Γουότεργκεϊτ και Δικαιοσύνη

Στην υπόθεση του Γουότεργκεϊτ η Δικαιοσύνη (από κοινού με τη νομοθετική εξουσία) προστάτευσε τους δημοκρατικούς θεσμούς στις ΗΠΑ και εξανάγκασε τον Νίξον να πληρώσει τα επίχειρα των αντιδημοκρατικών πράξεών του. Δεν επέτρεψε να δράσει κανένας εκβιαστής «ιδιώτης»...

Γουότεργκεϊτ και Δικαιοσύνη

Τον Ιούνιο του 1972 πέντε «ιδιώτες», εμφανιζόμενοι με το επάγγελμα του… υδραυλικού, διέρρηξαν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ουάσιγκτον, σε ένα συγκρότημα γραφείων της αμερικανικής πρωτεύουσας που ονομαζόταν Γουότεργκεϊτ. Στόχος των διαρρηκτών ήταν να τοποθετήσουν κοριούς στα γραφεία των Δημοκρατικών, ώστε να παρακολουθούν τις κινήσεις του επιτελείου του υποψηφίου του κόμματος για το προεδρικό αξίωμα, Τζορτζ Μακ Γκόβερν.

Οι «ιδιώτες» συνελήφθησαν κατά την επιχείρηση και προσπάθησαν να εμφανιστούν ως απλοί διαρρήκτες, παρά το γεγονός ότι πάνω τους βρέθηκαν στοιχεία που τους συνέδεαν με τον υποψήφιο των Ρεμπουπλικανών, Ρίτσαρντ Νίξον. Παρά τον σάλο, ο υποψήφιος των Ρεμπουπλικανών, έξι μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1972, εκλέγεται πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Λίγους μήνες μετά την εκλογή του, μια ανώνυμη πηγή παρέχει πολύτιμη πληροφόρηση σε δύο δημοσιογράφους της εφημερίδας «Washington Post», ότι η διάρρηξη στα γραφεία των Δημοκρατικών, όχι μόνο ήταν οργανωμένη από τους ανθρώπους του Νίξον, αλλά ο πρόεδρος γνώριζε για αυτήν και επιπλέον ήταν αυτός που υποδεχόταν τα αποτελέσματα των υποκλοπών.

Ο σάλος που ακολουθεί τις αποκαλύψεις, σε συνδυασμό με τα στοιχεία που συγκεντρώνει η δημοσιογραφική έρευνα, φέρνουν τον Νίξον αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο μιας ατιμωτικής καθαίρεσης – την πρώτη στην ιστορία των ΗΠΑ από συστάσεως του αμερικανικού κράτους. Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, παραιτείται τον Αύγουστο του 1974, περίπου δύο χρόνια μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Τις ανατριχιαστικές συμπτώσεις με το δικό μας σκάνδαλο των υποκλοπών, στο οποίο επίσης πρωταγωνιστούν τέσσερις «ιδιώτες», όπως επίμονα τους χαρακτηρίζει εδώ και χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη, δεν είναι ανάγκη να τις υπογραμμίσει κανείς.

Το σκάνδαλο ξέσπασε τον Αύγουστο του 2022, με την αποκάλυψη της παρακολούθησης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκου Ανδρουλάκη, και μερικούς μήνες αργότερα, παρά τον σάλο, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης κατήγαγε εκλογικό θρίαμβο, επανεκλεγόμενος στο αξίωμά του.

Τις προφανείς συμπτώσεις λοιπόν δεν χρειάζεται να τις προσδιορίσει κάποιος. Τις υπενθύμισε με έναν τρόπο που δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο περί στυγνού εκβιασμού εις εκ των πρωταγωνιστών της ελληνικής εκδοχής του Γουότεργκεϊτ, ο Ισραηλινός Ταλ Ντίλιαν. Καταδικασμένος με μια πρωτοφανούς έκτασης και βαρύτητας ποινή, 126 χρόνια φυλάκιση, παρά προφανώς τις διαβεβαιώσεις που είχε λάβει ότι «θα πέσει στα μαλακά», εκβιάζει την κυβέρνηση, και τον ίδιο τον πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη, ότι θα έχει την τύχη του Ρίτσαρντ Νίξον, εάν δεν απαλλαγεί στο Εφετείο, κι αυτός και η σύζυγός του.

