ΤΟ ΒΗΜΑ logo

H δολοφονία του 21χρονου στην Κρήτη και η γεωμετρία της οργής: Πότε τελειώνει, πραγματικά, το πένθος;

H δολοφονία του 21χρονου στην Κρήτη και η γεωμετρία της οργής: Πότε τελειώνει, πραγματικά, το πένθος; 1
iStock

Πολύ πριν από τη δολοφονία του 21χρονου Νικήτα, η καθημερινότητα δύο οικογενειών είχε ήδη αλλάξει, μέσα στο πένθος, την απειλή και μια σταθερή αίσθηση επικείμενου κακού. Τι γίνεται με το πένθος όταν δεν βρίσκει τρόπο να εκφραστεί και τι συμβαίνει όταν μέσα του αρχίζει να ζυμώνεται η ανάγκη για ανταπόδοση;

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Η σφαίρα που έκοψε το νήμα της ζωής του 21χρονου Νικήτα στην Αμμουδάρα της Κρήτης είχε "οπλιστεί" πολύ πριν το μοιραίο απόγευμα της 5ης Μαΐου. Στην πραγματικότητα, το έγκλημα αυτό ήταν μόνο η δεύτερη πράξη κι η κορύφωση του πόνου που ρίζωσε στα συντρίμμια ενός τροχαίου δυστυχήματος και μετατράπηκε σε μια καθημερινή, εφιαλτική πολιορκία για το θύμα. Ο 17χρονος γιος του δράστη είχε χάσει τη ζωή του σε τροχαίο το 2023, γεγονός που λειτούργησε ως σημείο τομής για όλη την οικογένεια και το ευρύτερο περιβάλλον. Από εκεί και πέρα, η ζωή δεν επανήλθε σε καμία μορφή κανονικότητας. 

Από το τροχαίο δυστύχημα, ξεκινά μια περίοδος όπου η απώλεια αποκτά ενεργό παρουσία. Το πρόσωπο που θεωρείται υπεύθυνο για το περιστατικό μετατρέπεται σταδιακά σε σταθερό σημείο οργής και στοχοποίησης. Μέσα στα δύο επόμενα χρόνια, καταγράφονται απειλές, δύο προηγούμενες απόπειρες επίθεσης, παρακολούθηση και επαναλαμβανόμενες καταγγελίες στις αρχές. Η αστυνομική παρέμβαση δεν κατάφερε να ανακόψει τη συνέχεια των γεγονότων ούτε να αποτρέψει την κλιμάκωσή τους.

Στο επίπεδο της εμπειρίας, αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο βίας, αλλά μια παρατεταμένη συνθήκη τρόμου και πένθους που βαραίνει και τις δύο οικογένειες, με διαφορετικό τρόπο.

Από τη μία πλευρά, η οικογένεια του 17χρονου ζει μέσα σε ένα πένθος που δεν βρίσκει ποτέ ηρεμία. Ο θάνατος του παιδιού τους, επιστρέφει διαρκώς μέσα από την ανάγκη για δικαίωση, μέσα από τη μνήμη, μέσα από την αίσθηση ότι τίποτα δεν έχει πραγματικά κλείσει.

Από την άλλη, ο 21χρονος και το περιβάλλον του κινούνται για δύο χρόνια μέσα σε μια καθημερινότητα επιτήρησης και φόβου. Ξέρουν ότι «κάτι κακό» παραμονεύει ανά πάσα στιγμή. Οι κινήσεις, οι διαδρομές, ακόμη και η απλή παρουσία στον δημόσιο χώρο αποκτούν βάρος και προσοχή που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν σε μια κανονική συνθήκη.

Κρήτη: Έντονα φορτισμένο το κλίμα στην κηδεία του 21χρονου

Πότε τελειώνει το πένθος;

Τι γίνεται με το πένθος όταν δεν βρίσκει τρόπο να εκφραστεί, όταν δεν περνά μέσα από διαδικασίες που το “μαλακώνουν” με τον χρόνο; Και τι συμβαίνει όταν μέσα του αρχίζει να αναπτύσσεται κάτι πιο σκοτεινό, μια άρρητη ανάγκη για ανταπόδοση που ζυμώνεται υπογείως;

Πάνω σε τέτοια “δύσκολα” θέματα, η φιλοσοφική προσέγγιση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο κατανόησης μιας πραγματικότητας που υπερβαίνει την απλή αιτιολογία. Τον θάνατο, την οργή, το πένθος και την εκδίκηση ως αλληλένδετες καταστάσεις που δεν εξελίσσονται γραμμικά, αλλά αλληλοτροφοδοτούνται.

