ΤΟ ΒΗΜΑ logo

12 «διαμάντια» του περσικού κινηματογράφου που σκιαγραφούν την ιρανική κοινωνία

12 «διαμάντια» του περσικού κινηματογράφου που σκιαγραφούν την ιρανική κοινωνία 1
Close-Up (1990) του Abbas Kiarostami

Ο ιρανικός κινηματογράφος έχει αποτυπώσει με σπάνια λεπτότητα και διεισδυτική ευαισθησία την καθημερινή εμπειρία μιας κοινωνίας η οποία επί δεκαετίες διαβιοί υπό το βάρος της κρατικής καταστολής, των πολιτικών αντιπαραθέσεων και των σύνθετων ηθικών δοκιμασιών.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Η ιστορία του Ιράν μοιάζει συχνά με μια αλυσίδα από υποσχέσεις ελευθερίας που καταλήγουν σε νέες μορφές καταστολής. Στον 20ό αιώνα, η χώρα πέρασε από τη μοναρχική αυταρχικότητα του Σάχη σε ένα θεοκρατικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Ο Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί προωθούσε την εικόνα ενός εκσυγχρονισμένου κράτους, όμως η πραγματικότητα για μεγάλο μέρος της κοινωνίας ήταν διαφορετική: φυλακίσεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων από τη μυστική αστυνομία SAVAK, με στόχο κυρίως δημοκρατικούς ακτιβιστές, σοσιαλιστές, κομμουνιστές και κάθε μορφή αντιπολίτευσης. Η επανάσταση που ακολούθησε γεννήθηκε ως εξέγερση απέναντι σε αυτή την καταπίεση, όμως το νέο καθεστώς δεν άργησε να εγκαθιδρύσει το δικό του αδίστακτο σύστημα επιτήρησης, ασφυκτικού ελέγχου και λογοκρισίας.

Σήμερα, καθώς το Ιράν βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο διεθνών εντάσεων και στρατιωτικών συγκρούσεων - με τις πρόσφατες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ να εντείνουν τον φόβο μιας ευρύτερης σύρραξης- η κατανόηση της χώρας απαιτεί κάτι βαθύτερο από γεωπολιτικές αναλύσεις. Ο ιρανικός κινηματογράφος, περισσότερο ίσως από οιανδήποτε άλλη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, έχει αποτυπώσει με σπάνια λεπτότητα και διεισδυτική ευαισθησία την καθημερινή εμπειρία μιας κοινωνίας η οποία επί δεκαετίες διαβιοί υπό το βάρος της κρατικής καταστολής, των πολιτικών αντιπαραθέσεων και των σύνθετων προσωπικών ηθικών δοκιμασιών.

Η ιστορία του ιρανικού κινηματογράφου εκτείνεται σε περισσότερο από έναν αιώνα και αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα κεφάλαια της παγκόσμιας κινηματογραφικής τέχνης. Σε αντίθεση με πολλές άλλες εθνικές κινηματογραφίες, αναπτύχθηκε υπό αυστηρούς οικονομικούς περιορισμούς και κάτω από έντονη κρατική λογοκρισία. Παρ’ όλα αυτά, οι Ιρανοί δημιουργοί δεν σταμάτησαν να αναζητούν νέες μορφές έκφρασης. Αντί για θεαματικές παραγωγές, στράφηκαν στη λιτότητα, στον συμβολισμό και σε βαθιά ανθρώπινες ιστορίες. Εστιάζοντας στην καθημερινότητα, στους ηθικούς διχασμούς και στη δύναμη της σιωπής, η ιρανική κινηματογραφία κατόρθωσε να αποκτήσει παγκόσμια απήχηση.

Σε ένα περιβάλλον έντονης επιτήρησης, πολλοί δημιουργοί χρησιμοποίησαν την αλληγορία και τη μεταφορά για να πουν όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν ανοιχτά. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς ο ιρανικός κινηματογράφος παραμένει ένας από τους πιο ανθεκτικούς και διακριτούς καλλιτεχνικούς λόγους στον παγκόσμιο κινηματογράφο, με συνεχή παρουσία και διακρίσεις στα μεγαλύτερα διεθνή φεστιβάλ.

Μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες αυτής της παράδοσης λειτουργούν σήμερα και ως ένας ιδιότυπος καθρέφτης της ιρανικής κοινωνίας.

It Was Just an Accident

Το It Was Just an Accident (2025) του Jafar Panahi είναι ένα πολιτικό θρίλερ που γεννήθηκε μέσα από την ίδια την εμπειρία της καταστολής. Η ταινία, μια συμπαραγωγή Ιράν, Γαλλίας και Λουξεμβούργου, ακολουθεί μια ομάδα πρώην πολιτικών κρατουμένων που έρχονται αντιμέτωποι με ένα σοβαρό ηθικό δίλημμα: αν πρέπει να εκδικηθούν τον βασανιστή τους. Ο Panahi, γνωστός για την ανοιχτή κριτική του προς το ιρανικό καθεστώς, βρίσκεται εδώ και χρόνια σε σύγκρουση με τις αρχές της χώρας. Το 2010 καταδικάστηκε σε εξαετή ποινή φυλάκισης και σε εικοσαετή απαγόρευση σκηνοθεσίας και ταξιδιών για «προπαγάνδα κατά του συστήματος», ενώ το 2022 φυλακίστηκε εκ νέου και παρέμεινε κρατούμενος για περίπου επτά μήνες έως ότου αφέθηκε ελεύθερος το 2023 ύστερα από απεργία πείνας. Παρά τους περιορισμούς αυτούς, συνέχισε να γυρίζει ταινίες κρυφά στο Ιράν, χωρίς επίσημη κρατική άδεια.

Η ταινία παρουσιάστηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών το 2025 και κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα. Στη συνέχεια έγινε η πρώτη ιρανική ταινία που προτάθηκε στις βασικές κατηγορίες των Χρυσών Σφαιρών, ενώ έλαβε υποψηφιότητες στα φετινά Όσκαρ για Διεθνή Ταινία (εκ μέρους της Γαλλίας) και Πρωτότυπο Σενάριο. Παράλληλα, στα τέλη του 2025 ιρανικό δικαστήριο τον καταδίκασε εκ νέου ερήμην σε έναν χρόνο φυλάκισης και διετή απαγόρευση εξόδου από τη χώρα για «προπαγανδιστικές δραστηριότητες», υπόθεση που βρίσκεται σε διαδικασία έφεσης.

The Seed of the Sacred Fig

Η ίδια αίσθηση κινδύνου και αντίστασης διατρέχει το The Seed of the Sacred Fig (2024) του Mohammad Rasoulof. Η ιδέα της ταινίας γεννήθηκε ενώ ο σκηνοθέτης βρισκόταν στη φυλακή, μετά το ξέσπασμα του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» το 2022 και τον θάνατο της Mahsa Amini. Η ταινία γυρίστηκε κρυφά και συνδυάζει οικογενειακό δράμα με πραγματικά πλάνα από την καταστολή των διαδηλώσεων. Μετά την ολοκλήρωσή της, ο Rasoulof αντιμετώπισε νέα απειλή φυλάκισης και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα.

Στον πυρήνα της ταινίας βρίσκεται η ιστορία ενός ανακριτή του επαναστατικού δικαστηρίου της Τεχεράνης, ο οποίος αρχίζει να υποψιάζεται ακόμη και τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις κλονίζουν την πίστη του στο καθεστώς που υπηρετεί. Όταν το υπηρεσιακό του όπλο εξαφανίζεται μυστηριωδώς μέσα στο σπίτι, η οικογενειακή ζωή μετατρέπεται σε έναν κλειστοφοβικό μικρόκοσμο καχυποψίας. Μέσα από αυτή την ιδιωτική κρίση, ο Rasoulof σκιαγραφεί τη διάβρωση των ανθρώπινων σχέσεων σε μια κοινωνία όπου η εξουσία και η καταστολή εισχωρούν ακόμη και στον πιο οικείο χώρο: την οικογένεια.

