Με την οικονομία να αναδεικνύεται στο κεντρικό αφήγημα της κυβέρνησης έως τις εκλογές της άνοιξης του 2027, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να χτίσει τη στρατηγική της διεκδίκησης μιας τρίτης κυβερνητικής θητείας πάνω σε δύο άξονες: τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας και τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Η παρουσίαση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030, με συνολικούς πόρους 23 δισ. ευρώ για δημόσιες επενδύσεις, αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο κομμάτι αυτού του σχεδιασμού. Ο πρωθυπουργός έστειλε το μήνυμα ότι η «πραγματική σύγκλιση» με την Ευρώπη θα κριθεί από τις επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, θέτοντας τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην κορυφή των κυβερνητικών προτεραιοτήτων.
Δεν είναι τυχαίο ότι συνέδεσε ευθέως το αναπτυξιακό πρόγραμμα με το προεκλογικό σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας, σημειώνοντας ότι αυτό θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, με ορίζοντα τις εκλογές του 2027.
Το ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι, παρά τη φθορά που έχει προκαλέσει η ακρίβεια και οι πολιτικές κρίσεις των τελευταίων μηνών, η οικονομία εξακολουθεί να αποτελεί το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης απέναντι στην αντιπολίτευση.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία βασίζεται σε συγκεκριμένους δείκτες: στην αύξηση των επενδύσεων, στη βελτίωση των εξαγωγών, στη μείωση του δημόσιου χρέους και στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου χωρίς αύξηση φορολογικών συντελεστών. Η λογική που προβάλλεται είναι ότι η ανάπτυξη δημιουργεί πρόσθετα έσοδα, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να επιστρέφουν στην κοινωνία μέσω φοροελαφρύνσεων και στοχευμένων παρεμβάσεων.
«Οικονομική και κυβερνητική σταθερότητα»
Στην κυβέρνηση εκτιμούν ότι αυτή η εικόνα οικονομικής σταθερότητας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική αξία σε ένα διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, επιτρέποντας στον πρωθυπουργό να επαναφέρει το δίλημμα της «σταθερής κυβέρνησης» έναντι του κινδύνου πολιτικής αστάθειας.
Την ίδια στιγμή, στο κυβερνητικό επιτελείο αναγνωρίζουν ότι οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν αρκούν για να μεταφραστούν αυτόματα σε εκλογική στήριξη. Η παρατεταμένη πίεση από την ακρίβεια έχει δημιουργήσει δυσαρέσκεια σε κοινωνικές ομάδες που αποτέλεσαν τη βάση της εκλογικής επικράτησης της ΝΔ το 2019 και το 2023.
Κρίσιμη προεκλογική ΔΕΘ
Γι’ αυτό και το πακέτο της ΔΕΘ αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Σύμφωνα με όσα έχει προαναγγείλει ο πρωθυπουργός, στο επίκεντρο θα βρεθούν η μεσαία τάξη, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και συνολικά η μικτή επιχειρηματικότητα, δηλαδή οι παραγωγικές δυνάμεις που η κυβέρνηση θεωρεί ότι σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της οικονομίας.
Η επιλογή αυτή δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική. Στόχος είναι να δοθεί η αίσθηση ότι τα οφέλη της ανάπτυξης αρχίζουν να διαχέονται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, απαντώντας στις επικρίσεις ότι οι θετικές επιδόσεις της οικονομίας δεν έχουν περάσει επαρκώς στην καθημερινότητα των πολιτών.
Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να διαμορφώσει μια καθαρή διαχωριστική γραμμή με την αντιπολίτευση στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής.
Η κυβέρνηση αντιπαραβάλλει την έννοια της δημοσιονομικής πειθαρχίας με τις προτάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι κάθε νέα παροχή πρέπει να συνοδεύεται από σαφή κοστολόγηση και εξασφαλισμένους πόρους. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η ΝΔ «πρώτα δημιουργεί τον δημοσιονομικό χώρο και μετά μοιράζει», σε αντίθεση με όσους εξαγγέλλουν μέτρα χωρίς, όπως υποστηρίζει, να εξηγούν πώς θα χρηματοδοτηθούν.
Το κυβερνητικό σχέδιο για τους επόμενους μήνες
Σε αυτό το πλαίσιο, η φετινή ΔΕΘ προβάλλεται από το κυβερνητικό επιτελείο ως σημείο σύγκρισης των οικονομικών προγραμμάτων των κομμάτων και ως «τεστ αξιοπιστίας» ενόψει της προεκλογικής περιόδου
Το οικονομικό αφήγημα συμπληρώνεται από τη συνολική πολιτική στρατηγική που παρουσίασε ο πρωθυπουργός στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ. Επανέλαβε ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν στο τέλος της τετραετίας, την άνοιξη του 2027, έθεσε ως στόχο την αυτοδυναμία και επανέφερε το δίλημμα της σταθερής διακυβέρνησης έναντι της ακυβερνησίας.
Έτσι, το κυβερνητικό σχέδιο για τους επόμενους μήνες διαμορφώνεται πάνω σε μια ενιαία γραμμή: διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, συνέχιση της δημοσιονομικής σταθερότητας, στοχευμένες παρεμβάσεις υπέρ της μεσαίας τάξης και των μικρομεσαίων, αλλά και σύγκριση των οικονομικών προγραμμάτων με την αντιπολίτευση.
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι η οικονομία παραμένει το πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση διαθέτει το ισχυρότερο πολιτικό πλεονέκτημα. Η κρίσιμη πρόκληση, ωστόσο, είναι οι θετικοί δείκτες να μετατραπούν μέσα στους επόμενους μήνες σε απτό όφελος για κοινωνικές ομάδες που εξακολουθούν να αισθάνονται ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί επαρκώς στο διαθέσιμο εισόδημα και στην καθημερινότητά τους.
