Η πρώτη είδηση του 2026 ήταν ότι μια πυρκαγιά στο club Κραν Μοντανά στην Ελβετία την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ξεκίνησε πιθανότατα από βεγγαλικά που ήταν τοποθετημένα πάνω σε μπουκάλια σαμπάνιας. Τα κεριά αυτά, που εκτοξεύουν σπινθήρες προς τα πάνω, φαίνεται πως άναψαν την ηχομονωτική επένδυση αφρού στην οροφή του κλαμπ και ότι το ταβάνι είχε αρπάξει φωτιά. Οι θαμώνες αντί να σωθούν, τραβούσαν βίντεο με τα κινητά τους. 40 νεκροί και πάνω από 100 τραυματίες αλλά και πολλοί αγνοούμενοι ανάμεσά τους και μία 15χρονη Ελληνίδα υπήκοος.
Βεγγαλικά πάνω σε μπουκάλια σαμπάνιας. Αν το έβλεπες σε ταινία, θα έλεγες «υπερβολή». Αν το έβλεπες σε story, θα έβαζες φωτάκια και καρδούλες. Αν το ζεις, καίγεσαι. Κυριολεκτικά. Γιατί κάπως έτσι ξεκινά η σύγχρονη τραγωδία: όχι με σειρήνες, αλλά με σπινθήρες, όχι με πανικό, αλλά με φίλτρα. Η φωτιά δεν ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήρθε σαν special effect. Και αυτό την κάνει ακόμα πιο ανατριχιαστική.
Κεριά που εκτοξεύουν σπινθήρες προς τα πάνω, τοποθετημένα πάνω σε μπουκάλια σαμπάνιας, σε κλειστό χώρο, κάτω από ταβάνι με αφρώδη ηχομόνωση. Ένα κοκτέιλ ηλιθιότητας, αμέλειας και ύβρεως. Δεν χρειάζεται να είσαι μηχανικός, πυροσβέστης ή ειδικός στην ασφάλεια για να καταλάβεις ότι κάτι εδώ πάει στραβά. Αρκεί να έχεις ζήσει σε αυτόν τον πλανήτη τα τελευταία δέκα χρόνια και να ξέρεις ότι τα περισσότερα «εντυπωσιακά» πράγματα καίγονται.
Κάποιοι θα μιλούσαν για «ανθρώπινο λάθος», λες και το ανθρώπινο λάθος δεν είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να προβλέπεις και να αποτρέπεις. Και μετά, σιωπή. Μέχρι το επόμενο.
Κι όμως, όταν άναψε η οροφή, πολλοί δεν έτρεξαν. Δεν φώναξαν. Δεν έσπασαν πόρτες. Τράβηξαν βίντεο. Το ταβάνι καιγόταν κι εκείνοι έψαχναν γωνία. Να φαίνεται καλά η φωτιά, να πιάνει ο ήχος, να μη χαλάσει το κάδρο. Γιατί ζούμε και πεθαίνουμε στο Instagram. Και αν πρόκειται να πεθάνουμε, τουλάχιστον ας είναι σε portrait mode, με καλή ανάλυση.
Σαράντα νεκροί. Πάνω από εκατό τραυματίες. Άνθρωποι που πήγαν να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου και δεν γύρισαν ποτέ σπίτι. Και ανάμεσα στους αγνοούμενους, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, Ελληνίδα υπήκοος. Εκεί κάπου τελειώνει ο σαρκασμός και αρχίζει το στομάχι να σφίγγεται. Όχι μόνο από θλίψη, αλλά από αναγνώριση. Γιατί αυτή η ιστορία δεν μας είναι ξένη. Μας μοιάζει επικίνδυνα οικεία.
Γιατί ας μη γελιόμαστε: αν κάτι τέτοιο συνέβαινε στην Ελλάδα, δεν θα πέφταμε από τα σύννεφα. Θα πέφταμε από τα stories. Θα ακολουθούσε το γνωστό τελετουργικό. Δηλώσεις για «τραγικό δυστύχημα». Υποσχέσεις για «ενδελεχή έρευνα». Κάποιοι θα μιλούσαν για «ανθρώπινο λάθος», λες και το ανθρώπινο λάθος δεν είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να προβλέπεις και να αποτρέπεις. Και μετά, σιωπή. Μέχρι το επόμενο.
Στην Ελλάδα, τα μπαρ-παγίδες δεν είναι εξαίρεση. Είναι κανόνας. Υπόγεια χωρίς αερισμό, έξοδοι κινδύνου που οδηγούν σε αποθήκες, πόρτες κλειδωμένες «για να μη μπαίνει ο καθένας», καλώδια, κεριά, εύφλεκτα υλικά παντού. Και από πάνω, μια σφραγίδα «νόμιμο». Πότε ελέγχθηκε; Από ποιον; Με τι κριτήρια; Κανείς δεν ξέρει, αλλά όλοι κάνουν ότι δεν ρωτούν. Καλύτερα να μη ρωτήσουν, για να μη μάθουν.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα βεγγαλικά. Είναι η νοοτροπία. Είναι η προχειρότητα των χώρων διασκέδασης. Λες και δεν θα γεμίσει με ανθρώπους ο χώρος. Λες και δεν έχει αξία η ανθρώπινη ζωή.
