Πέρσες του Αισχύλου: Οργισμένα νιάτα

Κριτική για το έργο Πέρσες του Αισχύλου, που παίζεται στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου - Φεστιβάλ Επιδαύρου με τη Μαρία Ναυπλιώτου και τον Δημήτρη Καταλειφό.

Πέρσες του Αισχύλου: Οργισμένα νιάτα

«Η ποίηση είναι φιλοσοφικότερη και σπουδαιότερη από την Ιστορία» γράφει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του. Και αυτό ισχύει στους «Πέρσες» του Αισχύλου περισσότερο από κάθε άλλη αρχαία τραγωδία. Οι «Πέρσες» δίνουν ποιητικό σχήμα σε γνωστά ιστορικά γεγονότα (ναυμαχία Σαλαμίνας, μάχη Πλαταιών) αναδεικνύοντας και εστιάζοντας σε διαχρονικούς και καθολικούς ηθικούς νόμους. Ο Αισχύλος, με το αριστοτεχνικά δομημένο ποίημά του, μετατρέπει την Ιστορία σε Μύθο που υπερβαίνει τις περιορισμένες και συμβατές διαστάσεις του τόπου και του χρόνου για να μιλήσει για την ηθική, πολιτική και κοινωνική συντριβή των θνητών όταν καταλύονται τα ηθικά όρια και επικρατεί η ανθρώπινη οίηση.

Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι από τους «Πέρσες», «η αλαζονεία ανθίζοντας μεστώνει της καταστροφής το στάχυ, και κατόπι θερίζει τρύγο θλιβερό, με πόνο και με δάκρυ». Πώς διαπράττουν οι άνθρωποι ύβριν; Αποκτώντας υπεροψία απέναντι στον κόσμο και στους συνανθρώπους τους, προσβάλλοντας τα θεία, επιδιώκοντας τον όλβον, δηλαδή τον πλούτο και τη συνεχή ευδαιμονία, προσβλέποντας στον αλόγιστο επεκτατισμό που δεν γνωρίζει γεωγραφικά και ηθικά όρια. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του πολιτικού και φιλοσοφικού στοχασμού του πολεμιστή-ποιητή Αισχύλου.

Η πλοκή των «Περσών» μπορεί να συνοψιστεί στην Υβρη που διέπραξε ένας νεαρός και άφρων ηγέτης, ο Ξέρξης, προσβάλλοντας τον θεό Ποσειδώνα ειδικότερα (ζεύξη Ελλησπόντου) και τους έλληνες θεούς γενικότερα (καταστροφή ναών και βωμών στην Ελλάδα), στην Ατη (στον θεϊκό και ανθρώπινο δόλο του οποίου έπεσε θύμα ο Ξέρξης λόγω έπαρσης) και στη συνακόλουθη Τίση (καταστροφή περσικών στρατευμάτων και στόλου). Εδώ, ο Αισχύλος παρουσιάζει τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών ως νίκη της Δίκης επί της Υβρεως. Τιμωρήθηκε η ύβρις του Ξέρξη, ο οποίος, αν και θνητός, πίστεψε ότι μπορεί να υποτάξει όχι μόνο την Ελλάδα και όλη τη Δύση, αλλά και τους θεούς.

«Η αρχαία ελληνική τραγωδία είναι θέατρο δημόσιων συμβάντων» γράφει ο διαπρεπής βρετανός μελετητής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας Τζον Γκουλντ. «Οι “Πέρσες”, που συνδέουν στενά την ατομική καταστροφή με τη συλλογική συμφορά, αποτελούν το καλύτερο παράδειγμα ενός θεάτρου που ασχολείται με τους ανθρώπους σε μία πόλη» συμπεραίνει η αμερικανίδα ακαδημαϊκός Τζαστίνα Γκρέγκορι στο βιβλίο της «Οψεις και θέματα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας».

