Η εκρηκτική δύναμη της Τέχνης

«Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα», του Suyako (Θέατρο Προσκήνιο).

Η εκρηκτική δύναμη της Τέχνης

«Ενα καλό [έργο] δουλεύεται σε τρία στάδια: ένα μουσικό, όπου συντίθεται, ένα αρχιτεκτονικό, όπου χτίζεται, τέλος ένα υφαντουργικό, όπου υφαίνεται» γράφει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στον «Μονόδρομο». Η καλλιτεχνική μιλένιαλ γενιά φαίνεται ότι διακρίνεται και στη «μουσική σύνθεση» και στην «αρχιτεκτονική» και στην «υφαντουργική». Οι νέοι έλληνες δραματουργοί συνθέτουν έργα με τα αδιέξοδά τους, τα τραύματά τους, τα όνειρά τους, τις ελπίδες τους.

Δομούν κείμενα τολμηρά – γιατί δεν έχουν τίποτα να χάσουν, ευρηματικά – γιατί δεν έχουν άλλο αντίδοτο για την απελπισία της καθημερινότητας, αιχμηρά – γιατί η ανταριασμένη εποχή δεν επιτρέπει κανενός είδους εφησυχασμό. Υφαίνουν το πικρό χιούμορ με την τρυφερότητα και τον αυτοσαρκασμό, τα σκοτάδια της ανθρώπινης φύσης με τις αγριότητες της εποχής μας και το μέγα ερώτημα της ύπαρξης.

Βγαίνοντας από μία δεκαετία συνθλιπτικής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ακολουθούμενης από μία κατασταλτική προς κάθε δημιουργική έκφραση πανδημία, οι νέοι έλληνες δημιουργοί παράγουν πλέον κάποια πολύ ενδιαφέροντα δείγματα γραφής, τα οποία θα μπορούσαν άνετα να σταθούν σε οποιαδήποτε σκηνή του κόσμου, αν υπήρχε, βέβαια, συντονισμένος κρατικός μηχανισμός προώθησης του σύγχρονου ελληνικού έργου στο εξωτερικό, αν υπήρχε όραμα και συντονισμένη βούληση πολιτιστικής πολιτικής.

Το έργο

Τα τελευταία χρόνια, το σύγχρονο ελληνικό έργο έχει κερδίσει τους θεατές, και δη τους νεότερους ηλικιακά, καθώς μιλάει στη γλώσσα τους, αλλά και τους παραγωγούς, τοποθετώντας το στο επίκεντρο της καλλιτεχνικής ζήτησης. Τα έργα του Suyako (συγγραφικό ετερώνυμο του Βασίλη Μαγουλιώτη) ιδιαίτερα έχουν μεγάλη απήχηση στο θεατρικό κοινό. Μετά τους «Παίκτες» και το «Merde!», επιστρέφει φέτος με τη «Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» στο θέατρο Προσκήνιο.

Βρισκόμαστε στο Μπουένος Αϊρες, στην Αργεντινή. Είναι Μάιος του 2007, η χώρα μαστίζεται από μια «καλπάζουσα οικονομική κρίση» και σε λίγο θα ανακοινωθεί η τελετή έναρξης του καινούργιου Ιδρύματος Πολιτισμού Σάντσες, την οποία θα αναλάβει ο «ρηξικέλευθος και από τους σημαντικότερους αργεντίνους καλλιτέχνες της τελευταίας εικοσαετίας», Χούλιο Τόγκα.

Ο Χούλιο με την «έντονη πολιτική και ακτιβιστική δραστηριότητα, φυλακισμένος, κι έπειτα εξόριστος, όταν ήταν ακόμα 20 ετών, στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας». Ο Χούλιο που βούλωσε τον βόθρο ενός μεγαλοδημοσιογράφου ομοτράπεζου του χουντικού καθεστώτος και «ξύπνησε κολυμπώντας στα ίδια του τα σκατά, αγκαλιά με το αγαπημένο του πεκινουά». Ο Χούλιο, «ο αναρχικός καλλιτέχνης», που τώρα είναι ο ίδιος κατεστημένο, χαίρει καθολικής αποδοχής και ετοιμάζεται να εργαστεί «στον ναό του καπιταλισμού».

Ο Χούλιο που μοιάζει να μη νοιάζεται πια για ποιους δουλεύει. Ο Χούλιο που φαίνεται να μην έχει αντίρρηση να εργαλειοποιηθεί από τους μηχανισμούς ιδεολογικής και αισθητικής κυριαρχίας του Ιδρύματος, ώστε αυτοί «να πουλήσουν επανάσταση» και αυτός να γεμίσει με χρήματα τις τσέπες του.

