Όταν γίνεται λόγος για απιστία, οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται αυθόρμητα μια εξωσυζυγική ή εξωσχεσιακή ερωτική επαφή. Για δεκαετίες, η εικόνα της προδοσίας ήταν σχεδόν ταυτισμένη με τη σωματική επαφή ανάμεσα σε έναν σύντροφο και ένα τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο, οι ειδικοί στις διαπροσωπικές σχέσεις επισημαίνουν ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η απιστία δεν ορίζεται με τον ίδιο τρόπο από όλους, ούτε περιορίζεται αποκλειστικά στο σεξ. Σε πολλές περιπτώσεις, η παραβίαση της εμπιστοσύνης μπορεί να συμβεί χωρίς καν να υπάρξει φυσική επαφή.
Αυτό που διαφοροποιεί μια αθώα συμπεριφορά από μια πράξη που βιώνεται ως προδοσία δεν είναι πάντα η ίδια η πράξη, αλλά τα στοιχεία που τη συνοδεύουν. Η μυστικότητα, η απόκρυψη πληροφοριών, τα ψέματα και η δημιουργία μιας σχέσης που κρατιέται σκόπιμα μακριά από τον σύντροφο αποτελούν συχνά τον κοινό παρονομαστή σχεδόν κάθε μορφής απιστίας. Γι’ αυτό και οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν αρκετές διαφορετικές εκδοχές της, ορισμένες από τις οποίες δεν περιλαμβάνουν καν την παρουσία ενός τρίτου προσώπου.
Η σωματική απιστία παραμένει η πιο αναγνωρίσιμη μορφή
Η σωματική ή σεξουαλική απιστία είναι η μορφή που οι περισσότεροι αναγνωρίζουν αμέσως ως προδοσία. Πρόκειται για κάθε είδους ερωτική ή σεξουαλική επαφή με κάποιον εκτός της σχέσης. Ακόμη κι εδώ, όμως, τα όρια δεν είναι πάντα απολύτως ξεκάθαρα. Για κάποιους ανθρώπους, ακόμη και ένα φιλί θεωρείται παραβίαση της συμφωνίας του ζευγαριού. Για άλλους, μεγαλύτερη βαρύτητα έχει η συναισθηματική σύνδεση παρά η καθαρά σωματική επαφή.
Αυτό που έχει σημασία είναι οι προσδοκίες και οι κανόνες που έχουν διαμορφώσει οι δύο σύντροφοι μεταξύ τους. Κάθε σχέση λειτουργεί με τις δικές της συμφωνίες και η αίσθηση της προδοσίας γεννιέται συνήθως όταν αυτές οι συμφωνίες παραβιάζονται.


