Σύγχρονος χάρτης από πηλό και μνήμη

Η 2η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής μετατρέπει τη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου σε πεδίο διαλόγου ανάμεσα στην τέχνη, την ιστορία και τον τόπο

Στη Ρόδο είναι εύκολο να ξεχάσεις πού βρίσκεσαι. Τα all inclusive ξενοδοχεία, οι ατέλειωτες παραλίες με τα ξενοδοχεία-μεγαθήρια, οι ταβέρνες με τις φωτογραφίες-κράχτες των φαγητών και η αδιάκοπη κίνηση των επισκεπτών δημιουργούν συχνά την αίσθηση ενός τόπου που υπάρχει για να καταναλώνεται. Ενός νησιού όπου η εντυπωσιακή, οχυρωμένη μεσαιωνική πόλη των Ιπποτών, μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, τα κτίρια του οθωμανικού παρελθόντος και τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της ιταλικής κατοχής (τεκμήρια αιώνων ιστορίας, πολιτισμικών ανταλλαγών και διαδοχικών ταυτοτήτων) μοιάζουν συχνά να λειτουργούν ως γραφικό φόντο για το συρτάκι του μαζικού τουρισμού.

Αυτόν ακριβώς τον τόπο έρχεται να φωτίσει από μια διαφορετική οπτική η 2η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Ρόδου (BCK 2026 – Biennale of Contemporary Keramics). Το «περιπλανώμενο παιδί» της Λουκίας Θωμοπούλου, εμπνεύστριας, ιδρύτριας και καλλιτεχνικής διευθύντριας της διοργάνωσης, που έκανε τα πρώτα του βήματα πριν από δύο χρόνια στη Σαντορίνη, αναδεικνύει κάθε φορά τον τόπο που το φιλοξενεί μέσα από το βλέμμα των καλλιτεχνών του. Στη φετινή διοργάνωση, 42 καλλιτέχνες από 18 χώρες παρουσιάζουν έργα σε πέντε χώρους της Μεσαιωνικής Πόλης, με την υποστήριξη και τη συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου: στην Οπλοθήκη de Milly, στην Κοσμητική Συλλογή Ρόδου, στην Παναγία του Κάστρου, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου και στην πλατεία Κλεόβουλου, μπροστά από το Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου.

Με τη συμβολή των επιμελητριών Σταματίας Δημητρακοπούλου και της Γαλλίδας Ανίσα Τουατί, η οποία προσδίδει έναν ακόμη πιο διεθνή χαρακτήρα στη διοργάνωση, η Θωμοπούλου συνθέτει μαζί τους μια έκθεση με τίτλο «Where the Day Starts». Αντλώντας έμπνευση από τη γεωγραφία, το φως και τη μυθολογία της Ρόδου (όπου, σύμφωνα με τον μύθο, ο θεός Ηλιος έγινε προστάτης του νησιού) η Μπιενάλε αναπτύσσεται ως μια εικαστική διαδρομή από χώρο σε χώρο, που λειτουργεί σαν χάρτης μέσα στον χάρτη της πόλης, προσκαλώντας την επισκέπτρια να ανακαλύψει τα διαφορετικά ιστορικά στρώματα της Ρόδου μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης τέχνης.

Υα κεραμικά έργα της Αταλάντης Μαρτίνου («Quatrefoil», (2026) στην Κοσμητική Συλλογή Ρόδου. © Constantinos Caravatellis

Δύο συγκλονιστικοί χώροι

Θα σταθώ ιδιαίτερα σε δύο συγκλονιστικούς χώρους, οι οποίοι λειτουργούν όχι απλώς ως εκθεσιακά περιβάλλοντα αλλά ως ενεργοί συνομιλητές των έργων. Από τη μία, η Κοσμητική Συλλογή Ρόδου, που στεγάζεται στο ιστορικό Οπλοστάσιο των Ιπποτών, φιλοξενεί σημαντικά δείγματα κεραμικής, επίπλων και αντικειμένων διακοσμητικών τεχνών από τον 16ο έως τον 20ό αιώνα. Ενα μικρό μουσειακό διαμάντι, το οποίο, παρά τον πλούτο των συλλογών του, εξακολουθεί να στερείται λεζαντών και επεξηγηματικών κειμένων για τα εκθέματά του. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα κεραμικά έργα της Αταλάντης Μαρτίνου («Quatrefoil», 2026) συνομιλούν άμεσα με τα ιστορικά κεραμικά του Ιζνίκ, του Τσανάκαλε και της Κιουτάχειας, δημιουργώντας γέφυρες ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές, γεωγραφίες και παραδόσεις της κεραμικής τέχνης.