Ο Χούλιο που έχει «ακινδυνοποιηθεί» πλέον, γι’ αυτό «αν είναι να μιλάμε για τον Χούλιο, καλύτερα να λέμε ιστορίες απ’ τα παλιά». Τι είδους τελετή έναρξης θα ετοιμάσει ο Χούλιο Τόγκα στη δύση(;) της ζωής και της καριέρας του για το Ιδρυμα Πολιτισμού του κραταιού ομίλου Σάντσες; Μια εκρηκτική τελετή έναρξης. Μια τελετή έναρξης «με τους δικούς του όρους». Μετά, θα αφήσει τον φίλο και συνεργάτη του Οράσιο «να αφηγηθεί την ιστορία του». Και «μετά σιωπή».

Με σαφείς αναφορές στον σαιξπηρικό «Αμλετ», αλλά και στην «Κοινωνία του θεάματος» του Γκι Ντεμπόρ, ο Suyako τολμά να θίξει τζιζ θέματα του καλλιτεχνικού κατεστημένου, όπως η καθολική και απροσχημάτιστη κυριαρχία των ιδιωτικών πολιτιστικών ιδρυμάτων σε καιρούς ένδειας, παρέχοντας βήμα, στέγη, διευκολύνσεις και χρήματα στους καλλιτέχνες, όταν έχουν μειωθεί οι επιχορηγήσεις του κράτους δραματικά, όταν οι σχέσεις εργασίας είναι ανοχύρωτες και στο έλεος του κεφαλαίου.

Θίγει, επίσης, την ηθική ευθύνη των καλλιτεχνών απέναντι στον εαυτό τους και το κοινό τους, αλλά και τα όρια της ελευθερίας τους. Και όπως ο Ντεμπόρ αναλύει το θέαμα με όρους εμπορεύματος και τοποθετεί τον ρόλο της τέχνης μέσα στην εξουσιαστική, κονιορτοποιητική κοινωνία του θεάματος, ομοίως ο Suyako, στην ανατρεπτική τελευταία πράξη του έργου του παρουσιάζει μια κοινωνία (αργεντίνικη ή ελληνική) όπου «το πραγματικό μεταμορφώνεται σε θέαμα και το θέαμα γίνεται πραγματικό».

Η παράσταση

Η δομή της σκηνοθετικής φόρμας που έχει επιλέξει ο Βασίλης Μαγουλιώτης ακολουθεί την κειμενική ρευστότητα, όπου η μία σκηνή εισρέει μέσα στην επόμενη, χωρίς να τηρείται απαραίτητα μια χρονικά γραμμική παράθεση γεγονότων. Αυτή η σχεδόν συνειρμική σκηνοθετική επιλογή, πέρα από την ερμηνευτική ελευθερία που προσκαλεί, προσδίδει ποιητικότητα και πλαστικότητα στο επιτελεστικό εγχείρημα.

Παρακολουθώντας ή μάλλον απολαμβάνοντας κάθε λεπτό σκηνικής παρουσίας του Δημήτρη Δρόσου (Χούλιο Τόγκα), παγιώνεται η ρήση του σερ Λόρενς Ολίβιε περί άριστης διανομής και ερμηνευτικής επίδοσης: «Οταν βλέπεις έναν ηθοποιό στη σκηνή και δεν μπορείς να σκεφτείς άλλον σε αυτόν τον ρόλο, είσαι παρών σε ένα μικρό θαύμα». Τι να γράψει κανείς για τον ομοίως πάντα υπέροχο Αρη Μπαλή; Ο Οράσιό του μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί τρυφερά στις φωτεινές πεδιάδες και τα σκοτεινά σοκάκια της πορείας του Χούλιο.

Η Μαρία Αποστολακέα φέρει άνετα εις πέρας την τριπλή της παρουσία ως Αλμα (σύντροφος και συνοδοιπόρος του Χούλιο), ως πατέρας του Χούλιο και ως Χάννα (καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Πολιτισμού Σάντσες). Δυναμική η Μελίνα Πολυζώνη (Λίλα) και ταιριαστά αμήχανος ο Μικές Γλύκας ως project manager του Ιδρύματος.

Στα συν της παράστασης, οι ισπανόφωνες μουσικές επιλογές και οι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις (με χρήση sampling και live looping) του Μικέ Γλύκα, οι οποίες συνοδεύουν τον Χούλιο στην πολυκύμαντη διαδρομή του, καθώς και μια καταπληκτική ζωντανή εκτέλεση του «Blue Valentine» του Tομ Γουέιτς από τον Χούλιο – Δημήτρη Δρόσο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version