Δήθεν μεταρρυθμίσεις ως άλλοθι

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων, αλλά η έλλειψη σεβασμού σε αυτά από μια κυβέρνηση που έχει αποδείξει ξανά και ξανά πως δεν έχει αναστολές, αν το κόμμα χρειάζεται «προστασία»

Δήθεν μεταρρυθμίσεις ως άλλοθι

Η συζήτηση για θεσμικές αλλαγές είναι πάντα χρήσιμη. Το για ποιον είναι χρήσιμη όμως, το καθορίζει η συγκυρία. Αν, για παράδειγμα, τα περί ασυμβιβάστου υπουργού – βουλευτή τα πρότεινε το 2019 ο νεοεκλεγείς τότε πρωθυπουργός, θα ήταν μια συζήτηση χρήσιμη για τη χώρα. Παρά τα προφανή ζητήματα που ανοίγει – ακόμη μεγαλύτερες εξουσίες στο Μαξίμου που θα μπορεί να αλλάζει κατά το δοκούν (και το συμφέρον) τη σύνθεση του Κοινοβουλίου, άρα νόθευση της λαϊκής εντολής – θα ήταν ένας ενδιαφέρων προβληματισμός. Μπορεί μάλιστα να έφερνε στο τραπέζι και πιο προωθημένες αλλαγές, όπως τις μονοεδρικές περιφέρειες, αλλά και την κατάργηση του σταυρού που είναι η προφανής θεραπεία του εθνικού μας εθισμού στο ρουσφέτι. Ποιο κόμμα όμως θέλει στ’ αλήθεια να καταργήσει την εξάρτηση του πολίτη από τα πολιτικά γραφεία;

Το θέμα, ωστόσο, δεν το άνοιξε ο νεοεκλεγείς πρωθυπουργός το 2019, στο πλαίσιο της μεταρρυθμιστικής ατζέντας του, αλλά ο πιεσμένος πρωθυπουργός του 2026, μετά από επτά χρόνια στην εξουσία. Και δεν το έφερε εν κενώ, αλλά μόνο ως απόπειρα αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης που έχει βαρεθεί οκτώ μήνες τώρα να μετράει γίδια, βοσκοτόπια και γαλάζιους βουλευτές, υπουργούς και στελέχη που ελέγχονται. Οπότε, εκ των πραγμάτων, η συζήτηση γίνεται εκ του πονηρού και δύσκολα πείθει τον πολίτη για τις αγαθές προθέσεις των εμπνευστών της.

Αλλωστε, αν μιλάμε για θεσμούς, η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει δώσει απλά δείγματα γραφής, αλλά έχει γράψει τόμους ολόκληρους περιφρόνησης και εργαλειοποίησης του θεσμικού οπλοστασίου της χώρας. Οι μεθοδεύσεις στην υπόθεση των υποκλοπών, οι ad hoc αλλαγές της νομοθεσίας σχετικά, οι απροσχημάτιστες ακροβασίες ακόμη και μέσα στο Κοινοβούλιο προκειμένου να μην ανοίξουν καν έρευνες, η κατάχρηση του άρθρου 86 για να προστατευθούν υπουργοί, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση κηρύσσει τάχα την ανάγκη αλλαγής του για να μπει τέλος στην ατιμωρησία των πολιτικών, το μαγείρεμα με τη σύνθεση των ανεξάρτητων αρχών είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Εξίσου αποκαλυπτικό για τον σεβασμό στους θεσμούς είναι άλλωστε και το πάρτι των απευθείας αναθέσεων. Ως το 2021, για λόγους διαφάνειας, υπήρχε κόφτης στις 20.000 ευρώ. Η κυβέρνηση τον ανέβασε υπό προϋποθέσεις στις 60.000 και τα στοιχεία δείχνουν πως 3 στις 4 συμβάσεις ανατίθενται χωρίς διαγωνισμό. Τα τελευταία έξι χρόνια 12 δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος έχουν δοθεί χωρίς διαγωνισμό και άλλα 8 με διαγωνισμό στον οποίο μετείχε μόνο ένας υποψήφιος. Ποιος να πήρε άραγε τη δουλειά; Ο πιο άξιος ή μήπως ο πιο «δικός μας»;

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων, αλλά η έλλειψη σεβασμού σε αυτά από μια κυβέρνηση που έχει αποδείξει ξανά και ξανά πως δεν έχει αναστολές, αν το κόμμα χρειάζεται «προστασία». Το ίδιο επιχειρείται και πάλι με τον μανδύα μιας τάχα μεταρρυθμιστικής διάθεσης για να θεραπευτούν οι πάντα βολικές «διαχρονικές παθογένειες».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version