Η πανδημία λόγω της COVID-19 ανέδειξε ακόμη περισσότερο τα επαγγελματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νοσηλευτές τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα. Προβλήματα όπως η επαγγελματική εξουθένωση, η μειωμένη εργασιακή δέσμευση, η νοσηλευτική υποστελέχωση, ο υπερβολικός φόρτος εργασίας και η μειωμένη επαγγελματική ικανοποίηση υποδαυλίζουν το νοσηλευτικό επάγγελμα και κατ’ επέκταση την παρεχόμενη φροντίδα υγείας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα, αμέσως μετά τη λήξη της πανδημίας, ανέδειξαν ότι το 69,3% των νοσηλευτών βιώνουν υψηλό επίπεδο επαγγελματικής εξουθένωσης, το 61% βιώνουν χαμηλό επίπεδο επαγγελματικής ικανοποίησης και το 47,2% σκέφτονται να εγκαταλείψουν την εργασία τους.
Σ’ αυτό το πλαίσιο αναδύθηκε και ένα νέο φαινόμενο, της «σιωπηρής αποχώρησης» ή, διαφορετικά, της «σιωπηρής παραίτησης» (quiet quitting) από την εργασία που αναφέρεται στο γεγονός ότι οι νοσηλευτές δεν παραιτούνται από την εργασία τους, αλλά καλύπτουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της εργασίας τους, έτσι ώστε να μην απολυθούν, χωρίς να προσφέρουν κάτι πρόσθετο, καθώς πλέον νιώθουν εξουθενωμένοι, απογοητευμένοι και αποξενωμένοι από την εργασία τους. Ουσιαστικά, η «σιωπηρή αποχώρηση» είναι μια αντίδραση των νοσηλευτών στο πιεστικό και μη δημιουργικό εργασιακό περιβάλλον που διαμορφώνεται σε αρκετές περιπτώσεις. Με τον τρόπο αυτόν, οι νοσηλευτές προσπαθούν να ανταποκριθούν στο ολοένα και πιο απαιτητικό εργασιακό περιβάλλον βρίσκοντας την κατάλληλη ισορροπία με την προσωπική και την επαγγελματική τους υγεία. Ο επιπολασμός της «σιωπηρής αποχώρησης» στους νοσηλευτές στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά υψηλός, φθάνοντας το 67,4%, ενώ διεθνώς κυμαίνεται μεταξύ 60%-74%. Ο αυξημένος φόρτος εργασίας, οι κακές εργασιακές συνθήκες και η έλλειψη καινοτομίας στον εργασιακό χώρο αυξάνουν σημαντικά το φαινόμενο της «σιωπηρής αποχώρησης» μεταξύ των νοσηλευτών. Η «σιωπηρή αποχώρηση» χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, καθώς αποτελεί το τελευταίο βήμα πριν οι νοσηλευτές εγκαταλείψουν οριστικά την εργασία τους, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από πρόσφατη μελέτη στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερη αναφορά, εξάλλου, πρέπει να γίνει και στα ζητήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζουν οι νοσηλευτές και τα οποία έγιναν ακόμη πιο έντονα λόγω της πανδημίας. Η βιβλιογραφία φανερώνει ότι το άγχος, η κατάθλιψη και οι διαταραχές ύπνου αυξήθηκαν στους νοσηλευτές κατά τη διάρκεια της πανδημίας και παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Πιο συγκεκριμένα, ο επιπολασμός της κατάθλιψης στους νοσηλευτές παγκοσμίως είναι 45%, ο επιπολασμός του άγχους είναι 43% και ο επιπολασμός των διαταραχών ύπνου είναι 42%. Σε γενικές γραμμές, τα προβλήματα ψυχικής υγείας είναι τρεις φορές συχνότερα στους νοσηλευτές σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Μελέτες και στην Ελλάδα δείχνουν το 38% των νοσηλευτών να έχουν συμπτωματολογία έντονου άγχους και το 36% να έχουν συμπτωματολογία κατάθλιψης αναδεικνύοντας την ανάγκη ψυχικής ενδυνάμωσης των νοσηλευτών.
*Του Πέτρου Γαλάνη, RN, MPH, PhD, Αναπληρωτή Καθηγητή Τμήματος Νοσηλευτικής Πανεπιστημίου Αθηνών
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο Πανεπιστήμιο Αθηνών του ΕΚΠΑ που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 31 Μαΐου 2026.
