Το στοίχημα του 25% στα εξοπλιστικά – Πόσο έτοιμη είναι η ελληνική αμυντική βιομηχανία;

Πλέον, κάθε σύμβαση για αγορά οπλικών συστημάτων θα πρέπει να καλύπτεται κατά το ένα τέταρτο στην παραγωγή από ελληνικές εταιρείες - Μπορεί η εγχώρια αμυντική βιομηχανία να παίξει αυτόν τον ρόλο; - «Το κρίσιμο για τη χώρα είναι να μη μείνει στάσιμη» λένε οι ειδικοί

Το στοίχημα του 25% στα εξοπλιστικά –  Πόσο έτοιμη είναι η ελληνική αμυντική βιομηχανία;

Στο ΚΥΣΕΑ ελήφθη μια απόφαση, της οποίας η σημασία θα φανεί το προσεχές διάστημα. Ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά η πρόβλεψη ότι κάθε σύμβαση για αγορά οπλικών συστημάτων από την Ελλάδα θα πρέπει συμβατικά να δίνει σε ποσοστό 25% έργο εγχώριας παραγωγής σε ελληνικές αμυντικές εταιρείες. Παράλληλα, η Ελλάδα ζητεί το follow on support να γίνεται εδώ και όχι στο εξωτερικό.

Η απόφαση της Ελλάδας να ενσωματώσει εταιρείες από το ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα στη γραμμή παραγωγής των οπλικών συστημάτων που αγοράζει δεν είναι πρόσφατη. Εδώ και τουλάχιστον έναν χρόνο είναι υπό εξέταση για να γίνει πράξη, έχοντας θέσει σε κίνηση έναν κεντρικό σχεδιασμό με επίκεντρο το υπουργείο Εθνικής Αμυνας και έχοντας ως σημείο εκκίνησης το SAFE και το ReArm EU (ύψους €800 δισεκατομμυρίων συνδυαστικά).

Εφαρμογή στην πράξη

Βέβαια, από το 2022 και με επιστολή των εταιρειών Naval Group (Belharra), Thales (ηλεκτρονικά συστήματα) και MBDA (όπλα) προς τον υπουργό Εθνικής Αμυνας, οι 3 εταιρείες δεσμεύθηκαν για ανάθεση έργου 15% σε ελληνικές εταιρείες. Αναφορικά με την τέταρτη φρεγάτα, υπάρχει επίσημα ο όρος στη σύμβαση πως οι ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες θα έχουν έργο 25%.

Η τέταρτη φρεγάτα

Μάλιστα, σε λίγες ημέρες, όπως πληροφορείται «Το Βήμα», θα γίνει συνάντηση στο ΥΠΕΘΑ με σκοπό να διασφαλιστεί ότι οι μετρήσιμοι στόχοι που έχουν τεθεί για την τέταρτη φρεγάτα είναι εντός χρονοδιαγραμμάτων και εντός του συμφωνημένου πλαισίου και ενώ πριν από έναν χρόνο ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας έδωσε εντολή προς τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) να επιταχυνθεί η διαδικασία.

Ο γενικός διευθυντής της ΓΔΑΕΕ, υποστράτηγος Ιωάννης Μπούρας, σε εκδήλωση του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ) τόνισε πως «η ΓΔΑΕΕ έχει ήδη συγκροτήσει ειδική ομάδα παρακολούθησης των συμβάσεων, με στόχο τη διασφάλιση της εφαρμογής της συγκεκριμένης πρόβλεψης, τόσο στις βασικές συμφωνίες όσο και στα προγράμματα υποστήριξης και αναβάθμισης (follow on support)» και πως η πρόβλεψη αυτή αποτυπώνεται και στις υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεις.

Από την πλευρά του, ο Τάσος Ροζολής, πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ, πιστεύει ότι «το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ποσοστό, αλλά η ουσιαστική εφαρμογή του. Απαιτείται σαφές θεσμικό πλαίσιο, διαφάνεια στον υπολογισμό της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και μηχανισμοί ελέγχου που θα διασφαλίζουν ότι η συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας είναι πραγματική και όχι τυπική».

25% σε κάθε διαπραγμάτευση

Σε αυτόν τον τομέα, η χώρα, μέσω πληροφοριών από στρατιωτικές πηγές, είναι καλυμμένη και ας μην υπάρχει ακόμα νομοθεσία που να αναφέρεται ρητά στο ελάχιστο ποσοστό εγχώριας παραγωγής ως προϋπόθεση για τη σύναψη σύμβασης. Οι ίδιες πηγές εξήγησαν πως η απουσία θεσμικού πλαισίου υπό τη στενή έννοια της «θεσμοθέτησης» και του «νόμου» δεν είναι απαγορευτική για την επίτευξη συμφωνίας, όπως φάνηκε και με την υπόθεση της προμήθειας της τέταρτης Belharra. Ηταν δε κατηγορηματικές πως η Ελλάδα διεκδικεί το 25% σε κάθε διαπραγμάτευση και αυτό περιλαμβάνεται μετά στη σύμβαση. Πώς όμως μια χώρα με μεγάλο αποτύπωμα στην αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά αμελητέο ποσοστό αναφορικά με τις δυνατότητες της εγχώριας βιομηχανίας, μπορεί να το επιτύχει αυτό;

Ρόλο θα μπορούσε να έχει το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), με τον διευθύνοντα σύμβουλό του Παντελή Τζωρτζάκη να αναφέρει πως το 2025 «πάνω από 400 ελληνικές εταιρείες δήλωσαν “παρών” στη διαμόρφωση της επόμενης μέρας για την άμυνα της χώρας».

