Στο κατώφλι νέων προσφυγικών πιέσεων

Πέρα από τα αφηγήματα «φόβου» για νέες εισροές, ποιοι μηχανισμοί και ποιες πολιτικές υπάρχουν σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη διαχείριση μιας ενδεχόμενης αύξησης προσφυγικών ροών;

Στο κατώφλι νέων προσφυγικών πιέσεων

Οι εξελίξεις στο Ιράν και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή φέρνουν ξανά στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής δημόσιας συζήτησης το ζήτημα των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη που ενδέχεται να προκύψουν σε περίπτωση μιας εκτεταμένης σύρραξης στην περιοχή. Η επανεμφάνιση αυτή λαμβάνει χώρα κυρίως μέσα από όρους συναισθηματικής πόλωσης. Δηλώσεις για τον κίνδυνο «ανεξέλεγκτης μετανάστευσης» όπως εκείνη του γερμανού καγκελάριου την περασμένη εβδομάδα, αλλά και συζητήσεις στην ελληνική δημόσια σφαίρα για ενδεχόμενη ριζοσπαστικοποίηση μουσουλμανικών ομάδων που ήδη ζουν στη χώρα, υποδεικνύουν την τρέχουσα ιεράρχηση των αξιών που έρχονται σε ένταση όταν τίθεται το ζήτημα της μετανάστευσης.

Ενώ λοιπόν οι παρεμβάσεις αυτές αναδεικνύουν μια σημαντική διάσταση του ζητήματος, αφήνουν στο περιθώριο την ανθρωπιστική διάσταση του φαινομένου, η οποία, εφόσον προκύψουν προσφυγικές ροές, θα βρεθεί αναπόφευκτα στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Χωρίς αμφιβολία, ενδεχόμενες προσφυγικές ροές από το Ιράν, μια χώρα με πληθυσμό περίπου 93 εκατομμυρίων κατοίκων και περίπου τρία εκατομμύρια αφγανούς πρόσφυγες, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σημαντικές πιέσεις στις μεταναστευτικές διαδρομές προς την Ευρώπη.

Η κρίσιμη λοιπόν ερώτηση είναι πώς θα ανταποκριθεί η Ευρωπαϊκή Ενωση σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Πέρα από τα αφηγήματα «φόβου» για νέες εισροές, ποιοι μηχανισμοί και ποιες πολιτικές υπάρχουν σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη διαχείριση μιας ενδεχόμενης αύξησης προσφυγικών ροών; Σε ποιον βαθμό οι εμπειρίες των προηγούμενων κρίσεων, και συγκεκριμένα αυτή του 2015, έχουν πράγματι μεταφραστεί σε αποτελεσματικές δομές υποδοχής και διαχείρισης ενός αντίστοιχου νέου κύματος;

Η εμπειρία της προσφυγικής κρίσης του 2015 ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η διαχείριση μεταναστευτικών ροών δεν είναι μόνο ζήτημα ευρωπαϊκής πολιτικής και κρατικών μηχανισμών. Τέτοιες πιέσεις προκειμένου να αποφευχθούν ανθρωπιστικές τραγωδίες αλλά και να υπάρξει διαχείριση του φαινομένου στο πεδίο απαιτούν επίσης τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Αυτές καλούνται να συμβάλουν τόσο στην υποστήριξη όσο και στην προσαρμογή στις κοινωνικές και διοικητικές προκλήσεις που δημιουργεί ένα τέτοιο φαινόμενο. Παρά την εμπειρία του 2015, πολλά από τα μαθήματα εκείνης της περιόδου δεν έχουν ενσωματωθεί στην πολιτική διαχείριση για ενδεχόμενες προσφυγικές πιέσεις.

Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι οι κοινωνίες υποδοχής, εκείνες δηλαδή που βρέθηκαν τότε στην «πρώτη γραμμή» και λόγω γεωγραφικής θέσης πιθανότατα θα βρεθούν ξανά σε αντίστοιχη θέση, δεν έχουν στηριχθεί συστηματικά. Κι έτσι, το κοινωνικό κεφάλαιο και η κοινωνική συνοχή που αναδύθηκαν αρχικά, έδειξαν στη συνέχεια σημάδια σημαντικής αποδυνάμωσης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η Ευρώπη διαθέτει θεσμικούς μηχανισμούς για την αντιμετώπιση νέων αυξημένων προσφυγικών ροών, αλλά και εάν οι κοινωνίες που θα κληθούν να τη διαχειριστούν έχουν λάβει την απαραίτητη θεσμική στήριξη ώστε να παραμείνουν κοινωνικά ανθεκτικές.

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα έπρεπε να βρίσκονται στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου και στον πυρήνα της πολιτικής προετοιμασίας για τις πιέσεις που ενδέχεται να ακολουθήσουν. Μόνο έτσι μια νέα προσφυγική πίεση δεν θα μετατραπεί ξανά σε «κρίση».

Η κυρία Φροσύνη Χαριτοπούλου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version