Τίτλοι τέλους φαίνεται πως πέφτουν σε μία από τις πιο γνωστές υποθέσεις εξαφάνισης παιδιού στην Ευρώπη. Η Αστυνομία του South Yorkshire ενημέρωσε τη μητέρα του μικρού Ben Needham ότι δεν πρόκειται να συνεχίσει ενεργά τις έρευνες για την εξαφάνισή του στην Κω, μεταφέροντας πλέον την ευθύνη στις ελληνικές αρχές.
Οι βρετανικές αρχές ξεκαθάρισαν ότι δεν υπάρχει λόγος να συνεχιστεί η χρηματοδότηση των ερευνών. Η θέση τους παραμένει σταθερή εδώ και μια δεκαετία: γνωρίζουν την απάντηση. Πιστεύουν ακράδαντα ότι το παιδί έχασε τη ζωή του την ίδια ημέρα που εξαφανίστηκε.
Μέχρι το 2007, όταν η Ευρώπη συγκλονίστηκε από την υπόθεση της Μαντλίν Μακκάν, η εξαφάνιση του Μπεν Νίνταμ αποτελούσε το πιο γνωστό, σκοτεινό και μακροχρόνιο μυστήριο εξαφάνισης παιδιού στη Μεγάλη Βρετανία και την Ευρώπη. Για δεκαετίες, η φωτογραφία του ξανθού αγοριού με τα γαλανά μάτια βρισκόταν παντού: σε τηλεοπτικές εκπομπές, αφίσες, πρωτοσέλιδα, αεροδρόμια και αστυνομικά δελτία.
Το μοιραίο καλοκαίρι στην Κω
Η ιστορία ξεκινά τον Ιούλιο του 1991. Η Κέρι Νίνταμ, μια νεαρή μητέρα από το Σέφιλντ της Αγγλίας, αποφάσισε να μετακομίσει με τον 21 μηνών γιο της, Μπεν, στο ελληνικό νησί της Κω. Εκεί ζούσαν ήδη οι γονείς της, αναζητώντας μια νέα, πιο ήρεμη ζωή κάτω από τον μεσογειακό ήλιο.
Στις 24 Ιουλίου 1991, ο χρόνος σταμάτησε. Η Κέρι είχε πάει για δουλειά σε ένα τοπικό ξενοδοχείο, ενώ ο μικρός Μπεν βρισκόταν υπό την επίβλεψη των παππούδων του. Βρίσκονταν σε ένα απομονωμένο, υπό ανακαίνιση αγροτόσπιτο στην περιοχή Ηρακλής της Κω. Ο ξανθός, γαλανομάτης μπόμπιρας έπαιζε στην αυλή, μπαινοβγαίνοντας στο σπίτι.
Γύρω στις 14:30 το μεσημέρι, οι παππούδες συνειδητοποίησαν ότι επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Ο Μπεν είχε κάνει μερικά βήματα έξω από την περίμετρο της αυλής. Μέσα σε λίγα λεπτά, είχε εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος.
Αρχικά πίστεψαν πως είχε απομακρυνθεί μόνος του ή ότι τον είχε πάρει μαζί του ο μεγαλύτερος αδελφός του με το μηχανάκι. Όταν όμως άρχισαν να ψάχνουν στην περιοχή και δεν έβρισκαν κανένα ίχνος του, ειδοποίησαν την αστυνομία.
Οι πρώτες ώρες αποδείχθηκαν καθοριστικές και ίσως μοιραίες.
Τα λάθη των πρώτων ερευνών
Η οικογένεια υποστήριξε αργότερα ότι οι ελληνικές αρχές αντιμετώπισαν αρχικά τους ίδιους ως υπόπτους, γεγονός που καθυστέρησε κρίσιμες κινήσεις, όπως η ενημέρωση αεροδρομίων και λιμανιών. Μέχρι να ξεκινήσει οργανωμένη επιχείρηση αναζήτησης, είχε ήδη χαθεί πολύτιμος χρόνος.
Στην έρευνα συμμετείχαν τελικά η Ελληνική Αστυνομία, η Πυροσβεστική και ο στρατός. Χτενίστηκαν χωράφια, πηγάδια και απομακρυσμένες περιοχές του νησιού. Παρ’ όλα αυτά, δεν βρέθηκε ποτέ κανένα ίχνος του παιδιού. Σύντομα επικράτησε το σενάριο της απαγωγής.
