δεν περιγράφω τρικυμία σε ρακοπότηρο, είναι ελπίζω προφανές. Αυτή την ωμή προσπάθεια ελέγχου και βίαιου αποικισμού του συλλογικού φαντασιακού την παρακολουθούμε παντού τα τελευταία χρόνια. Παίρνει πολλές μορφές. Γι’ αυτό, θύμιζε η γαλλίδα συγγραφέας Βιρζινί Ντεπάντ, χρειάζεται διαρκώς να επιμένουμε στις συνδέσεις. Αίφνης, παρατηρήστε πώς το λεξιλόγιο βίας και καταστροφής του προέδρου Τραμπ το ακούς και σε μια περιγραφή επιθετικής εξαγοράς εκδοτικού οίκου και, συχνά τις ίδιες λέξεις, στην περιγραφή της έμφυλης κακοποίησης ή της μεταχείρισης κρατουμένων. Οχι επειδή οι πράξεις είναι ίδιες – αλλά επειδή ομόλογη είναι η πρακτική και η επιχείρηση κανονικοποίησής της.

Eξηγώντας στον «Monde» γιατί υπέγραψε στο κείμενο των κινηματογραφιστών, ο Ρομπέν Καμπιγιό, σκηνοθέτης της κλασικής ταινίας «120 χτύποι το λεπτό» για την ιστορία του αγώνα ενάντια στο AIDS, μου θύμισε επίσης πόσο χρειάζεται να εμπνευστούμε από παλιότερες μορφές πολιτισμικής αντίστασης και αλληλεγγύης ώστε να αντιμετωπίσουμε κι αυτή εδώ τη λαίλαπα.

Αυτός είναι άλλωστε, νομίζω, ο λόγος που γίνεται σήμερα τέτοια προσπάθεια να «απομυθοποιηθούν» αντίστοιχες ιστορίες αντίστασης του παρελθόντος. Να είναι σαν να μην υπήρξαν, σαν να μην είχαν κόστος, σαν να μην είχαν αποτέλεσμα. Υποτιμώντας την πολιτισμική αντίσταση, τη συλλογικότητα, το θάρρος και το κόστος της, ο στόχος πάντα είναι να κανονικοποιηθεί το αντίθετό της, να φαίνεται φυσικός ο εκφασισμός, ένα παιχνίδι, ένα απλό ενδεχόμενο, και τότε, μα κυρίως τώρα. Κι είναι, θέλω να πω ξανά, όπως εκείνο το παλιό τραγούδι: «Τι κρύβει μες στα δόντια του το ξέρω, καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι…» (ο στίχος είναι από το  τραγούδι «Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον» σε στίχους του Φώντα Λάδη και μουσική του Θάνου Μικρούτσικου).

Ο κ. Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version