Oλο αυτό το σκηνικό της έντασης, της βαριάς αμφισβήτησης της Δικαιοσύνης που οικοδομείται πριν ακόμα η δίκη για την τραγωδία στα Τέμπη ξεκινήσει, δεν θα ήταν ανεκτό σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αν εδώ δεν είχαν συμβεί κατά καιρούς πολλά που έχουν, δυστυχώς, τροχίσει τους θεσμούς και έχουν δώσει δυνατότητες σε κάποιους με τις δικές τους σκοπιμότητες να κάνουν ό,τι κάνουν.
Πάντως, μετά τα ξυλόλια, τα βαγόνια τα χαμένα, τα φορτία που δεν βρέθηκαν, τα λαθρεμπόρια και τα μπιτόνια με τα εύφλεκτα υλικά που δεν προέκυψαν από τις έρευνες, ήρθε επιτέλους η ώρα της δίκης, που όπως καταγγέλλεται επίσημα και από την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, κάποιοι ευθέως δηλώνουν τώρα ότι δεν θέλουν να γίνει.
Προσωπικές πολιτικές επιδιώξεις καθορίζουν συμπεριφορές και πρακτικές, ευθέως αντίθετες με την ομαλή διεξαγωγή μιας δικαστικής διαδικασίας, όπου οι χαροκαμένοι συγγενείς των θυμάτων και επιζήσαντες αυτής της τραγωδίας προσδοκούν μια ηθική δικαίωση, ενώ η κοινωνία απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία ενός κράτους που απέτυχε τραγικά στην πράξη με τις εγκληματικές παραλείψεις του, στέλνοντας στον θάνατο 57 ανθρώπους.
Η επιχείρηση να τορπιλιστεί η δικαστική διαδικασία για την τραγωδία στα Τέμπη έχει γίνει πολλές φορές, ευτυχώς χωρίς επιτυχία.
Ωστόσο, όλες αυτές οι επαναλαμβανόμενες πρακτικές συνετέλεσαν σε καθυστερήσεις της διαδικασίας και, το κυριότερο, τρόχισαν σημαντικά την εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη, προκαλώντας ρήγμα θεσμικών διαστάσεων στο κράτος δικαίου. Οχι γιατί η Δικαιοσύνη τα έχει κάνει όλα καλά, αλλά γιατί πράγματι συγκεκριμένα πρόσωπα σε αυτή την τραγωδία παίζουν από καιρό τα ρέστα τους για προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες. Και πάμε τώρα στο παρά πέντε της δίκης για τους υπευθύνους της τραγωδίας των Τεμπών.
Η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων έκανε μια θεσμικής βαρύτητας κίνηση και μπράβο της. Με ανακοινώσεις της κατήγγειλε εκείνους που κατά τη γνώμη της δεν θέλουν η δίκη να προχωρήσει.
Μίλησε για «φασιστική νοοτροπία», για «επαγγελματία συκοφάντη», αναφερόμενη στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και για «πολιτική εκμετάλλευση της τραγωδίας».
Με άλλα λόγια οι δικαστές δεν μάσησαν τα λόγια τους. Βγήκαν μπροστά για να προστατευθεί μια δίκη για μια τραγωδία που συμπυκνώνει (και γι’ αυτό προκάλεσε σοκ σε όλη την κοινωνία) τις προσωπικές εγκληματικές παραλείψεις των σιδηροδρομικών με τις εγκληματικές επίσης πλημμέλειες κρατικών παραγόντων που δεν είχαν κάνει αυτά που έπρεπε για να είναι ασφαλή τα τρένα.
Και αντί τώρα όλοι να ασχολούνται με αυτές τις ευθύνες, βαρύτατες, πολιτικές και ποινικές, η δίκη κινδυνεύει να ξεστρατίσει ή να τιναχθεί στον αέρα για να κερδίσουν κάποιοι στο πεδίο των δικών τους στοχεύσεων. Γιατί οι επιζήσαντες και κυρίως οι συγγενείς των θυμάτων που τόσο άδικα έφυγαν από τη ζωή δεν βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους.
Η Ενωση Δικαστών λοιπόν μίλησε και τα είπε έξω από τα δόντια. Η κυβέρνηση τι θα κάνει; Δεν έχει υποχρέωση να βρει λύση για να προχωρήσει η δίκη (και η κάθε δίκη) όταν κάποιοι δικηγόροι δεν θέλουν; Kαι τι θα κάνουν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι; Θα παρακολουθούν όσα συμβαίνουν ως Πόντιοι Πιλάτοι;
Kαι βέβαια, το κρίσιμο είναι τι θα κάνουν οι ίδιοι οι δικαστές. Θα αντέξουν την πίεση, θα φέρουν σε πέρας αυτή τη δίκη, για να βρουν ηθική δικαίωση οι συγγενείς των θυμάτων και απαντήσεις η κοινωνία για αυτό το έγκλημα; Kαι κάτι ακόμα. Σε αυτή τη δίκη, η Δικαιοσύνη έχει χρυσή ευκαιρία να συμβάλει στο να ανακτηθεί το κύρος της και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο δικαστικό μας σύστημα, που τελευταία για πολλούς, πολλούς λόγους είναι στα τάρταρα. Μεγάλες οι ευθύνες όλων.