Ο Sigmund Freud, στο «Πένθος και Μελαγχολία», περιγράφει το πένθος ως μια φυσιολογική αποδέσμευση από την απώλεια. Όταν αυτή η διαδικασία μπλοκάρει, όταν δεν «αφήνουμε τους νεκρούς να φύγουν», η απώλεια δεν ολοκληρώνεται αλλά εσωτερικεύεται και μετατρέπεται σε μελαγχολία -μια κατάσταση όπου το συναίσθημα δεν εκτονώνεται και μπορεί να στραφεί είτε προς τον εαυτό είτε προς τον έξω κόσμο με επιθετικούς όρους.

Ο Jacques Derrida, σε διάκριση από την κλασική ψυχαναλυτική προσέγγιση του Freud, αντιμετωπίζει το πένθος όχι ως διαδικασία σταδιακής αποδοχής κι ολοκλήρωσης, αλλά ως μια σχέση που παραμένει θεμελιωδώς ανολοκλήρωτη. Στο πλαίσιο του «αδύνατου πένθους» (impossible mourning), το υποκείμενο δεν κατορθώνει ποτέ να ενσωματώσει πλήρως την απώλεια, καθώς ο νεκρός δεν παύει να υφίσταται ως μια μορφή “παρούσας απουσίας” που συνεχίζει να επιδρά στην ψυχική και συμβολική του ζωή.

Για τον Derrida, η απώλεια δεν μετατρέπεται σε σταθερή μνήμη που τοποθετείται οριστικά στο παρελθόν, αλλά παραμένει ανοιχτή, μη ολοκληρώσιμη, εκτεθειμένη σε επαναλήψεις και αναδυόμενες επιστροφές. Η σχέση με τον νεκρό δεν διακόπτεται, αλλά μετασχηματίζεται σε μια διαρκή συνύπαρξη με την απουσία του, χωρίς δυνατότητα πλήρους “κλεισίματος”.

H δολοφονία του 21χρονου στην Κρήτη και η γεωμετρία της οργής: Πότε τελειώνει, πραγματικά, το πένθος; 2
Unsplash

Υπό αυτό το πρίσμα, το πένθος δεν συγκροτείται ως γραμμική πορεία προς την αποδοχή, αλλά ως μια ασυνεχής χρονικότητα, όπου η απώλεια επανέρχεται και αναδιαμορφώνει την εμπειρία του υποκειμένου. Αυτή η επαναληπτικότητα είναι δομικό στοιχείο της ψυχικής οργάνωσης, το οποίο, όταν δεν εντάσσεται σε σταθερά κοινωνικά ή συμβολικά πλαίσια επεξεργασίας, μπορεί να αποκτά όλο και πιο απορρυθμιστικές μορφές.

Πένθος κι εκδίκηση: Μια φιλοσοφική προσέγγιση

Η εκδικητικότητα δεν εμφανίζεται ποτέ εν κενώ αλλά αναδύεται μέσα σε συνθήκες έντονου ψυχικού τραύματος, όταν η απώλεια δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια σταθερή αφήγηση και το πένθος παραμένει ανοιχτό, εκκρεμές. Στην περίπτωση της βίαιης δολοφονίας του 21χρονου Νικήτα στην Κρήτη, το γεγονός δεν μπορεί να διαβαστεί ως μεμονωμένη έκρηξη βίας, αλλά ως κατάληξη μιας παρατεταμένης ψυχικής και κοινωνικής έντασης που ξεκίνησε χρόνια πριν, με τον θάνατο του 17χρονου γιου του δράστη σε τροχαίο δυστύχημα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απώλεια επιστρέφει, επανέρχεται, επηρεάζει αποφάσεις, σχέσεις, αντιλήψεις κινδύνου και τελικά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η καθημερινή ζωή. Η οικογένεια του νεκρού παιδιού ζει μέσα σε ένα πένθος που δεν βρίσκει σταθερό πλαίσιο αποφόρτισης. Η οικογένεια του νεαρού που στοχοποιείται από την εκδικητική βία, από την άλλη, βιώνει μια διαρκή κατάσταση απειλής, όπου η έννοια του χρόνου παύει να λειτουργεί ως φθορά του φόβου και μετατρέπεται σε συνεχή αναμονή της επόμενης επίθεσης.