No Bears

Στο No Bears (2022), επίσης του Jafar Panahi, ο ίδιος ο σκηνοθέτης εμφανίζεται ως χαρακτήρας: ένας κινηματογραφιστής που από ένα απομονωμένο χωριό κοντά στα σύνορα του Ιράν προσπαθεί να σκηνοθετήσει εξ αποστάσεως μια ταινία που γυρίζεται στην Τουρκία. Η αφήγηση εξελίσσεται παράλληλα σε δύο επίπεδα: από τη μία η ιστορία των Ιρανών μεταναστών που επιχειρούν να διαφύγουν στην Ευρώπη και από την άλλη η καθημερινότητα του ίδιου του σκηνοθέτη στο χωριό, όπου εμπλέκεται άθελά του σε μια τοπική διαμάχη γύρω από μια υποτιθέμενη φωτογραφία που θα μπορούσε να καταστρέψει τη φήμη μιας νεαρής γυναίκας.

Μέσα από αυτή τη διπλή πλοκή, ο Panahi στοχάζεται πάνω στη δύναμη και τα όρια της εικόνας, αλλά και στον μηχανισμό του φόβου που διαμορφώνει τις ανθρώπινες σχέσεις σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο κοινωνικό περιβάλλον. Ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει σε έναν τοπικό μύθο για «αρκούδες» που υποτίθεται ότι παραμονεύουν έξω από το χωριό· ένας φόβος που τελικά αποδεικνύεται περισσότερο συμβολικός παρά πραγματικός, λειτουργώντας ως μεταφορά για τις αόρατες αλλά πανταχού παρούσες μορφές κοινωνικού ελέγχου. Η ταινία, με έντονα κριτικό τόνο απέναντι στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες του Ιράν, απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Hit the Road

Μια διαφορετική αλλά εξίσου αποκαλυπτική ματιά δίνει το Hit the Road (2021) του Panah Panahi. Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο σκηνοθέτης αφηγείται το ταξίδι μιας ιρανικής οικογένειας που οδηγεί προς τα σύνορα με την Τουρκία για να φυγαδεύσει τον μεγαλύτερο γιο της από τη χώρα. Ο πατέρας, (Hassan Madjooni), ένας άνδρας με σπασμένο πόδι και σαρκαστικό χιούμορ, συχνά δεν λαμβάνεται σοβαρά από την οικογένειά του. Η μητέρα (Pantea Panahiha) προσπαθεί να κρατήσει το κλίμα ανάλαφρο με τραγούδια και αστεία, ενώ ο μικρός γιος (Rayan Sarlak) αγνοεί τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού. Ο μεγαλύτερος γιος, Farid (Amin Simiar), αντιμετωπίζει τη δική του αβεβαιότητα και εσωτερικευμένο θυμό, γνωρίζοντας ότι κατευθύνεται προς ένα άγνωστο μέλλον. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο παράλληλο τμήμα των Καννών Directors’ Fortnight και κέρδισε σημαντικά βραβεία στο BFI London Film Festival και στο Singapore International Film Festival.

Fish & Cat

Το Fish & Cat (2013) του Shahram Mokri ξεχωρίζει για την τολμηρή κινηματογραφική του μορφή. Η ιστορία ακολουθεί μια ομάδα φοιτητών που συγκεντρώνονται δίπλα σε μια λίμνη για έναν διαγωνισμό χαρταετών. Η ταινία γυρίστηκε σε ένα μόνο συνεχόμενο πλάνο διάρκειας περίπου 135 λεπτών, με μη γραμμική αφήγηση που δημιουργεί την αίσθηση ενός φαύλου κύκλου, όπου παρελθόν και παρόν αλληλοεπικαλύπτονται.

