Ο Δημήτρης Τάσιος είναι επιχειρηματίας στον κλάδο εισαγωγής και εμπορίας ελληνικών οίνων. Ωστόσο, στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα της διασποράς για την ενεργό διατήρηση και προβολή της ελληνικής ιστορίας και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πορεία του αντανακλά το πώς ένας άνθρωπος που βίωσε τις δυσκολίες της μετανάστευσης μπορεί, με όραμα και αγάπη για τις ρίζες του, να μεταμορφώσει την προσωπική του διαδρομή σε συλλογική προσφορά για το έθνος.
Μέσα από δωρεές και στήριξη συμβολικών έργων, όπως είναι τα αγάλματα της Ελευθερίας στο Μεσολόγγι και του Μάρκου Μπότσαρη στην Αθήνα, ο ίδιος διατρανώνει έμπρακτα την πεποίθησή του στη δύναμη που έχουν τα ιστορικά μνημεία. Τα αγάλματα αυτά δεν αποτελούν απλά διακοσμητικά στοιχεία· μετατρέπονται σε σημεία αναφοράς μνήμης, υπενθυμίζοντας σε Έλληνες και ξένους σημαντικές στιγμές του ελληνισμού και τιμώντας διαχρονικούς ήρωες και αξίες.
Ακόμη, η ενίσχυση της δημιουργίας μουσείων και η υποστήριξη πολιτιστικών πρωτοβουλιών, όπως το μουσείο του Λάμπρου Τζαβέλα στο Σούλι και το άγαλμα του Ιπποκράτη στην Κω, αποδεικνύουν τη βαθιά του πίστη ότι η διατήρηση της λαϊκής και ιστορικής συνείδησης απαιτεί δράση, όχι μόνο λόγια. Ο Δημήτρης Τάσιος είναι ένας σύγχρονος ενεργός πολίτης της διασποράς, ο οποίος, δίχως να λησμονεί το παρελθόν, επενδύει στο μέλλον για την ταυτότητα και την ιστορική γνώση των επόμενων γενεών.
Κύριε Τάσιε, θα θέλατε να μας μιλήσετε για τις ρίζες και την καταγωγή σας;
«Γεννήθηκα στο Καρπενήσι, μια περιοχή με ιδιαίτερα ιστορική βαρύτητα για τον ελληνισμό. Η παιδική μου ηλικία εκεί σφυρηλατήθηκε από τις αξίες της οικογένειας αλλά και από τις δυσκολίες της εποχής. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, το 1966, έφυγα για το εξωτερικό, επιλέγοντας τη Βρετανία ως τόπο εγκατάστασης, καθώς οι συνθήκες στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο ήταν πραγματικά αντίξοες και πολλοί συμπατριώτες μας βρέθηκαν στην ανάγκη να αναζητήσουν ευκαιρίες εκτός συνόρων».
«Νιώθω ότι έχω δύο πατρίδες, και υπηρετώ και τις δύο με αγάπη και ευθύνη. Επιστρέφω συχνά στην Ελλάδα για να στηρίξω δράσεις πολιτισμού και να συναντήσω φίλους και συγγενείς, ταυτόχρονα όμως νιώθω ενεργό μέλος και της ελληνικής διασποράς στην Αμερική».
Ποια ήταν η εμπειρία σας αναφορικά με τις διαφορές μεταξύ της αμερικανικής και της ελληνικής κουλτούρας;
«Οι διαφορές ήταν και είναι διακριτές. Η αμερικανική κοινωνία χαρακτηρίζεται από ανοιχτότητα στις νέες ιδέες και από μια έντονη επιδίωξη της προόδου, στοιχεία που ενίσχυαν τους μετανάστες να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κουλτούρα διατηρεί το βάθος της ιστορίας, την αίσθηση του ανήκειν και τη σημασία των παραδόσεων. Και οι δύο κουλτούρες έχουν αρετές που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, ειδικά όταν αυτές αλληλεπιδρούν δημιουργικά».
Έχετε στηρίξει αξιοσημείωτα έργα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ποια είναι η σημασία αυτών των αγαλμάτων και δωρεών για εσάς;
«Για εμένα, η ιστορία πρέπει να παραμένει ζωντανή και να προβάλλεται όχι μόνο μέσω των βιβλίων αλλά και μέσω χειροπιαστών έργων τέχνης, όπως τα αγάλματα. Το άγαλμα της Ελευθερίας στο Μεσολόγγι, το άγαλμα του Μάρκου Μπότσαρη στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας, καθώς και του Ιπποκράτη στην Κω, έχουν σκοπό να ενώνουν το παρελθόν με το παρόν. Γλύπτες, συνεργάτες και τοπικές κοινωνίες συνεισφέρουν, ώστε αυτά να αποτελούν διαχρονικά σημεία αναφοράς και να θυμίζουν στους επισκέπτες ήρωες και ιστορικές στιγμές που σημάδεψαν το έθνος μας».
Τι θα συμβουλεύατε έναν Έλληνα που σκέφτεται να κάνει το βήμα της μετανάστευσης στην Αμερική;
«Η Αμερική προσφέρει ένα πλαίσιο στο οποίο όλοι μπορούν να διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Οποιος επιχειρεί αυτό το βήμα, συνήθως δικαιώνεται, αποκτώντας νέες εμπειρίες και μια αξιόλογη περιουσία, όχι μόνο υλική αλλά και πνευματική. Η πολυπολιτισμικότητα και οι ευκαιρίες επαγγελματικής και κοινωνικής ανέλιξης μπορούν να μετατρέψουν τη μετανάστευση σε πράξη προσωπικής ευημερίας και κοινωνικής συνεισφοράς».
Σκέφτεστε κάποια στιγμή να επιστρέψετε οριστικά στην Ελλάδα ή η διαμονή σας στο εξωτερικό αποτελεί πλέον μόνιμη επιλογή;
«Η ζωή μου συνδέεται βαθιά με δύο πατρίδες: την Ελλάδα, τον τόπο των παιδικών μου χρόνων, της μνήμης και της καρδιάς μου, και την Αμερική, τη γη των ευκαιριών, των αγώνων και των νέων οριζόντων που μου ανοίχτηκαν. Στα πρώτα χρόνια της ξενιτιάς νοσταλγούσα έντονα την επιστροφή στις ρίζες μου, όμως με το πέρασμα του χρόνου δημιούργησα καινούριους δεσμούς, οικογένεια και έργα που με δένουν πλέον και με το δεύτερο μου σπίτι. Δεν βλέπω τον εαυτό μου να ανήκει αποκλειστικά στη μία ή την άλλη χώρα· σήμερα νιώθω ότι έχω δύο πατρίδες, και υπηρετώ και τις δύο με αγάπη και ευθύνη. Επιστρέφω συχνά στην Ελλάδα για να στηρίξω δράσεις πολιτισμού και να συναντήσω φίλους και συγγενείς, ταυτόχρονα όμως νιώθω ενεργό μέλος και της ελληνικής διασποράς στην Αμερική».