Το ερώτημα «γιατί πολεμάμε;» είναι κομβικό για κάθε στρατιώτη και κατ’ επέκταση για την εξέλιξη κάθε πολέμου. Η στάση του στρατιώτη διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες, όπως η διάρκεια στράτευσής του, η πορεία του πολέμου, οι συνθήκες διαβίωσης κ.λπ.
Στην ενίσχυση της πολεμικής θέλησης διαδραματίζουν ρόλο και νοοτροπίες και πεποιθήσεις που έχουν εμφυσηθεί στους στρατιώτες πριν ντυθούν στα «χακί».

Κρυσταλλία Μαρκάκη
Πολεμικά παιδικά παιχνίδια & εθνικές ιδέες στις αρχές του 20ού αιώνα
Εκδόσεις Ασίνη, 2025, σελ. 104, τιμή 10 ευρώ
Η πολεμική προετοιμασία σε επίπεδο νοοτροπιών πραγματοποιείται τόσο μέσω «σκληρών» ιδεολογικών μηχανισμών, όπως η εκπαίδευση ή η Εκκλησία, όσο και με θεωρητικά πιο απλούς, όπως τα παιδικά παιχνίδια. Με αυτά τα τελευταία και τη χρήση τους στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ελλάδα καταπιάνεται η Κρυσταλλία Μαρκάκη στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο Πολεμικά παιδικά παιχνίδια & εθνικές ιδέες στις αρχές του 20ού αιώνα (εκδ. Ασίνη).
Τα παιδιά του fin de siècle είναι ταυτόχρονα για την κοινωνία και το κράτος όχι απλώς οι μελλοντικοί πολίτες, αλλά και οι μελλοντικοί στρατιώτες. Κάτι που μοιράζονται αυτά τα παιδιά – ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης – είναι τα παιχνίδια με τα οποία παίζουν. Οπως αναδεικνύει η συγγραφέας, στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1890 καθιερώθηκαν οι παιδιές στα αναλυτικά προγράμματα των σχολείων, όπου υπήρχαν και παιχνίδια ξεκάθαρα επηρεασμένα από τον πόλεμο («πολιορκίες», «έφοδοι»).
Αυτά προετοίμαζαν τόσο σωματικά όσο και ψυχικά τα παιδιά για τον πόλεμο. Οι πτυχές αυτές της εκπαίδευσης αποτελούν ένα συστατικό μιας πολεμικής κουλτούρας που διαμορφώνεται αυτή την περίοδο και προετοιμάζει την ελληνική κοινωνία για την όποια επικείμενη σύγκρουση και απώτερο στόχο την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας. Εντός αυτού του πλαισίου αθλητικά σωματεία αλλά και οργανώσεις, όπως οι πρόσκοποι, βρίσκονται σε «εγρήγορση» διαμορφώνοντας τον μελλοντικό στρατιώτη.
Η συγκρότηση του ιδεολογικού μηχανισμού των παιχνιδιών δοκιμάστηκε εμπράκτως την πολεμική δεκαετία 1912-1922. Τα παιδιά των δεκαετιών του 1880 και 1890 αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του στρατού που ανέλαβε την εθνική εξόρμηση του 1912-1922. Τα παιχνίδια και οι διάφοροι μηχανισμοί γύρω από αυτά συνέδραμαν ποικιλοτρόπως στην πολεμική προσπάθεια.
Για παράδειγμα, πέραν της διανομής παιχνιδιών στις οικογένειες των επιστράτων ώστε να ενισχυθεί η πολεμική θέληση, η οποία παρουσιάζεται στο βιβλίο, κινητοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας συνδράμοντας στον Ελληνικό Στρατό τόσο αθλητικά σωματεία (για παράδειγμα, Γιώργος Αγγελάκης, Απόλλων Σμύρνης. Η ιστορία του συλλόγου 1891-1922, εκδ. Μπαλτά, 2025) όσο και οργανώσεις προσκόπων (βλ. το άρθρο του Χαράλαμπου Μηνασίδη στον τόμο Ελληνες στρατιώτες και Μικρασιατική Εκστρατεία. Πτυχές μιας οδυνηρής εμπειρίας, σε επιμέλεια Δημήτρη Καμούζη, Αλέξανδρου Μακρή και Χαράλαμπου Μηνασίδη, εκδ. Εστία, 2022).
Ο μεσοπολεμικός επίλογος αυτής της διαδικασίας ήταν η στιγμή που το μολυβένιο στρατιωτάκι «αρνείται να πολεμήσει» και ξαναμπαίνει στο κουτί του. Αυτή η συμβολική πράξη εκφράζει την «πολιτιστική αποστράτευση» μιας κοινωνίας, δηλαδή την απαγκίστρωση από τις νοοτροπίες που κινητοποιούσαν τους στρατιώτες να πολεμούν και την κοινωνία εν γένει να στηρίζει την ολοκληρωτική πολεμική προσπάθεια (βλ. το άρθρο του Τζον Χορν «Demobilizing the Mind: France and the Legacy of the Great War, 1919-1939» στο French History and Civilization, 2, 2009).
Το βιβλίο Πολεμικά παιχνίδι & εθνικές ιδέες στις αρχές του 20ού αιώνα αποτελεί λοιπόν καινοτόμα προσέγγιση σε μια ιστοριογραφικά παραγκωνισμένη διάσταση τόσο της εκπαίδευσης όσο και της κοινωνικής ιστορίας του πολέμου στη χώρα μας.
Ο κ. Αλέξανδρος Μακρής είναι διδάκτορας Ιστορίας, διδάσκων Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.