Από την άλλη, το αριστουργηματικό Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου, που στεγάζεται στο μεσαιωνικό κτήριο του παλαιού Νοσοκομείου των Ιπποτών, διαθέτει έναν πανέμορφο κήπο όπου τα αρχαία γλυπτά, τα αρχιτεκτονικά μέλη και τα ελληνιστικά ψηφιδωτά συνυπάρχουν σε έναν σπάνιας ομορφιάς υπαίθριο χώρο. Εκεί, ο ιωνικός κίονας του Μάλεκ Γναουί («Essaida Carthage 1.618», 2026), κατασκευασμένος από κόκκινα τούβλα και τσιμέντο, μοιάζει να συνομιλεί με τα αρχιτεκτονικά θραύσματα που τον περιβάλλουν, μετατρέποντας ένα κλασικό αρχιτεκτονικό σύμβολο σε σχόλιο για την προβληματική σχέση του σύγχρονου δομημένου περιβάλλοντος με την ιστορική μνήμη.

Λίγο παραπέρα, η αλυσιδωτή εγκατάσταση «Landmarks» (2026) του Γιώργου Βαβάτση θυμίζει άλλοτε μια άναρχη αρχαιολογική τομή και άλλοτε ένα ιριδίζον τοπίο που ξεδιπλώνεται μπροστά στα ελληνιστικά ψηφιδωτά από αρχαίες οικίες της Ρόδου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βαβάτσης είχε αποσπάσει το πρώτο βραβείο στην προηγούμενη διοργάνωση της BCK στη Σαντορίνη, στο πλαίσιο των βραβεύσεων που απονέμει η Μπιενάλε σε καλλιτέχνες οι οποίοι διερευνούν τις εκφραστικές δυνατότητες του πηλού.

Η εγκατάσταση «Landmarks» (2026) του Γιώργου Βαβάτση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου. © Constantinos Caravatellis

Και τέχνη και τεχνική

Τι γίνεται όμως με τα εκθέματα; Η διοργάνωση επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα που υπάρχει από παλιά ανάμεσα στους εικαστικούς και τους κεραμίστες. Οι πρώτοι συνήθως αντιμετωπίζουν τους δεύτερους ως απλούς τεχνίτες, ενώ οι τελευταίοι ανταπαντούν κατηγορώντας τους εικαστικούς για επιφανειακή τεχνογνωσία του υλικού. Η BCK επιλέγει να υπερβεί αυτή τη διάκριση, συμπεριλαμβάνοντας και τις δύο πλευρές. Αντιμετωπίζει τον πηλό ως ένα πλήρες εικαστικό μέσο με ανεξάντλητες δυνατότητες και τη σύγχρονη κεραμική ως πεδίο ευρείας καλλιτεχνικής έκφρασης αλλά και διαπολιτισμικού διαλόγου στη Μεσόγειο. Και η Ρόδος αποτελεί πρόσφορο έδαφος για κάτι τέτοιο. Η ιστορία της τοπικής κεραμικής, όπως εκφράστηκε μέσα από το εργοστάσιο Ικαρος, είναι μια ιστορία μετακινήσεων, επιρροών και ανταλλαγών. Ανατολικά πρότυπα, ιταλικές τεχνικές, τοπικά μοτίβα και εμπορικές διαδρομές διασταυρώθηκαν για χρόνια στο νησί, διαμορφώνοντας μια παράδοση που υπήρξε εξαρχής ανοιχτή στον κόσμο.