Οι θεωρίες

Τότε είναι που γεννιέται η πρώτη μεγάλη θεωρία, αυτή της οργανωμένης απαγωγής, η οποία θα στοιχειώσει την οικογένεια για τα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια. Η μητέρα του, Κέρι, πείθεται ότι ο γιος της δεν είναι νεκρός. Η σκέψη ότι ένα παιδί εξαφανίζεται τόσο αστραπιαία χωρίς να αφήσει ίχνος οδηγεί τις έρευνες σε σκοτεινά μονοπάτια: σε κυκλώματα παράνομων υιοθεσιών και εμπορίας παιδιών.
Οι φήμες οργιάζουν ότι ο Μπεν απήχθη από μια οικογένεια Ρομά ή από ξένους τουρίστες που διέφυγαν με σκάφος από το λιμάνι της Κω, με σκοπό να μεγαλώσει σε κάποια γωνιά της Ελλάδας ή της Ευρώπης με άλλη ταυτότητα, χωρίς να μάθει ποτέ ποιος πραγματικά είναι. Οι αναφορές θεάσεων ήταν αμέτρητες. Υπολογίζεται ότι υπήρξαν πάνω από 300 καταγγελίες για παιδιά που έμοιαζαν στον Ben, κυρίως στην Ελλάδα.

Μια χαραμάδα φωτός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 1995. Ο ιδιωτικός ερευνητής Στράτος Μπακιρτζής είχε βρει ένα ξανθό αγόρι, ηλικίας περίπου έξι ετών, που ζούσε με μια οικογένεια τσιγγάνων σε έναν καταυλισμό που βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη. Το παιδί ισχυρίστηκε ότι είχε δοθεί στους Τσιγγάνους, αφού εγκαταλείφθηκε από τους βιολογικούς του γονείς και τη θετή μητέρα του. Ωστόσο, δεν βρέθηκαν αποδεικτικά στοιχειά ότι ήταν ο Μπεν. Πράγματι, αργότερα αποδείχθηκε ότι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού βρισκόταν στη φυλακή και είχε δώσει ο ίδιος την επιμέλεια στην οικογένεια των Τσιγγάνων για όσο εκείνος εξέτιε την ποινή του.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια χωρίς απαντήσεις, η υπόθεση παρέμενε ζωντανή στη βρετανική κοινή γνώμη. Το 2003, η Μητροπολιτική Αστυνομία δημιούργησε ψηφιακή εικόνα του πώς θα μπορούσε να μοιάζει ο Μπεν ως έφηβος, χρησιμοποιώντας τεχνικές εξέλιξης ηλικίας. Αντίστοιχη εικόνα δόθηκε ξανά στη δημοσιότητα το 2007. Οι φωτογραφίες αυτές αναπαράχθηκαν μαζικά από τα βρετανικά και τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, διατηρώντας την υπόθεση στην επικαιρότητα για περισσότερο από μία δεκαετία.
Ένα καλά κρυμμένο μυστικό κάτω από τη γη της Κω
Η μεγάλη, ανατριχιαστική ανατροπή έρχεται το 2016, όταν το σκηνικό μεταφέρεται ξανά εκεί όπου ξεκίνησαν όλα: στο αγροτόσπιτο της Κω. Ένας ντόπιος μάρτυρας αποφασίζει να μιλήσει, σπάζοντας μια σιωπή δεκαετιών. Αποκαλύπτει ότι την ημέρα της εξαφάνισης, ένας ντόπιος χειριστής βαρέων χωματουργικών μηχανημάτων, ο Κωνσταντίνος Μπάρκας, εκτελούσε εργασίες με έναν τεράστιο εκσκαφέα ακριβώς δίπλα στο σημείο που έπαιζε ο Μπεν.
Η θεωρία αυτή, που υιοθετείται αμέσως από τη βρετανική αστυνομία, περιγράφει ένα τραγικό, στιγμιαίο δυστύχημα. Ο χειριστής, τυφλωμένος από τον όγκο του μηχανήματος και τον θόρυβο, δεν είδε το μικρό παιδί. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, ο πανικός τον κυρίευσε. Αντί να καλέσει βοήθεια, πήρε τη μοιραία απόφαση να κρύψει το άψυχο σώμα του Μπεν και το μετέφερε μαζί με τόνους μπάζα και χωμάτων σε μια κοντινή, πρόχειρη χωματερή, θάβοντας την αλήθεια κάτω από το έδαφος. Ο Μπάρκας παίρνει το μυστικό στον τάφο του όταν πεθαίνει το 2015, όμως η μαρτυρία ανοίγει τον δρόμο για τις μεγάλες ανασκαφές των Βρετανών ντετέκτιβ.