Η ωμότητα του εκβιασμού πρωτοφανής. Αδιανόητη για τα δεδομένα μιας ευρωπαϊκής χώρας. Για το πολιτικό της σύστημα, τις αξίες της Δημοκρατίας, τους θεσμούς, το δικαιικό της σύστημα. Οπότε το ερώτημα που ανακύπτει αυθόρμητα είναι «πώς τολμάει» ένας ιδιώτης αλλοδαπός να εκβιάζει τον πρωθυπουργό της χώρας μας.

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πρέπει να αναζητηθεί στο πόθεν αίρει το θράσος ο περί ου ο λόγος ιδιώτης. Στο πόθεν και κυρίως ποιος τού παρέχει αυτό το δικαίωμα.

Εδώ και ημέρες, και ειδικά μετά τις δηλώσεις του καταδικασμένου παρακρατικού, έχει ανοίξει μια ολόκληρη συζήτηση για το ποιος είναι εκείνος που υπέγραψε μαζί του την αγορά του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator από την ελληνική κυβέρνηση. Ποιος δηλαδή νομιμοποίησε τη χρήση του στην Ελλάδα, ώστε να τεθούν υπό παρακολούθηση το μισό Υπουργικό Συμβούλιο, ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, επιχειρηματίες. Αν δοθεί απάντηση σε αυτό, θα δοθεί και στο κύριο ερώτημα αυτής της σκοτεινής υπόθεσης: Για λογαριασμό ποιων έγινε η παρακολούθηση και ποιοι ήταν οι αποδέκτες των προϊόντων των υποκλοπών. Στην περίπτωση του Γουότεργκεϊτ, το οποίο επικαλείται εκβιάζοντας ο συμμορίτης Ντίλιαν, ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον, στην ελληνική του εκδοχή, ποιος;

Τα όσα προηγήθηκαν έως τώρα βοούν ότι η απόπειρα της ηγεσίας της ελληνικής Δικαιοσύνης να περιορίσει το σκάνδαλο στο επίπεδο της δράσης μιας παρακρατικής ομάδας αποδείχθηκε από την πολύμηνη δικαστική διαδικασία που οδήγησε στην πολυετή καταδίκη των μελών της ομάδας, ότι εμπεριείχε όλα τα στοιχεία της συγκάλυψης. Οτι λειτούργησε προστατευτικά προς τους πραγματικούς ενόχους, αντί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να περιφρουρήσει το κύρος του ίδιου του θεσμού, αλλά και του κράτους δικαίου.

Δεν ενδιαφέρει γιατί το έκανε. Σημασία έχει ότι απέτυχε. Και η αποτυχία ήταν παταγώδης.

Η θρασύτατη απόπειρα να εκβιαστεί η ελληνική κυβέρνηση από τον καταδικασμένο παρακρατικό συμμορίτη σημειώνει εμφατικά όχι μόνο τη δική της αποτυχία, αλλά και θέτει πλέον σοβαρότατα ζητήματα για το ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της ως ανεξάρτητου πυλώνα του πολιτεύματος. Και επίσης θέτει επιτακτικά πλέον το αίτημα, εν όψει και της αναθεώρησης του Συντάγματος, της αλλαγής του τρόπου εκλογής της, ώστε να πάψει να είναι ενεργούμενο της εκάστοτε κυβέρνησης.

Στην υπόθεση του Γουότεργκεϊτ η Δικαιοσύνη (από κοινού με τη νομοθετική εξουσία) προστάτευσε τους δημοκρατικούς θεσμούς στις ΗΠΑ και εξανάγκασε τον Νίξον να πληρώσει τα επίχειρα των αντιδημοκρατικών πράξεών του. Δεν επέτρεψε να δράσει κανένας εκβιαστής «ιδιώτης»…

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version