Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, χτίζουν τη δική τους ζωή, καριέρα και σχέσεις, απομακρυνόμενα σταδιακά από το οικογενειακό σπίτι. Αυτή η διαδικασία είναι απολύτως φυσιολογική, όμως για πολλούς γονείς συνοδεύεται από συναισθήματα κενού, ανησυχίας ή ακόμα και φόβου ότι χάνουν τη σύνδεση με το παιδί τους.
Μια ιστορία που δημοσιεύτηκε στον βρετανικό Guardian αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη λεπτή ισορροπία. Μια μητέρα περιγράφει ότι ο γιος της, στα τέλη των 20 του, διατηρεί μεν τακτική επαφή μαζί της —μιλούν κάθε εβδομάδα και συναντιούνται περίπου μία φορά τον μήνα— όμως εκείνη αισθάνεται πως με τα χρόνια έχει γίνει πιο συναισθηματικά αποστασιοποιημένος. Ο νεαρός εργάζεται εντατικά και έχει ξεκινήσει πρόσφατα μια νέα σχέση που τον κάνει χαρούμενο, κάτι που όμως δεν αρκεί για να καθησυχάσει πλήρως τη μητέρα του.
Η ίδια παραδέχεται ότι δεν ήθελε εξαρχής να γίνει γονιός, λόγω μιας δύσκολης παιδικής ηλικίας, αλλά όταν πήρε την απόφαση να αποκτήσει παιδί, αφοσιώθηκε πλήρως σε αυτό. Παρότι τόσο εκείνη όσο και ο σύζυγός της τονίζουν ότι αγαπούν τον γιο τους χωρίς όρους, αισθάνονται ανασφάλεια για τον ρόλο που έχουν πλέον στη ζωή του. Κάποια σχόλιά του, όπως ότι θα μπορούσε να ζήσει στο εξωτερικό ή ότι δεν φαντάζεται τον εαυτό του να συγκατοικεί με τη μητέρα του στο μέλλον, έχουν εντείνει αυτή την αίσθηση απόστασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μητέρα αναρωτιέται αν είναι φυσιολογικό να επιθυμεί πιο συχνή επαφή ή αν οι προσδοκίες της είναι υπερβολικές.

Τι λένε οι ειδικοί

Η αρθρογράφος και συγγραφέας Annalisa Barbieri επισημαίνει ότι πίσω από την αφήγηση της μητέρας διακρίνεται έντονη θλίψη και ένα αίσθημα απώλειας, το οποίο —ακόμη και ασυνείδητα— μπορεί να επηρεάζει τη σχέση με τον γιο της. Σύμφωνα με την ίδια, τα παιδιά δεν μπορούν να σηκώνουν το βάρος της συναισθηματικής κάλυψης των γονιών τους. Αντίθετα, το γεγονός ότι ο γιος έχει χτίσει μια ανεξάρτητη ζωή και θέτει όρια θεωρείται ένδειξη υγιούς ανάπτυξης και όχι απομάκρυνσης.
Η Barbieri αναφέρεται επίσης στον κλινικό ψυχολόγο και ψυχαναλυτή Dr. Stephen Blumenthal, ο οποίος εξηγεί ότι γονείς που αρχικά είχαν αμφιβολίες για το αν ήθελαν παιδιά μπορεί αργότερα να αναπτύξουν μια υπερβολικά έντονη συναισθηματική σύνδεση, ως έναν ασυνείδητο τρόπο να αντισταθμίσουν ενοχές ή προηγούμενα συναισθήματα.
Τα παιδιά δεν υπάρχουν για να καλύπτουν συναισθηματικά κενά

Οι ειδικοί τονίζουν με σαφήνεια ότι κανένα παιδί, ακόμα και ως ενήλικας, δεν πρέπει να αισθάνεται ότι είναι η κύρια πηγή ευτυχίας των γονιών του. Όταν ένας γονιός στηρίζει υπερβολικά τη συναισθηματική του ισορροπία στο παιδί, τότε το παιδί μπορεί να βιώνει πίεση, ακόμα κι αν αυτή δεν εκφράζεται άμεσα.
Γι’ αυτό και θεωρείται κρίσιμο οι γονείς να διατηρούν μια πλήρη, ισορροπημένη ζωή: σχέσεις με τον/την σύντροφο, φιλίες, ενδιαφέροντα και δραστηριότητες που τους γεμίζουν, ώστε να μην μεταφέρεται όλο το συναισθηματικό βάρος στη σχέση με το παιδί.
Κάθε οικογένεια είναι διαφορετική: άλλοι μιλούν κάθε μέρα (ακόμη και πολλές φορές την ημέρα) με τους γονείς τους, άλλοι μιλούν κάθε βδομάδα κι άλλοι κάνουν ένα μεγάλο τηλεφώνημα μία- δύο φορές το μήνα. Το σημαντικό είναι κάθε τηλεφώνημα να μη μοιάζει με αγγαρεία αλλά να καλύπτει μια ανάγκη και για τις δύο πλευρές. Ίσως για ένα παιδί που έχει εκφράσει την ενόχλησή του με συχνά τηλεφωνήματα, θα ήταν καλύτερο να βρείτε μια άλλη επιλογή για περισσότερη ισορροπία, ποιότητα και ουσία στην επικοινωνία σας, πχ: ένα αναλυτικότερο εβδομαδιαίο τηλεφώνημα και καθημερινά, σύντομα μηνύματα για θέματα ρουτίνας.

Η ανεξαρτησία ως μορφή υγιούς αγάπης
Σύμφωνα με την Barbieri, ένα από τα σπουδαιότερα «δώρα» ενός γονιού προς το ενήλικο παιδί του είναι να του επιτρέπει να ζει τη ζωή του χωρίς ενοχή και χωρίς συναισθηματικό βάρος. Αυτό δεν σημαίνει ψυχρότητα ή απομάκρυνση, αλλά μια σχέση που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και όχι στην εξάρτηση.
Η ίδια καταλήγει ότι όσο περισσότερο οι γονείς επενδύουν στη δική τους ζωή και ευτυχία, τόσο λιγότερη πίεση αισθάνεται το παιδί και τόσο πιο αυθόρμητα επιλέγει να διατηρεί επαφή μαζί τους. Τελικά, οι πιο σταθερές οικογενειακές σχέσεις δεν χτίζονται πάνω στην υποχρέωση, αλλά στην ελευθερία.