Καλές προθέσεις, αλλά…

Οι άνωθεν μελετητές συνοψίζουν όλους τους λόγους για τους οποίους ένας σκηνοθέτης εν έτει 2026 επιλέγει να διασχίσει με την καλλιτεχνική του ομάδα το δυσκολοδιάβατο μονοπάτι της σύγχρονης ανάγνωσης μιας αρχαίας τραγωδίας. Τα ερωτήματα στα οποία έχει να απαντήσει είναι απαιτητά και απαιτητικά. Πώς συνδέεται ένα έργο που γράφτηκε πριν από 2.500 χρόνια με το σήμερα; Τι μπορούμε να μάθουμε από την υπεροψία του Ξέρξη και τη σοφία του Δαρείου; Ενας σκηνοθέτης οφείλει να αναδεικνύει τον βαθύ πυρήνα ενός έργου τέχνης, όπως είναι οι «Πέρσες», συνδέοντάς το με συνιστώσες σύγχρονου προβληματισμού ή να προσπαθεί να μας πείσει για το πόσο ωραίες είναι οι ιδέες που προέκυψαν, με μορφή υποκειμενικών βεβαιοτήτων, από την ανάγνωση του συγκεκριμένου αρχαίου κειμένου; Αντιλαμβάνομαι την καλλιτεχνική αγωνία ερμηνείας ενός σπουδαίου κειμένου, το οποίο φέρει το πολυετές βάρος ενδελεχούς μελέτης και σκηνικής επιτέλεσης, καθώς και τη δυσκολία αντιμετώπισης μιας τραγωδίας «εσωτερικής κίνησης και όχι εξωτερικής δράσης» στην οποία «η αφήγηση είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δράση», όπως γράφει o Μάνφρεντ Γιόακιμ Λόσαου στο βιβλίο του «Αισχύλος».

Οι «Πέρσες» του Χρήστου Θεοδωρίδη αποτελούν μια έντιμη και σοβαρή προσπάθεια αναμέτρησης με τον λόγο του Αισχύλου, αλλά, όπως «η ποίηση δεν γράφεται με ιδέες, αλλά με λέξεις», κατά τον Μαλαρμέ, έτσι και το θέατρο δεν υλοποιείται με προθέσεις αλλά με πειστικές σκηνικές προτάσεις. Φοβάμαι ότι η σκηνοθετική προσέγγιση των «Περσών» ως «μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή», όπου «στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια», όπως αναφέρεται στο δελτίο Τύπου της παράστασης, αποτελεί παρανάγνωση. Οι «Πέρσες» εστιάζουν στη διαχρονική ξιπασιά του ανθρώπου που περνά τη σκιά του για μπόι του και νομίζει ότι μπορεί να κατακτήσει τη γη ολάκερη, προκαλώντας ολέθριες συνέπειες. Η ανθρώπινη ύβρις καταγγέλλεται από τον Αισχύλο και όχι ο πόλεμος γενικώς και αορίστως. Τον Χορό των Περσών αποτελούσαν ηλικιωμένοι σύμβουλοι του βασιλιά, οι οποίοι ανήκαν στην αριστοκρατία. Τα μέλη του Χορού δεν επαναστατούν ενάντια στην καθεστηκυία τάξη. Στην παράσταση του Θεοδωρίδη, παρατηρούνται αυθαιρεσίες και ανακολουθίες σε σχέση με το κείμενο, με πιο ηχηρή τη σύσταση του Χορού από νεαρά παιδιά ντυμένα με σύγχρονα καθημερινά ρούχα και την τόσο passe πια αναφορά σε θύματα των πολέμων σε όλον τον κόσμο. Καλός ο καλλιτεχνικός ακτιβισμός, αρκεί να έχει στέρεη κειμενική βάση. Ο Θεοδωρίδης φόρεσε στο κείμενο ένα δικής του έμπνευσης, παράταιρο ερμηνευτικό ιμάτιο, ξένο προς την αλήθεια και το πνεύμα των στίχων.

Σε επίπεδο ερμηνειών, η Βασίλισσα της Μαρίας Ναυπλιώτου και ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού προέρχονται από διαφορετική σχολή από το σύνολο των υπόλοιπων ηθοποιών. Ο Σταύρος Σβήγκος διαυγής και με στοχευμένη ενέργεια στην αγγελική ρήση στον κομβικό ρόλο του Αγγελιοφόρου – ήταν πραγματικά αχρείαστη η σκηνοθετική οδηγία να ουρλιάζει στο μικρόφωνο –, ενώ ο Αναστάσης Ροϊλός έμεινε σε μια εξωστρεφή απόδοση του Ξέρξη. Στα συν της παράστασης, το γυμνό σκηνικό της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, η έξοχη, ακριβής και συνάμα ποιητική μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, η χορογραφημένη κίνηση της Ξένιας Θέμελη, το εντυπωσιακό μπροκάρ κοστούμι της Ατοσσας (Τίνα Τζόκα), οι μουσικές συνθέσεις του Τζεφ Βάγκνερ που πλαισίωσαν τη δράση λιτά και αρμονικά – αν και οι ήχοι αντιαεροπορικών συναγερμών θύμιζαν την «Ορέστεια» του Θεόδωρου Τερζόπουλου, όπως και οι κόκκινες φωτιστικές λωρίδες (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας).

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version