Ο Émile Durkheim έγραφε ότι το πένθος δεν είναι προσωπική εμπειρία αλλά οργανώνει συλλογικά τη σχέση μιας κοινωνίας με τον θάνατο, μέσα από τελετουργίες που αποκαθιστούν μια μορφή ισορροπίας. Αντίστοιχα, ο θείος του, ο Marcel Mauss, επισημαίνει ότι η θλίψη δεν είναι απολύτως ιδιωτική υπόθεση, αλλά εντάσσεται σε κοινωνικά ρυθμισμένα σχήματα έκφρασης, όπου το πένθος αποκτά μορφή, χρονικότητα και όρια.

H δολοφονία του 21χρονου στην Κρήτη και η γεωμετρία της οργής: Πότε τελειώνει, πραγματικά, το πένθος; 3
Unsplash

Όταν αυτά τα σχήματα δεν επαρκούν ή διαρρηγνύονται, η εμπειρία της απώλειας δεν ενσωματώνεται σε μια συλλογική αφήγηση και παραμένει εκτεθειμένη. Ο Robert Hertz, αναλύοντας τον θάνατο ως διαδικασία και όχι ως στιγμιαίο γεγονός, υποστηρίζει ότι η κοινωνική αποδοχή της απώλειας προϋποθέτει μια μεταβατική επεξεργασία που επανατοποθετεί τόσο τον νεκρό όσο και τους ζωντανούς μέσα στην κοινωνική τάξη. Όταν αυτή η μετάβαση δεν ολοκληρώνεται, η απώλεια δεν «τοποθετείται» ποτέ πλήρως στον χρόνο.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η εκδικητικότητα εμφανίζεται ως παράλληλη ψυχική διεργασία με το πένθος. Η σύγχρονη έρευνα στην ψυχολογία του τραύματος δείχνει ότι τα αισθήματα εκδίκησης συνδέονται συχνά με μετατραυματικό στρες και σύνθετη θλίψη, ιδίως σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας. Η επιθυμία για ανταπόδοση λειτουργεί ως προσπάθεια αποκατάστασης της ηθικής ισορροπίας και της αίσθησης ελέγχου, όταν το τραύμα έχει ήδη διαρρήξει την εμπειρία της ασφάλειας.

Στην υπόθεση της Κρήτης, αυτό που αναδύεται είναι μια τέτοια αίσθηση εκκρεμότητας. Η απώλεια δεν “εντάχθηκε” ποτέ πλήρως σε ένα κοινό πλαίσιο επεξεργασίας και συνέπειας, και αυτό αφήνει το πένθος να λειτουργεί στο παρασκήνιο της καθημερινότητας, χωρίς να βρίσκει σημείο σταθεροποίησης.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η βία εμφανίζεται ως κατάληξη μιας μακράς, υπόγειας και συνεχούς ψυχικής πίεσης που είχε ήδη εγκατασταθεί στην καθημερινότητα πολύ πριν το τελευταίο, μοιραίο επεισόδιο. Το πιο βαριά φορτισμένο στοιχείο δεν είναι η τελική πράξη αλλά το ότι είχε προηγηθεί χρόνος. Πολύς χρόνος. Και μέσα σε αυτόν τον χρόνο, η ζωή συνεχιζόταν με την επίγνωση ότι κάτι κακό πλησιάζει.

Η ζωή συνεχίζεται (;) - Το ατελείωτο παρόν της απώλειας

Κι επιστρέφω στο αρχικό ερώτημα: Τι συμβαίνει όταν το πένθος δεν καταφέρνει να ολοκληρωθεί και αρχίζει να οργανώνει την ίδια τη ζωή γύρω του, να γίνεται πλαίσιο σκέψης και δράσης.

Η θεωρία μπορεί να το περιγράψει. Η κοινωνία μπορεί να το αναλύσει και να το εντάξει σε ερμηνείες. Αλλά στο πεδίο, εκεί όπου οι άνθρωποι ζουν μέσα σε αυτό, η γραμμή ανάμεσα στη μνήμη και την πράξη γίνεται επικίνδυνα λεπτή. Και όταν αυτή η γραμμή σπάει, δεν υπάρχει επιστροφή που να μοιάζει καθαρή. Μόνο ένα νέο κενό, πιο μεγάλο από το προηγούμενο. 


Το άγχος των “πρέπει” και πώς μπορούμε να απαλλαγούμε από το βάρος τους

Πόσα από αυτά που κάνουμε κάθε μέρα είναι πραγματικά δικά μας; Και πόσα είναι απλώς “πρέπει” που μάθαμε να ακολουθούμε χωρίς δεύτερη σκέψη;


READ MORE

Exit mobile version