Στο σημείο της ανασκαφής, η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Οι αστυνομικοί κοσκινίζουν το χώμα με τα χέρια. Και τότε, η γη επιστρέφει δύο απομεινάρια του παρελθόντος: ένα μικρό πλαστικό αυτοκινητάκι και ένα φθαρμένο δερμάτινο σανδάλι. Η οικογένεια παγώνει, καθώς αναγνωρίζει τα αντικείμενα που κρατούσε και φορούσε ο Μπεν εκείνο το μοιραίο μεσημέρι. Όταν οι εργαστηριακές αναλύσεις δείχνουν ίχνη ανθρώπινης αποσύνθεσης πάνω στο παιχνίδι, η South Yorkshire Police καταλήγει στο οριστικό της συμπέρασμα.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμίσουμε τη βασική ένσταση της οικογένειας του Μπεν. Το 2017 που βγήκαν τα αποτελέσματα του DNA που εντοπίστηκε πάνω στο παιχνίδι, αποδείχθηκε ότι δεν ανήκε στον Μπεν ή σε κάποιο συγγενικό του πρόσωπο. Παρ' όλα αυτά, η αστυνομία επιμένει ότι η ιστορία τελείωσε εκεί: ο Μπεν πέθανε στην Κω το 1991 από ατύχημα. Η οικογένεια Νίνταμ, δεν είναι και τόσο σίγουρη: «Αν το αίμα δεν ανήκει στον Μπεν, τότε ποιανού είναι;».
Αξίζει να τονιστεί, πάντως, ότι ενώ η εξέλιξη αυτή συνέβη μία δεκαετία πριν, και ίσως να βάζει τέλος στο μυστήριο της εξαφάνισης, τα ελληνικά και ξένα μίντια δεν την προέβαλαν τόσο έντονα όσο τη θεωρία της απαγωγής του από Ρομά. Για αιώνες στην Ευρώπη, υπήρχε ο αστικός μύθος ότι οι Ρομά «κλέβουν ξανθά παιδιά». Όταν εξαφανίστηκε ο Μπεν, τα ΜΜΕ δεν χρειάστηκε να ψάξουν για αποδείξεις· απλώς πάτησαν πάνω σε μια ήδη υπάρχουσα, ρατσιστική προκατάληψη.
Όταν το 2016 η βρετανική αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμα του ατυχήματος, η είδηση δεν έλαβε ούτε το ένα δέκατο της δημοσιότητας που είχαν λάβει οι υποτιθέμενες «θεάσεις του Μπεν σε καταυλισμούς». Η αλήθεια ήταν θλιβερή, σκοτεινή και δεν άφηνε περιθώρια για τηλεοπτικό θέαμα. Τα μίντια προτίμησαν να συντηρούν για χρόνια έναν ρατσιστικό μύθο παρά να παραδεχτούν ότι η απάντηση βρισκόταν θαμμένη λίγα μέτρα μακριά από εκεί που ξεκίνησαν όλα.
Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με τη μικρή Μαρία από τα Φάρσαλα το 2013. Η είδηση πως ένα κατάξανθο κορίτσι είχε βρεθεί σε μια οικογένεια τσιγγάνων, έκανε αμέσως τον γύρο του κόσμου. Όλοι έψαχναν να βρουν τους πραγματικούς γονείς του «ξανθού αγγέλου». Τελικά, έπειτα από τεστ DNA αποδείχθηκε ότι το κορίτσι ήταν 100% Ρομά. Άλλη μια είδηση που δε μεταδόθηκε με την ίδια θέρμη.
Σήμερα, με την επίσημη ανακοίνωση ότι η βρετανική έρευνα κλείνει οριστικά την υπόθεση του μικρού Μπεν, ο κύκλος της αναζήτησης για το Λονδίνο σφραγίζεται. Όμως για την οικογένεια Νίνταμ, το τέλος αυτό μοιάζει με μισή αλήθεια. Χωρίς τον εντοπισμό των λειψάνων του παιδιού, η ιστορία παραμένει μετέωρη, εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επίσημες εκτιμήσεις των αρχών και την αέναη ανάγκη μιας μητέρας να θάψει το παιδί της.