Ο κ. Δένδιας έχει ζητήσει εδώ και καιρό εγγράφως τη συμμετοχή ελληνικών οντοτήτων, όπως ακαδημαϊκών φορέων, εταιρειών κ.ά. από τη ΓΔΑΕΕ με ταυτόχρονο στόχο την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

Το ΕΛΚΑΚ στην εξίσωση αυτή μπαίνει ως ο παράγοντας που θα ωθήσει ελληνικές εταιρείες να αναπτύξουν και να εξαγάγουν τα δικά τους συστήματα, με το Ελληνικό Δημόσιο να κατέχει τα πνευματικά δικαιώματα (IP) και μέσω αυτής της διαδικασίας να φέρουν κέρδος εις το διηνεκές μέσω των πωλήσεών τους. Πριν από μερικές ημέρες έδωσε στη δημοσιότητα την «Ατζέντα Εργων» για το 2026: Προτεινόμενα έργα (που βρίσκονται σε στάδιο αξιολόγησης για να περάσουν στην επόμενη φάση) περιλαμβάνουν τεχνολογίες όπως η ανάπτυξη Περιπλανώμενου Πυρομαχικού [Loitering Munition Κατηγορίας Ι (NATO Class Ι)] για υποστήριξη Τακτικών Επιχειρήσεων Χερσαίων Δυνάμεων, η ανάπτυξη Μη Επανδρωμένου Υ/Β Οχήματος (UUV) για Εκτέλεση Αποστολών ISR και I&W, η ανάπτυξη Interceptor Drone για Αναχαίτιση Εχθρικών UAVs κ.ά.

Αρα επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα: Πώς οι ελληνικές εταιρείες άμυνας – μικρές και μεγάλες – μπορούν να επωφεληθούν από την απόφασή της; Και το όφελος θα είναι σημαντικό;
Μόλις πέρυσι το καλοκαίρι ο υπουργός Αμυνας έλεγε στη Βουλή πως «η εγχώρια αμυντική βιομηχανία δίνει μόλις το 0,6% στο ΑΕΠ, ενώ δαπανούμε για την άμυνα άνω του 3%». Νωρίτερα, μιλώντας στη Διεθνή Εκθεση Αμυνας, Ασφάλειας και Τεχνολογίας DEFEA 2025, διευκρίνισε ότι υπάρχουν τομείς όπου η ελληνική αμυντική βιομηχανία μπορεί να πετύχει και το 100% και όχι μόνο το 25%, αλλά υπάρχουν και άλλα προγράμματα που το ποσοστό θα είναι λιγότερο. «Ομως μεσοσταθμικά αυτή είναι η στόχευσή μας, το 25%» τόνισε.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Αυτή την περίοδο διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΓΔΑΕΕ και των ισραηλινών εταιρειών που θα συμμετάσχουν στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα έργο με προϋπολογισμό €3 δισ. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, το ποσοστό συμμετοχής εγχώριων εταιρειών ενδεχομένως να ξεπεράσει το 30%. Αυτό σημαίνει έσοδα για τις ελληνικές εταιρείες ύψους 900 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά και μεταφορά τεχνογνωσίας.

Γραμμές παραγωγής

«Το κρίσιμο για τη χώρα είναι να μη μείνει στάσιμη» παρατηρεί ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΟΝΕΧ Πάνος Ξενοκώστας. «Ο πραγματικός στόχος», προσθέτει, «πρέπει να είναι η σταδιακή μετάβαση σε ένα πολύ υψηλότερο ποσοστό εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής και προστιθέμενης αξίας, με γραμμές παραγωγής για την Ελλάδα και για την ευρύτερη περιοχή».

Ομοίως και ο εκτελεστικός διευθυντής της ΕΑΒ Αλέξανδρος Διακόπουλος αναφέρει πως «μέσα από τέτοιες συνεργασίες δημιουργούνται προϋποθέσεις μεταφοράς τεχνογνωσίας, ανάπτυξης νέων δυνατοτήτων. Η πλήρης επιχειρησιακή αξιοποίηση του συστήματος “Κένταυρος”, άλλωστε, στις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη αυτό το διάστημα αποτελεί μια ζωντανή απόδειξη ότι η ΕΑΒ, και κατ’ επέκταση η εγχώρια αμυντική βιομηχανία, όχι μόνο θέλει αλλά και μπορεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο όποτε οι συνθήκες το απαιτήσουν».

Συμπληρωματικός αλλά καίριος παράγοντας αυτής της νέας πολιτικής είναι και η διαδικασία αναβαθμίσεων και επισκευών να γίνεται στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, το στοίχημα της εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής είναι τεράστιας σημασίας για τη χώρα. Στο ελληνικό Ενιαίο Μακροπρόθεσμο Πρόγραμμα Αμυντικών Επενδύσεων (ΕΜΠΑΕ) για την περίοδο 2025-2037 υπάρχουν προβλέψεις για δαπάνες ύψους €25-€28 δισ., κάτι που – εφόσον η προϋπόθεση συμμετοχής του 25% λάβει υπόσταση – θα σημάνει έσοδα για ελληνικές αμυντικές εταιρείες της τάξης μεταξύ €6-8 δισ. για την επόμενη 12ετία. Εκεί θα φανεί αν η Ελλάδα μπορεί να μπει στο γκρουπ των παικτών με ρόλο και λόγο για την ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version