Πάντως, στην άτυπη αντιπαράθεση ανάμεσα στους κεραμίστες και τους εικαστικούς δεν χρειάζεται να πάρει κανείς θέση. Αρκεί να αφεθεί στη δύναμη των έργων των καλλιτεχνών, η συμμετοχή των οποίων εξασφαλίστηκε από open call (300 αιτήσεις για 20 καλλιτέχνες) και από απευθείας αναθέσεις από τις επιμελήτριες. Εργα, όπως ο αποσαθρωμένος οπλίτης του Διονύση Καβαλλιεράτου [«Upward Downfall (Hoplite)», 2026], που μοιάζει να έχει ανασυρθεί από κάποιο αρχαίο ναυάγιο και να είναι χυτευμένος σε μπρούντζο, ή το βραβευμένο έργο της Ελύσιας Αθάνατου «Echoes» (2024), μια χοανοειδής μορφή με χρυσό εσωτερικό που μοιάζει να συλλέγει δονήσεις, σκέψεις και αόρατες ενέργειες. Ή να σταθεί μπροστά στο έργο του Κώστα Νεοφύτου «Form» (1997), του ροδίτη κεραμίστα και γλύπτη που υπηρετεί την τέχνη του πέντε ολόκληρες δεκαετίες. Κι όμως, δύσκολα θα έλεγε κανείς ότι αντιμετωπίζεται ως το πολιτιστικό κεφάλαιο που πραγματικά αποτελεί για τον τόπο του. Στον Νεοφύτου, όπως και στον Μένανδρο Παπαδόπουλο από την Αθήνα, απονεμήθηκαν τιμητικές βραβεύσεις από την Μπιενάλε, άλλωστε η θητεία δίπλα τους είναι «αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαίδευσης ενός ανθρώπου που θέλει να δουλέψει τον πηλό», όπως είπε η Λουκία Θωμοπούλου. Είναι σημαντικό ότι μια διοργάνωση δίνει χώρο και αναγνώριση σε ανθρώπους της τέχνης που συχνά παραμένουν στη σκιά, σε τεχνίτες οι οποίοι όταν βρεθούν στο προσκήνιο αποδεικνύουν ότι η γνώση τους δεν είναι μόνο τεχνική αλλά και βαθιά καλλιτεχνική, παρότι δεν τη συνοδεύουν με το θεωρητικό λεξιλόγιο με το οποίο όχι και τόσο σπάνια όσο θα περίμενε κανείς ντύνει την ένδειά του ο κόσμος της σύγχρονης τέχνης.

Το έργο «Upward Downfall (Hoplite)» (2026) του Διονύση Καβαλλιεράτου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου. © Constantinos Caravatellis

Ενα πνευματικό κατάλυμα

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και ένα πρόσωπο που, αν και δεν είναι επιμελήτρια, προσφέρει εδώ και χρόνια πολύτιμο έργο στον πολιτισμό της Ρόδου. Πρόκειται για την Αλίκη Μοσχή, επίτιμη πρόξενο της Γαλλίας στα Δωδεκάνησα, με έδρα το Κατάλυμα της Γαλλίας (Auberge de France), το εντυπωσιακό κτίριο του 15ου αιώνα στην Οδό των Ιπποτών, στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Η Μοσχή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση της Ρόδου ως τόπου διεξαγωγής της Μπιενάλε Κεραμικής, καθώς η Λουκία Θωμοπούλου βρήκε στο πρόσωπό της μια ιδανική συνομιλήτρια: μια προσωπικότητα ανοιχτή στις συνεργασίες, με ευρύτητα οριζόντων και διάθεση να στηρίξει έμπρακτα νέες πρωτοβουλίες. Χάρη σε αυτή τη σύμπραξη, το Κατάλυμα άνοιξε τις πόρτες του για σειρά διαλέξεων γύρω από την κεραμική όπως εκείνες του Γιώργη Μαγγίνη και της Βιβής Μωραΐτου από το Μουσείο Μπενάκη, οι οποίοι ανέδειξαν την ιστορία της κεραμικής στη Ρόδο, από την παράδοση των Ιζνίκ έως το εργοστάσιο του Ίκαρου. Παράλληλα, στο Κατάλυμα φιλοξενήθηκε έκθεση της Ζόε Πολ αφιερωμένη στο σχεδόν εξαφανισμένο πλέον σπαθόψαρο. Κεντρικό έργο της αποτέλεσε μια σύνθεση από πήλινες χάντρες, διαμορφωμένη σαν κουρτίνα: ένα αντικείμενο που ταυτόχρονα προστατεύει και αποκρύπτει, λειτουργώντας ως συμβολικό όριο ανάμεσα στην ορατότητα και την απώλεια. Εδώ και οκτώ χρόνια, στο Κατάλυμα λειτουργεί επίσης πρόγραμμα καλλιτεχνικής φιλοξενίας (residency) κεραμικής σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Στον χώρο διοργανώνονται εκθέσεις, ενώ πραγματοποιούνται και εργαστήρια για τους κατοίκους του νησιού από καταξιωμένους δημιουργούς και δασκάλους, όπως ο Ενζο Φορμιζάνο. Πρόκειται για μια πολυπολιτισμική σύμπραξη που αποδεικνύει, όπως και στην περίπτωστη της BCK, τι μπορεί να επιτευχθεί όταν η ανοιχτή σκέψη συναντά τη θεσμική υποστήριξη.

INFO

«Where the Day Starts», 2η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Ρόδου ως τις 31/10

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version