Το Fish & Cat είναι εμπνευσμένο από ένα πραγματικό περιστατικό που συγκλόνισε το Ιράν στα τέλη της δεκαετίας του 1990: την υπόθεση ενός εστιατορίου στην επαρχία Μαζανταράν, του οποίου οι ιδιοκτήτες κατηγορήθηκαν ότι είχαν δολοφονήσει ταξιδιώτες και χρησιμοποιούσαν ανθρώπινο κρέας στο φαγητό που σέρβιραν (αν η ιστορία σας θυμίζει κάτι, είχε γίνει επεισόδιο στη 10η Εντολή). Ο Mokri δεν αναπαριστά άμεσα το γεγονός, αλλά το μετατρέπει σε μια υπαινικτική ιστορία τρόμου, όπου η απειλή παραμένει κυρίως εκτός κάδρου. Η ταινία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας, όπου ξεχώρισε για την πρωτοτυπία της σκηνοθεσίας και τη δεξιοτεχνία του μονοπλάνου.

A Separation

Ο Asghar Farhadi κατόρθωσε να μεταφέρει τις λεπτές κοινωνικές εντάσεις του Ιράν στο παγκόσμιο κοινό με αξιοσημείωτη δραματουργική ακρίβεια. Στην ταινία A Separation (2011), μια φαινομενικά ιδιωτική σύγκρουση -ένα ζευγάρι που βρίσκεται στα πρόθυρα διαζυγίου- μετατρέπεται σταδιακά σε μια αλυσιδωτή σειρά ηθικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων. Όταν ο σύζυγος αποφασίζει να μείνει στη χώρα για να φροντίσει τον ηλικιωμένο πατέρα του που πάσχει από άνοια και η σύζυγος επιθυμεί να φύγει στο εξωτερικό με την κόρη τους, μια σειρά γεγονότων που αρχίζουν από μια απλή παρεξήγηση οδηγεί σε δικαστική διαμάχη και εμπλέκει μια εργαζόμενη από χαμηλότερη κοινωνική τάξη και τη θρησκευόμενη οικογένειά της.

Ο Farhadi υφαίνει έτσι ένα πολυεπίπεδο δράμα γύρω από την έννοια της αλήθειας, της ευθύνης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπου καμία πλευρά δεν παρουσιάζεται απολύτως αθώα ή ένοχη. Μέσα από τις συγκρούσεις ανάμεσα σε τάξεις, φύλα και ηθικούς κώδικες, η ταινία αποτυπώνει τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην παράδοση, τον νόμο και τις προσωπικές επιλογές. Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας και θεωρείται μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του σύγχρονου ιρανικού κινηματογράφου.

About Elly

Λίγα χρόνια νωρίτερα, στο About Elly (2009), ο ίδιος σκηνοθέτης αφηγείται την εξαφάνιση μιας νεαρής δασκάλας κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής φίλων στη βόρεια ακτή του Ιράν. Μια παρέα μεσοαστών από την Τεχεράνη ταξιδεύει για ένα Σαββατοκύριακο δίπλα στη θάλασσα και προσκαλεί την Elly, μια ντροπαλή δασκάλα νηπιαγωγείου, με σκοπό να τη γνωρίσουν σε έναν πρόσφατα χωρισμένο φίλο τους. Όταν η νεαρή γυναίκα εξαφανίζεται ξαφνικά, η αρχική ανησυχία μετατρέπεται σταδιακά σε αμηχανία, φόβο και αλληλοκατηγορίες.

Η εξαφάνιση λειτουργεί ως καταλύτης που φέρνει στην επιφάνεια ψέματα, μικρές παραλείψεις και κοινωνικές συμβάσεις τις οποίες οι χαρακτήρες είχαν μέχρι τότε αποδεχθεί σιωπηρά. Με τη χαρακτηριστική του οικονομία μέσων, ο Farhadi μετατρέπει ένα απλό περιστατικό σε ένα διεισδυτικό πορτρέτο της συλλογικής ευθύνης, των άγραφων κοινωνικών κανόνων και της πίεσης που ασκεί η έννοια της «τιμής» στις ανθρώπινες σχέσεις. Για τη σκηνοθεσία του τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Persepolis

Η ιστορική μνήμη της επανάστασης και της κοινωνικής καταπίεσης αποκτά ιδιαίτερη ένταση στο Persepolis (2007), την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου γραφικού μυθιστορήματος της Marjane Satrapi. Σε ασπρόμαυρο, λιτό αλλά εκφραστικό σχέδιο, η ταινία αφηγείται την ιστορία της ίδιας της δημιουργού από την παιδική της ηλικία στην Τεχεράνη έως την εφηβεία και την εξορία της στην Ευρώπη.

Μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού που μεγαλώνει την εποχή της επανάστασης του 1979, το Persepolis παρακολουθεί τη μετάβαση από τις ελπίδες πολιτικής αλλαγής στην επιβολή ενός αυστηρού θεοκρατικού καθεστώτος, την καταπίεση των γυναικών και την αυστηρή επιτήρηση της καθημερινής ζωής. Η προσωπική διαδρομή της ηρωίδας, ανάμεσα στην οικογενειακή μνήμη, την πολιτική βία και την εμπειρία της μετανάστευσης, μετατρέπεται έτσι σε μια ευρύτερη αφήγηση για την απώλεια, την ταυτότητα και τη διαρκή αναζήτηση ελευθερίας.

Children of Heaven

Το Children of Heaven (1997) του Majid Majidi αφηγείται μια απλή αλλά συγκινητική ιστορία. Όταν ο μικρός Αλί χάνει κατά λάθος τα παπούτσια της αδελφής του, τα δύο παιδιά αποφασίζουν να κρατήσουν το μυστικό από τους γονείς τους, γνωρίζοντας ότι η οικογένεια δεν έχει τα χρήματα για να αγοράσει καινούργια. Έτσι αναγκάζονται να μοιράζονται το ίδιο ζευγάρι παπούτσια για να μπορούν να πηγαίνουν στο σχολείο, οργανώνοντας την καθημερινότητά τους γύρω από αυτή τη μικρή αλλά καθοριστική δυσκολία.

Μέσα από τη διαδρομή των δύο παιδιών στους δρόμους της Τεχεράνης, ο Majidi σκιαγραφεί με τρυφερότητα την εμπειρία της παιδικής ηλικίας σε συνθήκες οικονομικής στενότητας, χωρίς μελοδραματικές υπερβολές. Η φτώχεια παρουσιάζεται ως μέρος της καθημερινότητας, αλλά παράλληλα αναδεικνύονται η αλληλεγγύη, η ευγένεια και η αξιοπρέπεια που επιτρέπουν στους χαρακτήρες να διατηρούν την ανθρωπιά τους. Η ταινία έγινε διεθνής επιτυχία και υπήρξε η πρώτη ιρανική παραγωγή που προτάθηκε για Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας.

Breath

Στο Breath (2016) της Narges Abyar, η ιστορία ακολουθεί τη μικρή Bahar, ένα κορίτσι που ζει μέσα σε βιβλία και λαϊκές ιστορίες. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην πόλη Yazd, στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε μια περίοδο κατά την οποία η καθημερινότητα των ανθρώπων μεταμορφώνεται ριζικά: η πτώση του Σάχη, η άνοδος του Ayatollah Khomeini και, λίγο αργότερα, το ξέσπασμα του πολέμου Ιράν-Ιράκ διαμορφώνουν ένα νέο, αβέβαιο ιστορικό τοπίο.

Η Abyar αφηγείται τα γεγονότα μέσα από την οπτική ενός παιδιού, όπου η πραγματικότητα και η φαντασία συχνά συγχέονται. Οι πολιτικές ανατροπές, οι βομβαρδισμοί και η ατμόσφαιρα φόβου φιλτράρονται μέσα από το βλέμμα της Bahar, η οποία χρησιμοποιεί τη φαντασία ως τρόπο κατανόησης και προστασίας απέναντι στη βία που εισβάλλει στον κόσμο της. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία μετατρέπεται σε ένα τρυφερό αλλά και οδυνηρό χρονικό της παιδικής ηλικίας σε μια εποχή ιστορικών ανατροπών. Το Breath επιλέχθηκε ως η ιρανική υποψηφιότητα για τα Όσκαρ του 2018.