Ζούμε από καθαρή τύχη. Από το ότι εκείνο το βράδυ δεν έσκασε το ποτήρι. Από το ότι το κερί έσβησε μόνο του. Από το ότι δεν φύσηξε αέρας. Από το ότι κάποιος άνοιξε μια πόρτα που κανονικά έπρεπε να είναι ανοιχτή πάντα. Η τύχη είναι ο μόνος μας μηχανισμός ασφαλείας. Όχι οι έλεγχοι, όχι οι κανόνες, όχι η πρόληψη. Η τύχη. Και η τύχη, ως γνωστόν, κάποια στιγμή τελειώνει.
Και τα βεγγαλικά; Αυτά τα αθώα, λαμπερά σύμβολα γιορτής; Στην πραγματικότητα, μικρές φορητές φωτιές. Τα χρησιμοποιούμε σαν να είναι διακοσμητικά, σαν να μην έχουν θερμοκρασία, σαν να μην πετάνε σπινθήρες, σαν να μην μπορούν να σκοτώσουν. Τα βάζουμε σε τούρτες, σε μπουκάλια, σε χέρια παιδιών, σε κλειστούς χώρους. Γιατί δείχνουν ωραία. Γιατί γράφουν καλά στην κάμερα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα βεγγαλικά. Είναι η νοοτροπία. Είναι η προχειρότητα των χώρων διασκέδασης. Λες και δεν θα γεμίσει με ανθρώπους ο χώρος. Λες και δεν έχει αξία η ανθρώπινη ζωή. Μήπως δεν είναι καν για τους ιδιοκτήτες ανθρώπινες ζωές οι θαμώνες στο club τους; Μήπως δεν τους νοιάζει αν είναι τα παιδιά μας; Μήπως η ασφάλεια είναι βαρετή και δεν πουλάει; Μήπως είναι και για μας η ιδέα ότι το θέαμα αξίζει το ρίσκο;
Στο τέλος της ημέρας, δεν μας σκοτώνει μόνο η φωτιά. Μας σκοτώνει η αμέλεια, η επίδειξη με λίγα βεγγαλικά και πυροτεχνήματα, η προχειρότητα ακόμα και στην «πολιτισμένη» Ελβετία αλλά και η βεβαιότητα ότι το πιο σημαντικό πράγμα σε μια κρίση είναι να έχεις σήμα για να ανεβάσεις στόρι.
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει κι ένα κομμάτι ευθύνης που πονάει περισσότερο, γιατί μας αφορά άμεσα: εμείς οι γονείς. Εμείς που αφήνουμε τα παιδιά μας σε τέτοια κλαμπ «να διασκεδάσουν», να γιορτάσουν, να νιώσουν μεγάλοι, χωρίς να περνάει ούτε για μια στιγμή από το μυαλό μας η λέξη «τραγωδία». Σκεφτόμαστε την επιστροφή, το μήνυμα ότι έφτασαν ή η ευχή τους «Καλή χρονιά μαμά», άντε το αλκοόλ ή ποιος θα τα γυρίσει σπίτι. Όχι τη φωτιά, όχι την έξοδο κινδύνου, όχι το ταβάνι πάνω από το κεφάλι τους. Και μόνο όταν συμβεί το κακό σε κάποιους άλλους, σε μια άλλη χώρα, σε ένα άλλο όνομα, τότε παγώνουμε. Τότε τρομάζουμε ξαφνικά και για τα δικά μας παιδιά. Τότε κοιτάμε το κινητό λίγο πιο συχνά, τότε μας κόβεται η ανάσα μέχρι να απαντήσουν. Όχι γιατί αλλάζει η πραγματικότητα, αλλά γιατί για μια στιγμή σπάει η ψευδαίσθηση ότι «σε εμάς δεν θα τύχει». Ότι «έλα μωρέ, μια φορά είναι».
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε φλόγες και stories, χάνουμε ανθρώπους. Νέους ανθρώπους. Παιδιά. Και συνεχίζουμε, λίγο πιο σοκαρισμένοι για λίγες μέρες, μέχρι να έρθει το επόμενο viral. Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν μας σκοτώνει μόνο η φωτιά. Μας σκοτώνει η αμέλεια, η επίδειξη με λίγα βεγγαλικά και πυροτεχνήματα, η προχειρότητα ακόμα και στην «πολιτισμένη» Ελβετία που φημίζεται για την προσήλωσή της στην τήρηση νόμων και κανόνων αλλά και η βεβαιότητα ότι το πιο σημαντικό πράγμα σε μια κρίση είναι να έχεις σήμα για να ανεβάσεις στόρι.
