Η Σύνοδος Κορυφής αποκρυστάλλωσε εν μέρει την αναδυόμενη αρχιτεκτονική αυτού που θα μπορούσε να αποκληθεί «ΝΑΤΟ 3.0»: επιστροφή στη συλλογική άμυνα, ανανεωμένη έμφαση στο Αρθρο 5 και ισχυρότερη προσδοκία ότι οι ευρωπαίοι σύμμαχοι θα αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια της ίδιας τους της ηπείρου.
Σε αυτή τη νέα φάση, η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα εντός του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί πλέον δευτερεύον ζήτημα· εξελίσσεται σε μια από τις κεντρικές παραμέτρους του μέλλοντος της Συμμαχίας.
Η Τουρκία κατέχει ιδιαίτερη θέση σε αυτή την εξίσωση. Δεν βρίσκεται εκτός της ευρωπαϊκής ασφάλειας, αλλά στον πυρήνα της. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχιτεκτονικής ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Η γεωγραφική της θέση, οι στρατιωτικές της δυνατότητες, η αμυντική της βιομηχανία, ο ρόλος της στη Μαύρη Θάλασσα και η θέση της στη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ καθιστούν αδιανόητη την ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς την Αγκυρα. Συνεπώς, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία θα συμβάλει στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Το κάνει ήδη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι βασικοί ευρωπαϊκοί παράγοντες είναι έτοιμοι να αποδεχθούν αυτή τη γεωπολιτική πραγματικότητα.
Μια Ευρώπη που επιδιώκει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της άμυνα δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την Τουρκία ως έναν περιφερειακό ή απλώς συναλλακτικό εταίρο.
Η Σύνοδος ανοίγει επίσης ένα παράθυρο ευκαιρίας για την Αγκυρα. Η Τουρκία μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους παράγοντες που θα διαμορφώσουν τον μετασχηματισμό του ΝΑΤΟ, αντί απλώς να προσαρμοστεί εκ των υστέρων. Αυτό όμως προϋποθέτει μια συνεκτική στρατηγική για δράση. Η Τουρκία πρέπει να υπερβεί την αντιδραστική διπλωματία και να μετατρέψει τη στρατηγική της σημασία σε θεσμική επιρροή εντός της Συμμαχίας.
Το πιο υποσχόμενο πεδίο είναι η αμυντική βιομηχανία. Η ανανεωμένη έμφαση του ΝΑΤΟ στην παραγωγική ικανότητα, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στην ανθεκτικότητα της αμυντικής βιομηχανίας ενισχύει άμεσα τη θέση της Τουρκίας.
Δεδομένης της ανάπτυξης του τουρκικού αμυντικού τομέα, η Αγκυρα θα μπορούσε να αποκτήσει ακόμη πιο κεντρικό ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, η Σύνοδος σημαδεύτηκε και από αβεβαιότητα. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το ζήτημα των F-35 και των κυρώσεων CAATSA.
Αρχικά ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι τα F-35, τα οποία η Τουρκία έχει ήδη πληρώσει, θα μπορούσαν τελικά να παραδοθούν και ότι οι κυρώσεις CAATSA ενδέχεται να αρθούν. Αλλά μέχρι το τέλος της Συνόδου δήλωσε ότι δεν έχει ακόμη λάβει οριστική απόφαση.
Αυτό έχει σημασία, διότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από τις παρορμήσεις του εκάστοτε προέδρου.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Πεντάγωνο, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της τελικής απόφασης. Ακόμη κι αν ο Τραμπ επιθυμεί προσωπικά να προχωρήσει, τα ισχυρά αντιτουρκικά λόμπι και οι θεσμικές αντιστάσεις στην Ουάσιγκτον ενδέχεται να εμποδίσουν ή να αποδυναμώσουν οποιαδήποτε απόφαση.
Για τον λόγο αυτόν, ο πανηγυρικός τόνος που υιοθέτησαν ορισμένα φιλοκυβερνητικά τουρκικά μέσα ενημέρωσης είναι πρόωρος. Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα δεν λειτουργεί όπως το τουρκικό· οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται απλώς με βάση τα λόγια του Προέδρου.
Ούτε η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 ούτε η άρση των κυρώσεων CAATSA μπορούν να θεωρηθούν δεδομένες. Είναι επίσης ασαφές το τι ενδέχεται να ζητήσει η Ουάσιγκτον από την Αγκυρα ως αντάλλαγμα.
Εν ολίγοις, η Σύνοδος της Αγκυρας επιβεβαίωσε τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας, χωρίς όμως να επιλύσει τις βασικές αβεβαιότητες που τη συνοδεύουν. Το ΝΑΤΟ αποχώρησε από τη Σύνοδο με σαφέστερο προσανατολισμό. Η Τουρκία αποχώρησε με νέες ευκαιρίες, αλλά και με αναπάντητα ερωτήματα.
Η πραγματική πρόκληση για την Αγκυρα είναι να μετατρέψει τον αναντικατάστατο ρόλο της σε διαρκή επιρροή – και να μην εκλαμβάνει τα αμφίσημα μηνύματα από την Ουάσιγκτον ως απτές πολιτικές νίκες.
Ο κύριος Αχμέτ Ερντί Οζτούρκ είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων στο London Metropolitan University και ανώτερος ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.