Close-Up

Ένα από τα πιο σημαντικά έργα του ιρανικού κινηματογράφου είναι το Close-Up (1990) του Abbas Kiarostami. Η ιστορία βασίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό: ο Χοσεΐν Σαμπζιάν, ένας άνεργος άνδρας με μεγάλη αγάπη για τον κινηματογράφο, προσποιήθηκε ότι είναι ο διάσημος σκηνοθέτης Mohsen Makhmalbaf και κατάφερε έτσι να εισέλθει στο σπίτι μιας οικογένειας της Τεχεράνης, υποσχόμενος ότι θα τους συμπεριλάβει σε μια μελλοντική ταινία. Όταν η απάτη αποκαλύφθηκε, η υπόθεση οδηγήθηκε στα δικαστήρια.

Ο Kiarostami κινηματογράφησε την ίδια τη δίκη και ζήτησε από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές —τον Σαμπζιάν, την οικογένεια που εξαπατήθηκε και ακόμη και τον ίδιο τον Makhmalbaf— να αναπαραστήσουν τα γεγονότα μπροστά στην κάμερα. Μέσα από αυτή τη σύνθετη κινηματογραφική δομή, η ταινία εξερευνά τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αναπαράσταση, αλλά και τη δύναμη που ασκεί ο κινηματογράφος στη φαντασία και την ταυτότητα των ανθρώπων. Το Close-Up θεωρείται σήμερα ένα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου κινηματογράφου και καθοριστικό παράδειγμα της ιδιαίτερης αισθητικής του Kiarostami.

Still Life

Ακόμη παλαιότερα, το Still Life (1974) του Sohrab Shahid-Saless καταγράφει με υπνωτική λιτότητα την καθημερινότητα ενός ηλικιωμένου σιδηροδρομικού φύλακα, του Mohamad Sardari (Zadour Bonyadi), ο οποίος εργάζεται για περισσότερα από τριάντα χρόνια σε έναν απομονωμένο σταθμό της ιρανικής υπαίθρου. Η ζωή του οργανώνεται γύρω από μια αμετάβλητη ρουτίνα: ανοίγει και κλείνει τη σιδηροδρομική διάβαση για τα τρένα που περνούν, ενώ στο σπίτι η σύζυγός του περνά τις μέρες της υφαίνοντας χαλιά, σε έναν κόσμο που μοιάζει να έχει παγώσει στον χρόνο.

Με ελάχιστους διαλόγους, επαναλαμβανόμενα πλάνα και αργό ρυθμό, ο Shahid-Saless μετατρέπει αυτή τη μονότονη καθημερινότητα σε στοχασμό πάνω στην εργασία, τη φθορά του χρόνου και τη σιωπηλή αποξένωση του ατόμου. Όταν ο Mohamad ενημερώνεται ότι απολύεται —μέσα από ένα γράμμα που του διαβάζει ένας νεαρός, καθώς ο ίδιος δεν γνωρίζει γραφή— γίνεται σαφές ότι η κοινωνία δεν έχει πλέον χώρο για εκείνον. Η απώλεια της δουλειάς ισοδυναμεί με απώλεια ταυτότητας και αξιοπρέπειας, αποκαλύπτοντας τη σκληρή πλευρά της εκσυγχρονιστικής μετάβασης στο Ιράν της εποχής του Σάχη. Η ταινία τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου και παραμένει μία από τις πιο λιτές αλλά βαθιά διεισδυτικές απεικονίσεις της κοινωνικής απομόνωσης στον ιρανικό κινηματογράφο.


Μία νέα αρχή & Γιατί είναι τόσο δύσκολο να κάνουμε φίλους μετά τα 30;

Υπάρχει κάτι βαθιά αυτοαναφορικό στο να ξεκινάς μια νέα συνεργασία μιλώντας για το πόσο δύσκολο είναι να χτίσεις καινούργιες σχέσεις. Κι όμως, αυτό ακριβώς κάνουν η Έλενα Πάκου και η Δέσποινα Δημά στο πρώτο επεισόδιο της νέας εποχής του podcast «Έχεις Δυο Λεπτά», ανοίγοντας την κουβέντα για το παράδοξο της ενήλικης φιλίας.


READ MORE

ΑΠΟΡΡΗΤΟ